Lords of Lies

                                                      του Αχιλλέα

Σκηνοθέτης της ταινίας Lords of Chaos είναι ο Jonas Åkerlund, ο οποίος εστιάζει στην ιστορία του συγκροτήματος Mayhem, μίας από τις πρωτοπόρες μπάντες του black metal στην Νορβηγία κατά την δεκαετία του 1990. Δυο δολοφονίες, μια αυτοκτονία, πολλαπλοί εμπρησμοί και μια γενική νοσηρότητα δείχνει να πλανάται στην Νορβηγία της ταινίας, με πρωταγωνιστές τους κεντρικούς ήρωες της μπάντας. Η ταινία Lords of Chaos είναι βασισμένη στο βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο, το οποίο βέβαια εμπλουτίστηκε σεναριακά εκεί που κρίθηκε απαραίτητο.Tο συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί σημείο αναφοράς για την νεορομαντική κουλτούρα του black metal και έχει γραφτεί από τους Michael Moynihan και Didrik Søderlind. Ο Åkerlund, από την άλλη, ως σκηνοθέτης είναι ιδιαίτερα γνωστός στον χώρο της heavy metal σκηνής έχοντας δημιουργήσει μουσικά video για συγκροτήματα όπως οι Metallica και οι Rammstein. Κυρίως, όμως, υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Bathory, του αρχετυπικά black metal σουηδικού συγκροτήματος που ενέπνευσε τους Mayhem (βέβαια η παρουσία του Åkerlund στους Bathory διήρκεσε μόλις στον ένα χρόνο).


Το σενάριο της ταινίας επικεντρώνεται στον κιθαρίστα Euronymous (Rory Culkin), καθώς δημιουργεί τους Mayhem. Στη συνέχεια της ταινίας, μέσα από πολλές αψιμαχίες ανάμεσα στους Vikernes και Euronymous, o Varg καταλήγει να μαχαιρώνει πολλαπλώς τον Euronymous λόγω μιας παρεξήγησης.

Η ταινία επιχειρεί να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη μια πραγματική ιστορία. Δυστυχώς, όμως, αυτή η αίσθηση χάνεται γρήγορα, καθώς το σενάριο περιλαμβάνει καταφανείς ανακρίβειες.. Αλλά ας πάρουμε τα πραγματικά γεγονότα από την αρχή. Κατά την δεκαετία του 1990 η ήσυχη κοινωνία της Νορβηγίας τυλίχτηκε στις φλόγες, καθώς εκκλησίες ξεκίνησαν να καίγονται από διάφορα άτομα της νεοσύστατης black metal σκηνής. Αυτοί οι οποίοι έβαλαν τις φωτιές δεν βρέθηκαν ποτέ και όλες οι κατηγορίες έπεσαν τελικά σε έναν αποδιοπομπαίο τράγο, ο οποίος μάλιστα βρίσκεται εν ζωή και κατοικεί με την οικογένεια του στην Γαλλία, τον κακό της ταινίας μας, δηλαδή τον μουσικό Varg Vikernes. Το όνομα του και μόνο μάλλον προκαλεί ρίγη στον μέσο Νορβηγό, καθώς και στους παραγωγούς του Vice των οποίων παραγωγή είναι και η ταινία Lords of Chaos.


Αυτά τα ρίγη μεταφέρθηκαν στην οθόνη με τον πιο Χολιγουντιανό τρόπο, καθώς ο Varg παρουσιάζεται ως ο απόλυτος κακός και ο Euronymous ως το «παιδί της διπλανής πόρτας». Αυτό δεν θα ήταν απαραιτήτως κακό εάν κάποιος αναλογιζόταν ότι μιλάμε για ταινία και οι δυναμικές του καλού και του κακού είναι απαραίτητες, καθώς με την νίκη του καλού επέρχεται η κάθαρση του θεατή ή με την επικράτηση του κακού μια πίκρα κυριαρχεί για την τύχη του κεντρικού μας ήρωα ο οποίος δεν είχε την τύχη που του άξιζε. Το πρόβλημα, όμως είναι ότι οι ίδιοι οι δημιουργοί αναφέρουν ότι η ταινία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Πράγμα που σημαίνει ότι κάπου εκεί εισέρχεται στην όλη δημιουργία το στοιχείο της σκοπιμότητας. Και, μάλιστα, της πολιτικής σκοπιμότητας. Καθώς με το να σκιαγραφείται ένας αδικαιολόγητα «κακός» Vikernes μπαίνει στο στόχαστρο και η εθνικιστική του ιδεολογία, την οποία δημόσια υποστηρίζει εδώ και πολλά χρόνια.  

Όλοι όσοι είμαστε φανατικοί του black metal θα θέλαμε να δούμε να εξελίσσονται μπροστά στα μάτια μας τα γεγονότα, αλλά όπως αυτά έχουν αναφερθεί από πρώην μέλη της μπάντας Mayhem ή από τον ίδιο τον Varg. Ωστόσο, αυτό το οποίο μας έδωσε η ταινία ήταν μια διαφοροποιημένη εκδοχή των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στη Νορβηγία από το 1987 μέχρι και το 1994.


Από την μία ο κατά βάση καλός, μα παρεξηγημένος, Euronymous και από την άλλη ο αδίστακτα κακός, μισογύνης και βίαιος Varg. Η ταινία με πολύ μεγάλη ευκολία μας δείχνει με τεράστια σιγουριά ότι το κάψιμο των εκκλησιών έγινε από τον Vikernes και μετά από δική του παρότρυνση ακολούθησε και όλη η υπόλοιπη black metal σκηνή. Ας θυμίσουμε ότι αν και ο Vikernes ήταν σύμφωνος με την παραπάνω πράξη ποτέ δεν αποδείχτηκε ότι ήταν αυτός ο γενικός καθοδηγητής αυτών των επιθέσεων. Η δαιμονοποίηση του Varg μόνο κούραση δημιουργεί στον θεατή, και ειδικότερα στον οπαδό του black metal, ο οποίος αισθάνεται πως παρακολουθεί κάποια ταινία με πρωταγωνιστή από την μια τον Μπάτμαν στον ρόλο του Euronymous κι από την άλλη τον δαιμονικό Τζόκερ στον ρόλο του Vikernes.

Το μοναδικό κακό της ταινίας, βέβαια, δεν είναι η επίθεση στην υπόληψη του Vikernes, ο οποίος κυριολεκτικά σπιλώνεται, αλλά και το ότι κουράζει με το υποχρεωτικό χολιγουντιανό ρομάντζο στο οποίο μπαίνει ο πρωταγωνιστής μας. Ο Åkerlund πολύ εύκολα δημιουργεί από το πουθενά μια κοπέλα που ενδιαφέρεται ερωτικά για τον κεντρικό μας ήρωα, Euronymous, ο οποίος σύμφωνα με μαρτυρίες δεν είναι σίγουρο ότι είχε ερωτική σχέση με γυναίκα εκείνη την περίοδο. Επίσης, πολλές φορές, οι συνομιλίες των ηθοποιών ακούγονται μη φυσικές και ιδιαίτερα αμερικανικές. Βλέποντας την ταινία και τις προφορές των ηθοποιών ο θεατής θα ξεχάσει πολύ γρήγορα ότι η ιστορία μας εξελίσσεται στην Νορβηγία και θα νομίσει ότι βρίσκεται σε κάποια πολιτεία των ΗΠΑ. Η υποκριτική των περισσότερων ηθοποιών στην ταινία είναι καλή, αν και όχι κάτι το ιδιαίτερο. Τέλος, καλό θα ήταν να μην αφήσουμε ασχολίαστες και τις πολλές σκηνές ερωτικών πράξεων, οι οποίες δεν προσφέρουν τίποτα το ιδιαίτερο στην ταινία πέρα από ένα ελαφρύ σοκ προς τον θεατή.


Όλα αυτά, όμως, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως στοιχεία της πλοκής που δημιούργησε η φαντασία του σεναριογράφου και του σκηνοθέτη, προκειμένου να γίνει η ταινία θελκτική. Στα καλά στοιχεία της ταινίας θα μπορούσα να πιστώσω την καλή φωτογραφία, την ωραία ατμόσφαιρα και το γεγονός ότι αρκετές σκηνές μας θυμίζουν τις παλιές πεζοδρομιακές μέρες του heavy metal κινήματος. Το κύριο πρόβλημα επαναλαμβάνω πως είναι το εξής. Το Lords of Chaos δημιουργήθηκε όχι για να διαδραματιστεί στη μεγάλη οθόνη μία ενδιαφέρουσα ιστορία όπως πραγματικά συνέβη, αλλά για να σοκάρει, να μπορέσει η παραγωγή του Vice να εξασφαλίσει τα προσδοκόμενα κέρδη και συνάμα ο κ. Åkerlund να μας παρουσιάζει περιστατικά τα οποία συνέβησαν με τελείως διαφορετικούς τρόπους. Μια πολύ καλύτερη επιλογή, εάν κάποιος θα ήθελε να δει την πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία και τους πρωταγωνιστές της, θα ήταν το Until the Light Takes Us, το Once Upon a Time in Norway και το κανάλι του ίδιου του Varg Vikernes στο YouTube, ThuleanPerspective.

Όσον αφορά το Lords of Chaos δείτε εδώ το διαφημιστικό του trailer

Απάντηση του Σταμάτη Μαμούτου σε σχόλια μέλους διαδικτυακού forum

Λίγες ημέρες πριν την πρόσφατη εορταστική περίοδο ενημερώθηκα για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχε ανοίξει στο διαδικτυακό forum forgotten-scroll.gr. Η εν λόγω συζήτηση ξεκίνησε έχοντας ως επίκεντρο τον Sun Knight, την αρθρογραφική του διαδρομή από την δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα και την ευρύτερη επιρροή των ιδεολογικών του θέσεων στην ελληνική κοινότητα των ακροατών της heavy metalμουσικής. 

Ομολογουμένως εντυπωσιάστηκα όταν επισκέφθηκα την συγκεκριμένη θεματική ενότητα του forum αυτού και διαπίστωσα ότι η συζήτηση έχει αρχίσει εδώ και αρκετούς μήνες και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μέσα στις σελίδες που καλύπτουν τα σχόλια υπάρχουν αναφορές στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ, σε εμένα προσωπικά και σε άλλα πρόσωπα που σχετίζονται με το όλο νεορομαντικό πλαίσιο. Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι αναφορές ήταν που με παρακίνησαν ώστε να επισκεφθώ το forum και να διαβάσω ολόκληρη την διαδικτυακή συζήτηση από την αρχή. Έχοντας, λοιπόν, μια συνολική εικόνα των όσων έχουν γραφτεί, εκτιμώ ότι πολλά σχόλια περιλαμβάνουν χρήσιμες πληροφορίες και ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις. Ασφαλώς, με αρκετά σχόλια διαφωνώ και ορισμένα άλλα θεωρώ ότι καλό θα ήταν να είχαν γραφτεί με κάπως πιο προσεγμένο ύφος.

Ωστόσο, μολονότι ορισμένα από τα παιδιά της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. σκέφτηκαν ότι ίσως έπρεπε να απαντήσουμε παραθέτοντας τις δικές μας προσεγγίσεις στα όσα αναφέρονται, επέμεινα στην άποψη ότι καλύτερο θα ήταν να μην εμπλακούμε στην όλη συζήτηση. Και τούτο γιατί ακόμη κι αν εκφράστηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις από τις δικές μας σε ορισμένα θέματα, είναι προφανές ότι το πνεύμα που διέπει τους πιο πολλούς από τους διαλεγόμενους είναι καλοπροαίρετο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, λοιπόν, η διαφωνία και ο προβληματισμός πάνω σε όσα πράττουμε και γράφουμε είναι θεμιτή και σεβαστή.  Εφόσον εκφέρουμε δημόσιο λόγο ο σχολιασμός του είναι αναμενόμενος. Κι αφού δρούμε ως συλλογικότητα είναι αυτονόητο πως κάποιοι μπορεί να συμφωνούν και άλλοι να διαφωνούν μαζί μας.

Θα ήθελα, όμως, να ανοίξω μια πρόσκαιρη παρένθεση στην συνέχεια αυτής μας της στάσης και να απαντήσω προσωπικά στον σχολιαστή του συγκεκριμένου forum, που υπογράφει με το ψευδώνυμο apeitharxos. Η απάντησή μου αφορά το σχόλιο στο οποίο ο apeitharxosπαραθέτει αποσπάσματα από την πρόσφατη παρουσίαση στο ιστολόγιο της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. του βιβλίου Ροκ Ημερολόγια. Ελληνική νεολαία και ροκ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, συγγραφέας του οποίου είναι ο Γιώργος Τουρκοβασίλης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει η γραφιστική δομή του forum, το εν λόγω σχόλιο δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη, 14 Μαϊου, 21:51 (παραθέτω τα στοιχεία αυτά για να μην υπάρξει κάποια σύγχυση, λόγω των πολλών σχολίων που έχουν γραφτεί).

Στο συγκεκριμένο σχόλιο, ο κύριος που υπογράφει ως apeitharxos, θέτει κάποια ζητήματα στα οποία θέλω να παραθέσω τις δικές μου προσεγγίσεις. Πρώτον υποθέτει ότι η παρουσίαση του βιβλίου δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. για να αποτελέσει μια συμβολικού τύπου απάντηση στα γραφόμενα του forum και βασιζόμενος σε αυτή την ενδεχόμενη παραδοχή αναπτύσσει μια σύντομη επιχειρηματολογία επ’ αυτού. Δεύτερον κάνει κάποιες υποθέσεις για τα δρώμενα της ελληνικής κοινότητας των ακροατών του heavy metalπου έχω ζήσει, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία μου. Και τρίτον περιγράφει κάποια στοιχεία από την κουλτούρα των ακροατών της heavymetal μουσικής όπως τα βίωσε στο ίδρυμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που σπούδασε και σε ένα παλιό, ιστορικό, κατάστημα νυχτερινής διασκέδασης.

Πάνω σε αυτά τα ζητήματα θέλω να παραθέσω τις δικές μου απαντήσεις. Καταρχάς, δηλώνω ότι με κολακεύει το γεγονός ότι στοιχεία και συμβάντα που αφορούν την προσωπική μου ζωή, καθώς και τα κείμενά μου, προκαλούν έντονο ενδιαφέρον σε αναγνώστες. Θα ήθελα, όμως, να προσθέσω πως όταν αποφασίζω να καταπιαστώ με ένα θέμα και να γράψω κάτι επ’ αυτού, πάντοτε το κάνω επώνυμα και με ευθύ τρόπο. Όλοι οι αναγνώστες των εντύπων που αρθρογραφώ και όλοι οι ακροατές της ραδιοφωνικής εκπομπής που παρουσίαζα γνωρίζουν το ονοματεπώνυμό και το πρόσωπό μου. Και, βέβαια, μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μου όποτε το θελήσουν μέσα από το ιστολόγιο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. (παλαιότερα και μέσα από το ζωντανό chat της ραδιοφωνικής εκπομπής). Συνεπώς, δεν έχω να κάτι κρύψω. Τουναντίον μιλώ ευθαρσώς για όσα προτείνω και πιστεύω, γιατί τα περιβάλλω με ειλικρινή αφοσίωση και αγάπη.

Επί του προκειμένου δεν θα απαντούσα ποτέ πλαγίως στα σχόλια που συνεχίζουν να γράφονται στο forum. Γιατί, όπως προανέφερα, εφόσον διαπιστώνω ότι ακόμη και τα αρνητικά γράφονται από ανθρώπους που απλώς εκφράζουν ειλικρινά την γνώμη τους και όχι προκειμένου να προβοκάρουν πρόσωπα και καταστάσεις, δεν έχω κάτι να προσθέσω. Είναι η γνώμη ορισμένων αναγνωστών και ως τέτοια γίνεται σεβαστή, ακόμη κι αν την θεωρώ καταφανώς λαθεμένη.

Κατά συνέπεια, αγαπητέ apeitharxe, η παρουσίαση των «Ροκ Ημερολογίων» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κάποιου είδους απάντηση στα θέματα που θίγει η συζήτηση στην οποία συμμετέχετε. Εξάλλου, η ύλη του βιβλίου αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα μέχρι και τα μισά της δεκαετίας του ’80 ενώ η δική σας συζήτηση έχει να κάνει με γεγονότα που διαδραματίστηκαν από το 1986 κι έπειτα. Επιπλέον αν ανατρέξετε στις παλαιότερες αναρτήσεις του ιστολογίου της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. θα διαπιστώσετε ότι τέτοιου ύφους και περιεχομένου δημοσιεύσεις συνθέτουν την αρθρογραφική ταυτότητα των εντύπων του συλλόγου μας από την ίδρυσή του κιόλας.

Το να υποθέσετε ότι επιλέχθηκε αυτή η ανάρτηση επειδή η συζήτηση του forum βοήθησε να αντιληφθούμε ότι υπάρχει αναγνωστικό ενδιαφέρον για την κουλτούρα των παλαιών Ελλήνων metalheads και rockers είναι κάτι το θεμιτό. Αυτό, όμως, διαφέρει κατά πολύ από το να υποθέτουμε ότι μέσα σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα πρόλαβα να διαβάσω και να παρουσιάσω ένα ολόκληρο βιβλίο, προκειμένου να απαντήσω πλαγίως στα σχόλια του forum. Επαναλαμβάνω πως αν ήθελα να σας απαντήσω, θα το έκανα ευθέως.

Αναφερόμενος στους σχολιαστές του βιβλίου που άσκησαν κριτική στον Τουρκοβασίλη λόγω του ότι έδωσε χώρο έκφρασης σε αναφορές που είχαν να κάνουν με hooligans και εθνικιστές metalheads και rockers, ασφαλώς και δεν είχα κατά νου εσάς και τους συνομιλητές σας. Πως άλλωστε είναι δυνατόν να έκανα κάτι τέτοιο, εφόσον δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο; Θα σας παρακαλούσα να λάβετε υπόψη ότι είμαι πολύ συγκεκριμένος σε όσα γράφω. Ακόμη και όταν γράφω υπαινικτικά. Για να διαλύσω κάθε υπόνοια πάνω στο συγκεκριμένο θέμα ομολογώ πως οι αιχμές μου αφορούν συντάκτες περιοδικών και ιστολογίων που έχουν παρουσιάσει το βιβλίο πριν από εμένα και θεωρώ ότι το έχουν κάνει μέσα από ένα (αριστερόστροφο κυρίως) ιδεολογικό πρίσμα, το οποίο υπερβαίνει τα όρια της έντιμης προσωπικής ιδεολογικής οπτικής και καταντά ιδεοληπτικό. Ξέρουν αυτοί ποιους εννοώ. Μην εμπλέκεστε στο συγκεκριμένο σημείο. Δεν σας αφορά.

Τώρα όσον αφορά το «κάψιμο εγκεφάλου» που αναφέρετε, έχω την εντύπωση ότι, ευτυχώς, ο εγκέφαλός μου είναι ακόμη σε καλή κατάσταση ώστε να μου επιτρέπει να αρθρογραφώ και να αρθρώνω λόγο. Αν πάλι ενδιαφέρεστε να μάθετε πως είναι δυνατόν να έχω ζήσει πράγματα που έλαβαν χώρα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και κατά την δεκαετία του ’90, εφόσον παρακολουθείτε την αρθρογραφία μου, θα σας παρακαλούσα να μην εστιάσετε μόνο στην τελευταία μου συνέντευξη ή στην παρουσίαση κάποιων βιβλίων, αλλά να ρίξετε μια ματιά και στο άρθρο αυτού του ηλεκτρονικού συνδέσμου http://flefaloarticles.blogspot.com/2015/09/blog-post.html. Αν θέλετε να είστε δίκαιος οφείλετε να το κάνετε. Κάντε το και θα διαπιστώσετε από πότε είμαι μέλος του ελληνικού heavy metal κινήματος, θα δείτε και τις αντίστοιχες φωτογραφίες μου, θα διαβάσετε τα πρόσωπα και τα στέκια στα οποία αναφέρομαι και θα αντιληφθείτε ότι πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν. Κοντολογίς, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αναφέρω τόσα πρόσωπα χωρίς να με γνωρίζουν ή χωρίς να θυμούνται την παρουσία μου στους χώρους που αναφέρω. Μην ξεχνάτε ότι, όπως έγραψα παραπάνω, εγώ σχολιάζω επώνυμα. Κάθε ανακρίβεια θα μπορούσε να στοιχίσει πολύ στο αρθρογραφικό μου κύρος. Πόσο μάλλον αν ήταν και σκόπιμη.  

Τέλος, όσον αφορά την διασύνδεση του heavy metal με πολιτικές ιδεολογίες -και ιδίως με την εθνικιστική- αναφέρετε κάποια παραδείγματα από το Πολυτεχνείο και το Χωρίς Ανάσα. Προφανώς δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω αυτά που γράφετε. Φαντάζομαι, όμως, πως θα συμφωνήσουμε ότι τα παλιά στέκια των ακροατών της rock και της heavy metal μουσικής σκηνής δεν εξαντλούνταν σε ένα κέντρο διασκέδασης, ούτε στο γνωστό καφέ των Εξαρχείων που κάποιος συνομιλητής στο forum προανέφερε.

Στο άρθρο μου που φέρει τον τίτλο «Κάποτε στην Αθήνα», και στο οποίο σας παρέπεμψα πιο πριν, αναφέρω λεπτομερώς τι συνέβαινε σταrock στέκια της Καλλιθέας, κατά το καλοκαίρι του 1991. Επιπλέον, θυμάμαι πολύ καλά την περίπτωση της pub Fame, των δυτικών προαστίων. Δεν μπορεί να μην υπάρχει κάποιο από τα μέλη του forum που να μην την θυμάται. Ούτε μπορώ να φανταστώ ότι όσοι την επισκέπτονταν δεν είχαν αντιληφθεί ότι ο Festavis, ο Werewolf, ο «Αλάριχος» και όλοι οι υπόλοιποι κομματικά στρατευμένοι εθνικιστές επικάδες-ρομαντικοί ήταν εκεί σε καθημερινή, σχεδόν, βάση. Το γνώριζα εγώ που ζούσα στην Καλλιθέα και δεν βρισκόμουν κοντά στην συγκεκριμένη pub. Δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι το αγνοούσαν όλοι όσοι σύχναζαν εκεί.

Κοντολογίς, για να μην μακρηγορώ, προσωπικά ούτε να υπερτονίσω θέλω την κοσμοθεωρητική σύνδεση κάποιων ιδεολογικών ρευμάτων με μερίδα ακροατών, ούτε όμως και να την αποκρύψω. Συνηθίζω να μιλώ και να γράφω συγκεκριμένα. Συνεπώς, αν ξαναδιαβάσετε με προσοχή την τελευταία μου συνέντευξη, που κάποιος διαδικτυακός σας συνομιλητής αναπαρήγαγε στο forum, θα διαπιστώσετε πως στην έβδομη ερώτηση απαντώ ότι ανάμεσα στους παλιούς αναγνώστες της War Flag, υπήρχαν οι κομματικά στρατευμένοι εθνικιστές, υπήρχαμε οι αυτόνομοι (συνεπώς άσχετοι με κάθε κόμμα) εθνικιστές, αλλά υπήρχαν και πολλοί που απλώς άκουγαν την ίδια μουσική με εμάς αλλά δεν την συνέδεαν σε καμιά περίπτωση με ζητήματα της πολιτικής θεωρίας. Ασφαλώς, αναγνωρίζω ότι το τυπολογικό αυτό σχήμα είναι πρόχειρο, αλλά νομίζω ότι αποτελεί μια σαφή, αν και γενική, περιγραφή της αλήθειας. Ούτως ή άλλως η -μερική έστω- σχέση ακροατών του rock και του heavy metal με τον εθνικισμό και με το οπαδικό κίνημα είναι κάτι που γνωρίζει πάρα πολύς κόσμος, είναι κάτι που δεν συνέβαινε μόνο στην Ελλάδα και αποκαλύπτεται από πλήθος μαρτυριών, κάποιες εκ των οποίων ανιχνεύονται και σε βιβλία όπως αυτό του Τουρκοβασίλη, αλλά και σε γραφόμενα της συζήτησης στην οποία συμμετέχετε. Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι περιγράφω κάτι άγνωστο.

Δεν ξέρω αν είστε κάποιος που έχει σχέσεις και προσωπική επαφή με τα πρόσωπα γύρω από τα οποία επικεντρώνεται ο διάλογος αυτός. Επειδή εγώ τυγχάνει να έχω γνωρίσει προσωπικά όλους όσους αναφέρονται (μουσικούς, αρθρογράφους κλπ), καθώς και να ξέρω το τι είδους σχέσεις έχουν μεταξύ τους, να είστε σίγουρος ότι αν έγραφα κάτι που δεν ισχύει θα ήμουν υπόλογος απέναντί τους.


Με εκτίμηση
Σταμάτης Μαμούτος


Σχόλια:
Ο Flammentrupp είπε...

Έχει και την πλάκα του, όμως, αυτό το χαλασμένο τηλέφωνο. Μετά από 6 χρόνια στη Λέσχη, έμαθα πως ο αρχηγός (εννοείται: Φύρερ που δίνει διαταγές και τα πρόβατα εκτελούν) σε ηλικία 15 χρόνων οργάνωσε "πέσιμο" σε συναυλία, μετά χάθηκε με αυτούς που εκτέλεσαν το ντου και μετά από 11-12 χρόνια βρέθηκαν πάλι όλοι μαζί να φτιάξουν τη ΦΛΕΦΑΛΟ.

Πέρα από αυτά, μου αρέσει που διάφοροι νέοι στην ηλικία γουστάρουν να μαθαίνουν "σκηνικά" από καιρούς που το heavy metal δεν ήταν μια απλή μουσική επιλογή. Στον αντίποδα, με στεναχωρεί που άνθρωποι πιο κοντά σε εμάς ηλικιακά, νιώθουν την ανάγκη να γίνουν πολιτικώς ορθοί και να πάνε με το κοπάδι. Ίσως, βέβαια, πάντα να ήταν εκεί. Αν το heavy metal είναι "μία ακόμη μουσική επιλογή", καλά κάνουν και παίζουν στον ασφαλή γι αυτούς χώρο της πολιτικής ορθότητας. Μπράβο τους, κιόλας, που παραμένουν μεταλλάδες και δεν έγιναν σκυλάδες μετά την πρώτη καψούρα.

Όσο για τον Ιππότη, πάντα και περιέργως, αυτό το "heavy metal για λίγους" δεν το λάμβανα ως ελιτισμό. Το λάμβανα ως "πόσοι καταλαβαίνουν τί θέλω να πω". Τελικά, διαβάζοντας όλα τα σχόλια, μάλλον είχα δίκιο.

Κορυφαία, πιθανόν, στιγμή το παρακάτω από τον apeitharxo :
"Δεν μας ενδιαφέρουν τα στρατιωτάκια, και τα επιτραπέζια εκείνης της εποχής.
Θα περίμενα λίγο περισσότερο ενδιαφέρον και αναζήτηση για το σημερινό κλασικό heavy metal γίγνεσθαι στο σημερινό του blog, αν και νομίζω πως τα γούστα του πρέπει να έχουν εξελιχθεί σε πολύ soft πλέον, για να περιμένουμε κάτι τέτοιο."

Δεν τον ενδιαφέρουν τα "στρατιωτάκια", μάλλον διότι δεν κατάλαβε ποτέ τί ήθελε να πει ο Ιππότης. Προφανώς, θα ήθελε δισκοκριτικές. Εν έτει 2019, με το διαδίκτυο να έχει τον κάθε δίσκο πριν καν κυκλοφορήσει σε φυσική μορφή, θα έπρεπε να περιμένουμε τον κάθε Πρασούλα για να μας πει τί παίζει κι αν πρέπει να τον αγοράσουμε.

Άλλο κορυφαίο από RedSharks :
" Όμως, και αυτό είναι που με εκπλήσσει, υπάρχουν από ότι φαίνεται ακόμα άνθρωποι, 40άρηδες σήμερα, κάποιοι παντρεμένοι, με οικογένειες και παιδιά, με καλό μορφωτικό επίπεδο, που ακόμα πιστεύουν στις πρασουλικές ιδεοληψίες της εφηβείας τους."

Προφανώς, ο Κούλης, ο Αλέξης, η Φώφη, όλο το ακαδημαϊκό κατεστημένο, τα ΜΜΕ και όλοι οι παρατρεχάμενοί τους τα λένε καλύτερα και σωστά.

Ok, safety zone παιδιά, μη βγείτε έξω. Έχει λύκους.
Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2019

ΑνώνυμοςΟ Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Μπιλ, όπως φαίνεται κι από το ύφος του κειμένου μου, μάλλον αντιμετωπίζω ήπια το όλο θέμα, μολονότι ορισμένα σχόλια που με αφορούν θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί με πιο προσεγμένο ύφος. Και, βέβαια, θα προτιμούσα κάποιες απορίες σχετικά με τις δραστηριότητές μου, να είχαν εκφραστεί μέσω ερωτημάτων απευθείας σε εμένα.

Από εκεί και πέρα καταλαβαίνω ότι οι διαδικτυακοί διάλογοι στα forum ενίοτε αποκτούν και μια χαλαρή μορφή. Κουβέντα γίνεται, δεν γράφεται κάποιο πόνημα. Οπότε δεν βλέπω αρνητικά την όλη συζήτηση. Προφανώς και μπορεί να υπάρχουν ακροατές ή αναγνώστες που έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις από τις δικές μας. Δεν είναι κάτι που με εκπλήσσει αυτό.

Ασφαλώς, εμείς θα θέλαμε να υπήρχαν περισσότεροι "εξολοκλήρου ρομαντικοί" ανάμεσα στους επικάδες. Και, βέβαια, θα προτιμούσαμε να μην είχαν αξιολογήσει τις παλαιότερες αντιλήψεις ως εφηβικές ιδεοληψίες ορισμένοι παλαιότεροι. Αλλά γνωρίζουμε πια ότι η συνθήκη της εποχής καθιστά δύσκολη την επίτευξη αυτού του στόχου. Το βλέπουμε άλλωστε και μέσω των νεώτερων φοιτητών που συναντάμε. Λίγα είναι τα παιδιά που έχουν διάθεση να συγκρουστούν με την κυρίαρχη κουλτούρα και ιδεολογία των καιρών μας, από την σκοπιά ενός παραδοσιοκρατικού ρομαντισμού.

Πάντως, αν διαβαστεί προσεκτικά η όλη συζήτηση φρονώ ότι μπορούν να ανιχνευτούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Ένα από αυτά το έχεις υπαινιχθεί στο παραπάνω σχόλιό σου. Πρόκειται για τον τρόπο που εκδηλώνεται από που συνήθως αποκαλείται "χάσμα των γενεών" ανάμεσα στους ακροατές ενός μουσικού ιδιώματος. Θα μπορούσαν να αναπτυχθούν πολλές σκέψεις πάνω σε αυτό.

Μπορεί κάποια στιγμή να γράψω κάποιο σχετικό άρθρο. Αλλά προς το παρόν έχω την αίσθηση ότι...δεν βαριέσαι. Να είμαστε καλά, προκειμένου να συνεχίζουμε τις δραστηριότητες της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. με το ίδιο ύφος και ήθος που επιδεικνύουμε μέχρι στιγμής. Και οι υπόλοιποι ακροατές να είναι καλά για να απολαμβάνουν την μουσική που τους αρέσει και να διαβάζουν ωραία βιβλία. 
Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2019

ΑνώνυμοςΟ Flammentrupp είπε...
Ουδεμία αντίρρηση. Μια χαρά μπύρες θα έπινα κι εγώ μαζί τους.

Ωστόσο, μετά απο κάποια ηλικία-εμπειρία, θα πρέπει ο καθένας να ξέρει τι σημαίνει «σωστή αναζήτησή πληροφοριών» και να πράττει ανάλογα. Δεν θα ρωτήσεις τον Μιχαλολιάκο «τι είναι Αριστερά» αλλά ούτε και θα ψάξεις στο indymedia πληροφορίες περί «εθνικισμού». Αν κάτι τέτοιο δεν έχει κατακτηθεί σε ηλικίες +/- 40 ... ας μην το προχωρήσω διότι θα γίνω κακός.

Επίσης, δεν βλέπω να έχει αναφερθεί κάπου και ο λόγος για τον οποίο είχε γίνει εκείνο το ντου. Αν ισχύει αυτό που μου είπες, όσο «αστείος» κι αν φαίνεται σήμερα (γενικώς, παίζει φουλ ιστορικός αναχρονισμός στο φόρουμ) υφίσταται ως λόγος και είναι εντελώς διαφορετικό το να περνάει γραμμή πως κάποιοι κολλημένοι πήγαν να πετάξουν πέτρες σε άλλους επειδή οι άλλοι ακούν διαφορετική μουσική.
Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2019

ΑνώνυμοςΟ Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Αυτό το "άτιμο" το διδακτορικό μου έχει απομυζήσει όλα τα χρονικά περιθώρια και δεν μπορώ να εργαστώ πάνω στις θεματικές της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. όσο θα έπρεπε. Αν το είχα κάνει, θα είχε ήδη κυκλοφορήσει το βιβλίο "Ιππότες των Δρόμων", στο οποίο θα υπήρχαν εξηγήσεις και απαντήσεις σε πολλά απ' όσα συνέβησαν στα πλαίσια της νεορομαντικής κίνησης μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του '90. Τουλάχιστον, ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα επιταχυνθούν ορισμένες διαδικασίες και θα έχουμε τα ποθητά αποτελέσματα.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι αυτό που υπόρρητα προκύπτει από το δεύτερο σχόλιο που έγραψες. Δηλαδή, ακόμη κι αν υπάρχει κάτι σε εμφανές σημείο, κατά πόσο είναι ικανοί και πρόθυμοι κάποιοι να το δουν.

Οψόμεθα....

Στην τελική, όπως έγραφε ο Γάλλος ρομαντικός Αλφρέντ ντε Μυσέ, είναι δύσκολο ορισμένοι άνθρωποι να νικήσουν έναν ολόκληρο αιώνα. Όσο ωραία κι αν αγωνίζονται για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Δυστυχώς, το πρώτο μέρος του μεταμοντέρνου μας αιώνα δείχνει, μέχρι στιγμής, ακόμη χειρότερο κι από το δεύτερο μισό του προηγούμενου.
Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2019

Από το "Δράκουλας και Σία" στην "Συμφωνία της Σπηλιάς του Νταβέλη"

                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Λίγοι γνωρίζουν σήμερα ότι η πρώτη ελληνική ταινία τρόμου προβλήθηκε το 1959 και είχε ως πρωταγωνιστή τον Κώστα Χατζηχρήστο. Για την ακρίβεια πρόκειται για μια κωμωδία τρόμου, που αποτελεί μεταφορά της αντίστοιχης ιταλικής ταινίας «Uncle Was a Vampire» στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Κρίστοφερ Λι.


Η ελληνική εκδοχή φέρει τον τίτλο «Δράκουλας και Σία» με το σενάριο να εξελίσσεται ως εξής: Ο Θανάσης Καρατριμπούρας (Κώστας Χατζηχρήστος) φτάνει μεσάνυχτα σ’ ένα απόμακρο χωριό και ζητάει να τον οδηγήσουν στο Κόκκινο Κάστρο. Κανείς όμως από τους ντόπιους δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει γιατί φοβούνται τον αφέντη του Κάστρου, που οι φήμες θέλουν να είναι βρικόλακας. Τελικά ο Καρατριμπούρας οδηγείται στο Κάστρο από τον «τρελό του χωριού», όπου και μέσα από ξεκαρδιστικά περιστατικά αντιμετωπίζει όχι έναν αλλά δύο βρικόλακες.  Στο τέλος, όμως, ανακαλύπτει ότι πρόκειται για δυο απατεώνες και όχι για αληθινούς νεκροζώντανους.

Η ταινία περιλαμβάνει πολλά από τα γνωρίσματα των ταινιών τρόμου, όπως τις μπέρτες, τον καμπούρη  παραμορφωμένο επιστάτη και τις ανεξήγητες εξαφανίσεις. Διαθέτει ακόμη την υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η εξαιρετική διεύθυνση φωτογραφίας του Γεράσιμου «Τζέρι» Καλογεράτου. Και όλα αυτά σε διάλογο με το ισοπεδωτικό χιούμορ του Κώστα Χατζηχρήστου.Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Ερρίκος Ιατρού ενώ ανάμεσα στους ηθοποιούς βρίσκονταν η Καίτη Ντιριντάουα και η Κατερίνα Γώγου.


Σε γενικές γραμμές αν το σενάριο ήταν περισσότερο πρωτότυπο θα μιλούσαμε για μια σπουδαία δουλειά. Ακόμη κι έτσι, όμως, το «Δράκουλας και Σία» αποτελεί σημείο αναφοράς μιας κινηματογραφικής σχολής που, δυστυχώς, δεν ευδοκίμησε ούτε στον παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο, ούτε και στον νεότερο. Δεν θα σταθώ περαιτέρω στους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό. Είναι παρόμοιοι με εκείνους που κράτησαν την λογοτεχνία του φανταστικού στο περιθώριο για πολλές δεκαετίες. Ασφαλώς, έχουν να κάνουν με τον προδιαγεγραμμένα αρνητικό τρόπο που αντιμετώπισε οτιδήποτε σχετιζόταν με τον Ρομαντισμό  το ελλαδικό κατεστημένου των «γραμμάτων και των τεχνών».

Από τη δεκαετία του 2000 κι έπειτα, όταν και οι τεχνολογικές εξελίξεις έκαναν πιο εύκολες τις ανεξάρτητες κυκλοφορίες στον χώρο της λογοτεχνίας και τις ανεξάρτητες παραγωγές στον χώρο του κινηματογράφου, η κατάσταση άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Εμφανίστηκαν, όμως, νέες παθογένειες και μέχρι σήμερα δεν έγινε εφικτή κάποια σημαντική διαφοροποίηση προς το καλύτερο. Στο πλαίσιο της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού υπάρχουν προβλήματα που συνδέονται με την γενικότερη και, θα έλεγα, παγκόσμια εμπορευματοποίηση και παρακμή της.  Στον ελληνικό κινηματογράφου φαντασίας και τρόμου τα προβλήματα είναι διαφορετικά. Η εγχώρια δημιουργία βρίσκεται σε εμβρυακό ακόμη στάδιο. Υπάρχουν, όμως, ενδιαφέροντα δείγματα στο πεδίο των εκκολαπτόμενων σκηνοθετών ταινιών μικρού μήκους.

Ένα από αυτά είναι και η Συμφωνία στη Σπηλιά του Νταβέλη του Διονύση Μωραϊτη, που μπορείτε να δείτε στον παρακάτω ηλεκτρονικό σύνδεσμο. Η φωτογραφία για μια ταινία μηδαμινού προϋπολογισμού είναι εξαιρετική. Τα πλάνα έχουν σωστή ροή εναλλαγών και ωραία κάδρα και  η υπόθεση πραγματεύεται με ενδιαφέρον τρόπο έναν παραφυσικό μύθο.  Αν βοηθούσαν λίγο περισσότερο και οι ερμηνείες το αποτέλεσμα θα ήταν απροσδόκητα καλό. Ο Μωραϊτης δείχνει πολύ καλά στοιχεία και του εύχομαι να συνεχίσει να υπηρετεί στην  έβδομη τέχνη το φανταστικό.