Η Αθηναϊκή Αποκριά

                                                             του Γιάννη Καιροφύλλα

Ο ιστορικός Δημ. Γατόπουλος στο βιβλίο του «Η ιστορία της Αθηναϊκής κοινωνίας» γράφει, ότι τα τοπικά εορταστικά έθιμα της Αθήνας, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, διατηρήθηκαν και τροποποιήθηκαν κατά τα χρόνια της Οθωνικής βασιλείας, οπότε και άρχισε, σιγά-σιγά η εισαγωγή και συνανάμιξη των διαφόρων ευρωπαϊκών εθίμων με τα τοπικά έθιμα. […] στα πρώτα χρόνια του Όθωνα, διασκέδαζαν με τις πατροπαράδοτες συνήθειές τους, δηλαδή τις πρόχειρες μεταμφιέσεις αντρών και γυναικών, τις εύθυμες επισκέψεις στα φιλικά σπίτια και τις οικογενειακές χορευτικές συγκεντρώσεις.


Το πανηγύρι της Αποκριάς το ζούσε όλο και πιο έντονα, όσο περνούσαν τα χρόνια, η συνοικία της λάκας που ήταν και η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή, αφού η πόλη ανοικοδομήθηκε γύρω και κάτω απ την Ακρόπολη. Εκεί οι Αθηναίοι, άλλοι μασκαρεμένοι και άλλοι όχι, γύριζαν στους δρόμους και πετούσαν στα παράθυρα και στους εξώστες που ήταν γεμάτοι θηλυκόκοσμο, φασόλια, ρύζι, καλαμπόκι, κουκιά κι άλλα όσπρια, όπως όριζε το έθιμο.


Εκείνα τα χρόνια δεν είχαν καθιερωθεί ακόμη ο χαρτοπόλεμος και οι πολύχρωμες κορδέλες, οι «σερπαντίνες». Τα έθιμα της Αποκριάς ήταν διαφορετικά και οι μασκαράδες συνήθιζαν να πετάνε στα παιδιά, που παρακολουθούσαν την παρέλαση των μεταμφιεσμένων τις Κυριακές, ζαχαρωτά γεμάτα πιπέρι για να τα τρώνε, να καίγονται και με τους μορφασμούς τους να προκαλούν περισσότερη ευθυμία και περισσότερα γέλια. Ο Μπάμπης Άννινος στο βιβλίο του «Αι Αθήναι του 1850» […] σημειώνει ότι η αριστοκρατία στην Αθήνα είχε τις «εσπερίδες» της ιδίως στους ακμάζοντας ακόμη Φαναριώτικους οίκους, όπου επικρατούσε η πατροπαράδοτη ευγένεια […]

Έτσι κύλησαν πολλές δεκαετίες και η Αποκριά γιορταζόταν στην Αθήνα χωρίς καμιά ιδιαίτερη οργάνωση, αλλά με χορούς και παρελάσεις που στην περίοδο της Μπελ Επόκ έγιναν πιο συστηματικές. Αναφέρεται, μάλιστα, από πολλούς ιστορικούς, ότι οι Απόκριες της Παλιάς Αθήνας, αν εξαιρέσουμε τις Απόκριες του 1887, οι οποίες εγκαινιάζουν μια νέα αποκριάτικη περίοδο, μοιάζουν μεταξύ τους σαν δυο σταγόνες νερό.

Σε περιγραφή του ιστορικού Α. Φούφα για την Αποκριά του 1886 δίδεται μια ζωντανή εικόνα των δρόμων στους οποίους οι Αθηναίοι γλέντησαν με τις ομπρέλες στο χέρι, γιατί τις δυο τελευταίες Κυριακές «ο καιρός συνώμοσεν ο άθλιος εναντίον της αποκριάτικης  ευθυμίας». […]

Η οδός Σταδίου, από την Ομόνοια μέχρι το Σύνταγμα, κατακλύζεται από μασκαράδες εκείνη την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1886. Οι πεζοί προσωπιδοφόροι παρελαύνουν κρατούντες στα  χέρια τους τις μισοξεσκισμένες ομπρέλες τους και πάνω σε άμαξες θεάθηκαν πάλι τα στερεότυπα ντόμινα, οι τεράστιες κεφαλές από χαρτόνι και οι άλλες αποκριάτικες μεταμφιέσεις. Στην πλατεία Συντάγματος –κατά την περιγραφή πάντα του Φούφα- κόσμος πολύς συγκεντρωμένος περί την εξέδρα της μουσικής ακούει με πολλή προσοχή έναν ρήτορα. Δεν πρόκειται για υπαίθριο ρήτορα αλλά για αποκριάτικο ποιητή, που τσιμπολογάει πενταροδεκάρες απαγγέλλοντας έξυπνους στίχους και σκαρώνοντας εύστοχες ομοιοκαταληξίες. […]

Μέσα στο πλήθος των προσωπιδοφόρων εμφανιζόταν και η πατριωτική αλληγορία. Ένα δίτροχο στολισμένο με εικόνες, που παρίσταναν τον Μάρκο Μπότσαρη και τομ Αρκάδιο. Αρειμάνιος φουστανελλοφόρος, υποδυόμενος το πρόσωπο του Γέρο Δήμου, απήγγειλε πατριωτικό ποίημα, υπενθυμίζοντας στα πλήθη το προς την πατρίδα καθήκον τους. […]

Η έφιππη χωροφυλακή για να τηρήσει την τάξη παρήλαυνε κι αυτή δια της οδού Σταδίου συναγελαζόμενη, όπως λέει ο Α. Φούφας, μετά μασκαράδων, γεγονός που προκάλεσε την επομένη άγρια επίθεση του αντιπολιτευόμενου τύπου.[…]


Άλλες αποκριάτικες συνήθειες είχαν αρχίσει να επικρατούν από τότε και τα ρόπαλα ή το γαϊτανάκι διασκέδαζαν τους Αθηναίους και τις Αθηναίες, ενώ η γκαμήλα, που χαρακτηριζόταν ως το «αίσχος του πολιτισμού», συγκέντρωνε πλήθη θεατών, έχουσα ως τιμητική συνοδεία τα σμήνη των ενθουσιώντων γαβριάδων, που ανιδιοτελώς ανελάμβαναν να προαναγγείλουν την εμφάνισή της στις συνοικίες της Αθήνας […]

Ο καμηλιέρης ήταν ο πιο δημοφιλής τύπος της Αποκριάς στους κύκλους των γαβριάδων, διότι τους έδινε την ευκαιρία να ασκήσουν το φωνητικό τους ταλέντο και να εκδηλώσουν όλες τις αρετές τους. Άλλωστε και η γκαμήλα ενέπνεε κάποιον μυστηριώδη και αόριστο φόβο και στο ανοιγόκλεισμα του τερατώδους στόματός της ανατρίχιαζαν κι αυτοί ακόμη οι ψυχραιμότεροι των ρακένδυτων θαυμαστών της.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την γκαμήλα αναφέρει ο συγγραφέας Κώστας Δημητριάδης στο βιβλίο του «Σαν Αθήνα την Παλιά», όπου γράφει για κάποιον διάσημο Πετραλωνίτη, τον Βαγγελάρα, που υπήρξε θεατρώνης παντομίμας και ηθοποιός και του οποίοι η πιο μεγάλη δημιουργία ήταν η αποκριάτικη γκαμήλα της Αθήνας. Την έφτιαξε σε μια μάντρα της γειτονιάς, με λίγα σανίδια, λίγα κουρέλια, μια προβιά και μια μασέλα αλόγου. Δεν ήταν εύκολο πράγμα να σκαρώσεις –λέει ο Δημητριάδης- ένα πελώριο τετράποδο και να το κάνεις να περπατά σα ζωντανό, να χορεύει, να κάθεται, να δαγκάνει, ν’ αρπάει πορτοκάλι, κουλούρι..καπέλο!

Ένα μήνα ολόκληρο ο δαιμόνιος Βαγγελάρας παιδευόταν να δασκαλεύει τα τσιράκια του –που θάμπαιναν κάτω απ’ την γκαμήλα και θα τη ζωντάνευαν- πώς να κάνουν τα τσαλίμια της. Και η επιτυχία του εκείνη πέρασε στην ιστορία της Παλιάς Αθήνας. Κάποτε ο φουκαράς ο Βαγγελάρας πέθανε πάνω στα καρναβάλια. Τον είχε φάει το «ποτήρι» και όλη η γειτονιά τον έκλαψε. […]


Το 1887 ιδρύεται το πρώτοι Αποκριάτικο Κομιτάτο στην Αθήνα. Σκοπός του να δώσει ένα ευρωπαϊκό χρώμα στην αποκριά […] Στα μέσα Ιανουαρίου του 1887 στο Δημαρχείο της Αθήνας συγκεντρώθηκαν λόγιοι και δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, αντιπρόσωποι σωματείων, βιομήχανοι και άλλοι Αθηναίοι για να θέσουν τις βάσεις του πρώτου Αποκριάτικου Κομιτάτου, κατά μίμηση των Κομιτάτων της Ευρώπης. […]

Καθορίστηκαν αμοιβές και βραβεία για τις πιο επιτυχημένες μεταμφιέσεις και αλληγορικές παραστάσεις, τις οποίες θα εμφάνιζαν τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς και εξέλεξαν επιτροπή Ελλανοδικών, σύμφωνα προς την κρίση της οποίας θα γινόταν η απονομή των βραβείων. […]

Φαίνεται ότι η άμιλλα είχε θαυματουργήσει και οι Αθηναίοι με τις Αθηναίες είδαν ό,τι δεν είχαν δει μέχρι εκείνη την ημέρα. Στους δρόμους, τις πλατείες, τα παράθυρα, τους εξώστες των ξενοδοχείων στριμώχτηκαν χιλιάδες άτομα για να δουν τα «καινοφανή θεάματα». Γι’ αυτό και χρειάστηκε το «Κομιτάτο» να εργαστεί με ζήλο και να ρυθμίσει όσο γίνεται καλύτερα την κάθε λεπτομέρεια.[…]

Λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε η παρέλαση στους αθηναϊκούς δρόμους πεζών εποχούμενων, έφιππων μεταμφιεσμένων και μη. Ο συνωστισμός και η κίνηση μεγάλωνε όσο προχωρούσε κανείς στο επί της οδού Ερμού ξενοδοχείο της «Γενεύης», όπου είχε στήσει το Κομιτάτο την έδρα του […]


Στην αποκριάτικη παρέλαση έδωσαν το χέρι η κλασική αρχαιότητα και οι νεότεροι χρόνοι, η σάτιρα και το ειδύλλιο, η ελαφρά ποίηση και η τραγωδία, ο πατριωτισμός και η διακωμώδηση ιερών και οσίων, το προπατορικό αμάρτημα και η νίκη των Ιταλών στο Ρας-Αλούλα, ο κήπος του Παραδείσου και ο  θρίαμβος των Αβησσυνών, ο Αλκιβιάδης και ο Σωκράτης, ο Προμηθεύς και ο Αισχύλος, οι νεκροί και οι ζώντες, οι αρχάγγελοι και οι δαίμονες, οι σκελετοί και τα πτώματα. […]

Το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στο άρμα του Ιταλού Ρόσι που παρίστανε την πρόοδο του πολιτισμού επί της γης. Το δεύτερο βραβείο πήρε η συμβολική παράσταση του «Αποκλεισμού» με πλοία που ήταν..φορτωμένα πάνω σε γαϊδούρια. Το τρίτο βραβείο κέρδισε η αλληγορική απεικόνιση της Ελλάδας με σκελετούς. Μεγάλη επιτυχία είχε και η πομπή των μεταμφιεσμένων που απεικόνιζαν τον χωριάτικο γάμο. […]

Εκείνο επίσης που έκανε εντύπωση ήταν τα μακάβρια θέματα που οφείλονταν στη ζοφερή φαντασία εκείνων που παρίσταναν κηδείες, πτώματα, ψυχορραγούντες, αγγέλους και δαίμονες μουντζουρωμένους και με κέρατα βοδιού, διαφιλονικούντας την ψυχήν του μακαρίτη!

Το γλέντι εκείνης της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς του 1887 συνεχίστηκε μέχρι τις πρωϊνές ώρες. Στις συνοικίες καίγονταν σωροί ρητίνης και η αντανάκλαση των λάμψεων έδινε φαντασμαγορική όψη στην πόλη. Ομάδες μασκαράδων άλλοι με τούμπανα, άλλοι με έγχορδα όργανα και άλλοι με κλαρίνα διέσχιζαν τους δρόμους της Αθήνας «εν αδιαπτώτω ευθυμία μέχρι της ώρας που η ροδοδάκτυλη Ηώς εχρύσωσε το κλεινόν Άστυ με το πρωϊνόν της φέγγος..»


Γιάννης Καιροφύλλας, Η Αθηναϊκή Αποκριά, Φιλιππότης, Αθήνα,1990, σελίδες 16 έως 29.

                                      
                                                   Σχόλιο Συντακτικής Ομάδας

Διδακτικό, ψυχαγωγικό, νοσταλγικά όμορφο όπως οι καλές αναπολήσεις, το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο του αθηναιογράφου Γιάννη Καιροφύλλα, προσφέρεται για πλούσιο σχολιασμό. Δεν θα προβούμε, όμως, σε αυτόν, για να μην χάσουμε την συναισθηματική μαγεία της ατμόσφαιράς του. Θα αρκεστούμε μόνο να σημειώσουμε την μεγάλη διαφορά στην ένταση της λαϊκής ζωτικότητας που καταγράφεται από τα χρόνια «της παλιάς Αθήνας», σε εκείνα της μεταμοντέρνας πρωτεύουσας των καιρών μας.

Λαός χωρίς ορμή προϋποθέτει ένα έθνος χωρίς μέλλον. Ας ελπίσουμε ότι, με κάποιον τρόπο, οι μικροί πυρήνες που εργαζόμαστε για το καλό αυτού του τόπου, θα καταφέρουμε να αναστρέψουμε τη δυσοίωνη τούτη προοπτική. Ασφαλώς, στη φαρέτρα μας θα υπάρχουν, διαθέσιμα ως πολιτιστικά βέλη, τα έθιμα των λαϊκών μας παραδόσεων, καθώς επίσης και όλες οι μορφές πολιτισμού που διαλέγονται με την βαθύτερη ουσία της ψυχής του ελληνικού έθνους. 

Εικόνα 2: Φωτογραφικό τεκμήριο δημοσιευμένο στο περιοδικό «ΕΛΛΑΣ» όπου απεικονίζεται το έθιμο της Γκαμήλας σε γειτονιά των Αθηνών το 1908.
Εικόνα 3: Καρναβάλι στην Ομόνοια δεκαετία του 1930.
Εικόνα 4: Καρναβαλιστές στην Πλάκα, στα μέσα 20ου αιώνα.
Εικόνα 5: Η γνωστή αποκριάτικη σάτιρα του Π. Θεοδοσίου που παρουσίαζε το Πανεπιστήμιο ως φούρνο και τους φοιτητές από τη μία να μπαίνουν τούβλα και από την άλλη να βγαίνουν κούτσουρα. Ο Θεοδοσίου υπήρξε κεντρική φιγούρα των αθηναϊκών, λαϊκών, αποκριάτικων εορτασμών στις αρχές του 20ου αιώνα. Έζησε στα Πετράλωνα και εξέδιδε την εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός». Η Το εν λόγω έντυπο αναβίωσε υπό νέα διεύθυνση πριν λίγα χρόνια. Δείτε εδώ την ηλεκτρονική του εκδοχή  mikros-romios.gr

Ανακοίνωση της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ για το κατέβασμα πίνακα του προραφαηλίτη John William Waterhouse από γκαλερί της Αγγλίας, για λόγους "πολιτικής ορθότητας"

Κατέβασαν τον πίνακα «Ο Ύλας και οι Νύμφες», που βασίζεται θεματικά στην ιστορία του Ιάσονα και των Αργοναυτών, του ρομαντικού προραφαηλίτη John William Waterhouse από την γκαλερί του Μάντσεστερ. Ο λόγος ήταν οι παραδοσιοκρατικοί -και υποτιθέμενα φαλλοκρατικοί- συμβολισμοί του πίνακα στην πρόσληψη της γυναικείας υπόστασης.

Ασφαλώς, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί του (μετα)μοντέρνου διεθνιστικού φιλελευθερισμού επιχειρούν καθημερινά να ξηλώσουν τα τελευταία ίχνη των παραδοσιακών αντιλήψεων στον δυτικό κόσμο. Πλέον, όμως, πατούν με την μεταμοντέρνα τους βαρβαρότητα και σε πεδία που μέχρι πρότινος προσέγγιζαν προσεκτικά. Ο χώρος των τεχνών ήταν ένας από αυτούς.

Τον τελευταίο καιρό, αρχής γενομένης από την χολυγουντιανή και ενορχηστρωμένη φιλελεύθερη προπαγάνδα που πέρασε κάτω απ' τον μανδύα του φεμινισμού στο θέμα της ερμηνείας του τι είναι τελικά η σεξουαλική παρενόχληση, είναι προφανής η απόπειρα του εξουσιαστικού συστήματος να μολύνει εξολοκλήρου το πεδίο του ευρωπαϊκού πολιτισμού με τον ιό της μεταμοντέρνας του αθλιότητας. Πλέον, με το να κατεβάσει τον πίνακα του προραφαηλίτη καλλιτέχνη από την γκαλερί του Μάντσεστερ για λόγους "πολιτικής ορθότητας" αποκαλύπτει τις μελλοντικές του προθέσεις.


Αποκαλύπτεται όμως και πόσο σημαντική είναι η παρουσία και η δράση της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας, ως συλλογικότητας που υπερασπίζεται την ρομαντική παραδοσιοκρατική κοσμοθέαση στο πολιτισμικό πεδίο. Εδώ και δέκα χρόνια, μέσω των εντύπων και των εκπομπών της, η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ οικοδομεί ένα φρούριο πολιτισμικής αντίστασης στον κόσμο της Νεωτερικότητας και στην εξουσία του διεθνιστικού φιλελευθερισμού. Σε αυτή την προσπάθεια είναι ζωτικής σημασίας η στήριξη όσων συμφωνούν με τους προσανατολισμούς της λέσχης μας.


Φίλοι αναγνώστες, στηρίξτε έμπρακτα την προσπάθειά μας ή τουλάχιστον γίνετε ενεργοί κοινωνικά μόνοι σας σε άλλες σοβαρές συλλογικότητες. Αν δεν το κάνετε, και αρκεστείτε να κάθεστε στον υπολογιστή για να ακούτε καλή μουσική και να διαβάσετε κάποια κείμενα, πολύ σύντομα θα δείτε την κατάρρευση όχι μόνο της πατρίδας μας αλλά και των τελευταίων ιχνών του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Επιτέλους, κινηθείτε. Ο εχθρός είναι μπροστά στα μάτια μας. Εισβάλει ακόμη και στον μικρόκοσμο της καθημερινότητάς μας.

Αποτίμηση του συλλαλητηρίου για το μακεδονικό, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα

                                                            του Σταμάτη Μαμούτου

Το βράδυ του Σαββάτου μίλησα στο τηλέφωνο με έναν φίλο που συμμετείχε σε οργανωτική ομάδα του χθεσινού συλλαλητηρίου. Αν και η συζήτηση αφορούσε, κατά κύριο λόγο, ορισμένες παρατηρήσεις μου σχετικά με την οργάνωση της περιφρούρησης, δεν παραλείψαμε να ανταλλάξουμε και κάποια σύντομα σχόλια για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις.

«Ξημερώνει μεγάλη μέρα. Αναλόγως του κόσμου που θα συγκεντρωθεί, από αύριο και μετά θα κριθούν πολλά», μου είπε.

Από την άλλη, μολονότι το δίκτυο πληροφόρησης του φίλου μου είναι μεγαλύτερο απ’ το δικό μου, εγώ προτίμησα να είμαι πιο επιφυλακτικός. Και τούτο όχι επειδή είχα αμφιβολίες για την επιτυχία του συλλαλητηρίου. Η επιφύλαξή μου είχε να κάνει με το κατά πόσο μπορούν οι αντιδράσεις του ελληνικού λαού να αλλάξουν τη ροή γεωπολιτικών ζητημάτων στα οποία εμπλέκονται δυνάμεις με την ισχύ των Η.Π.Α και της Ε.Ε.


Εκτίμησή μου είναι ότι, όπως δείχνουν να εξελίσσονται τα πράγματα, η επίτευξη μιας λύσης του ζητήματος που να είναι ιστορικά δίκαιη και να ανταποκρίνεται στα θέλω του ελληνικού λαού, φαντάζει δύσκολη. Οι λόγοι που με κάνουν να καταλήγω σ’ αυτό το συμπέρασμα είναι οι εξής. Πρώτον, πολλοί ισχυροί γεωπολιτικοί παίχτες έχουν προετοιμάσει την εκκόλαψη αυτού του ζητήματος ήδη από τα μισά του περασμένου αιώνα και τώρα δοκιμάζουν για μια ακόμη φορά να συλλέξουν τους καρπούς της μακροχρόνιας δουλειάς τους. Δεύτερον, η αμφισβήτηση της ελληνικότητας της Μακεδονίας (αλλά και της βυζαντινής εποχής) είναι θεμελιώδες στοιχείο της αντίληψης των πραγμάτων του δυτικού φιλελευθερισμού (γι αυτό το θέμα θα υπάρξει σχετικό άρθρο σε μελλοντική έκδοση της λέσχης μας), καθώς επίσης και δεδομένο που έχει χρησιμοποιηθεί γεωπολιτικά κατά το παρελθόν από σλαβικές δυνάμεις. Τρίτον, οι πολιτικές, οι οικονομικές και οι δημοσιογραφικές ελίτ της χώρας μας αποτελούν, από τον 19ο αιώνα μέχρι και τις ημέρες μας, υπαλληλικά όργανα των πρεσβειών ισχυρών κρατών. Έχοντας, λοιπόν, όλα αυτά κατά νου συμπεραίνω ότι το πλαίσιο δυνατοτήτων είναι πολύ στενό για τον ελληνικό παράγοντα. 


Στη συνομιλία που είχα με τον φίλο, ο οποίος συμμετείχε οργανωτικά στο συλλαλητήριο, ανέπτυξα συνοπτικά τις παραπάνω σκέψεις μου. Ωστόσο, φρόντισα να του διευκρινίσω ότι ακόμη κι αν ο αγώνας φαίνεται μάταιος όσον αφορά την διπλωματική έκβαση των πραγμάτων, οφείλουμε να τον δώσουμε με την μεγαλύτερη δυνατή ένταση. Και τούτο, όχι μόνο γιατί θέλω να απολαύσω την εκδήλωση των βαθύτερων γνωρισμάτων της ρομαντικής μου κοσμοαντίληψης αλλά, επειδή πιστεύω ότι είναι εφικτό, μέσα από τον αγώνα αυτό, να προκύψουν οφέλη για την ελληνική κοινωνία.

Πριν περάσω στις προοπτικές που ανοίγονται στο εν Ελλάδι πολιτικό σκηνικό, θέλω να σταθώ αρχικά στο χθεσινό συλλαλητήριο. Το πρώτο σχόλιο που θα κάνω αφορά την Ελληνική Αστυνομία. Η ηγεσία της οποίας φροντίζει πλέον απροκάλυπτα να πείθει ακόμη και τους τελευταίους συντηρητικούς καλοπροαίρετους υποστηρικτές της, πως η αποστολή του εν λόγω σώματος δεν είναι η διατήρηση της δημόσιας τάξης αλλά η διατήρηση της κυριαρχίας των γεωπολιτικών και οικονομικών κατακτητών της χώρας μας. Η χθεσινή ανακοίνωση για τον αριθμό των συμμετεχόντων, όπως κι εκείνη για τους συμμετέχοντες του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης, αποτελούν δυο ακόμη σελίδες ντροπής για το ένστολο αυτό σώμα. Και το γράφω αυτό με θλίψη, έχοντας υπόψη την παράδοση της αστυνομικής και στρατιωτικής οικογένειάς μου. 


Προσωπικά, θα καταλήξω σε ένα συμπέρασμα, όσον αφορά τον όγκο των συμμετεχόντων στο χθεσινό συλλαλητήριο, βάσει των όσων μπόρεσα να δω. Θα περιγράψω, δηλαδή, την προσέλευση στις οδούς που ήμουν και θα συγκρίνω τον κόσμο με αυτόν παλαιότερων διαδηλώσεων, έχοντας πάντα την βοήθεια των φωτογραφιών που τράβηξα.

Λίγα λεπτά πριν την προγραμματισμένη έναρξη των ομιλιών, περπατώντας από το Κουκάκι προς την πλατεία Συντάγματος, βρισκόμουν στο ύψος των στύλων του Ολυμπίου Διός. Εκεί υπήρχαν οι πρώτες συμπαγείς ομάδες των διαδηλωτών, από τις οποίες χρειαζόταν να περάσω ανάμεσα για να προχωρήσω. Θα πρέπει να σημειώσω ότι από το βάθος της Λεωφόρου Συγγρού συνέχιζε να ανεβαίνει πλήθος κόσμου.


Λίγο αργότερα βρισκόμουν στο ύψος του Ζαππείου. Από το σημείο εκείνο και πέρα, η πρόσβαση προς την Βουλή γινόταν σχεδόν αδύνατη. Έτσι, κατέβηκα στην οδό Φιλελλήνων. Ο όγκος των διαδηλωτών ήταν συμπαγής μέχρι την ρωσική εκκλησία ενώ από εκεί και πίσω άρχιζε να αραιώνει.


Προχώρησα προς τα κάτω, με σκοπό να φτάσω στην πλατεία Συντάγματος για να συναντήσω κάποια από τα παιδιά της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Αυτό κατέστη αδύνατο στην αρχή της οδού Φιλελλήνων. Στο σημείο εκείνο η πυκνότητα του κόσμου απέκλειε οποιαδήποτε περαιτέρω προώθηση.


Παρόμοια προσέλευση, στα ίδια περίπου σημεία των Αθηνών, είχα καταγράψει στην συγκέντρωση ενάντια στα μνημονιακά μέτρα της κυβέρνησης Παπαδήμου, η οποία είχε πραγματοποιηθεί τον χειμώνα του 2012. Έπειτα από κάποιες συζητήσεις που είχα κάνει τότε, θυμάμαι πως κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος της επεισοδιακής εκείνης διαδήλωσης ήταν ελαφρώς λιγότερος από μισό εκατομμύριο. Δεν μπορώ να αντιστοιχίσω πλήρως το χθεσινό συλλαλητήριο με εκείνη τη διαδήλωση γιατί οι δρόμοι στους οποίους απλώθηκαν οι διαδηλωτές ήταν διαφορετικοί. Χθες, για παράδειγμα, η γραμμή των διαδηλωτών προεκτάθηκε από τα λουλουδάδικα της Βουλής μέχρι το Χίλτον ενώ υπήρχαν μάζες συγκεντρωμένων στη Σταδίου και στους δρόμους που κατεβαίνουν από το Σύνταγμα στο Μοναστηράκι. Αντίθετα, στη συγκέντρωση του 2012 υπήρχε κόσμος στις οδούς Πανεπιστημίου και Σταδίου. Πάντως, μολονότι η αντιστοίχιση με την παλαιότερη διαδήλωση δεν είναι εύκολη, το γεγονός ότι στους ίδιους περίπου δρόμους συνάντησα παρόμοια πυκνότητα διαδηλωτών, καθώς και το ότι οι δρόμοι στους οποίους απλώθηκε το χθεσινό συλλαλητήριο ήταν περισσότεροι, θεωρώ ότι μπορούν να με οδηγήσουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός των χθεσινών διαδηλωτών ήταν μάλλον μεγαλύτερος από εκείνων του 2012. Πράγμα που σημαίνει ότι για μια ακόμη φορά οι ανακοινώσεις της αστυνομίας, στις οποίες βασίστηκαν κυβερνητικά στελέχη προκειμένου να προβούν σε απαράδεκτες και προκλητικές δηλώσεις, ήταν σκοπίμως παραπλανητικές.


Ωστόσο, τα ευτράπελα της όλης περίπτωσης δεν σταματούν εδώ. Είναι προφανές ότι ο πανικός της κυβέρνησης είναι τέτοιος ώστε όχι μόνο μετατρέπει απροκάλυπτα την αστυνομία σε κομματικό μηχανισμό αλλά και αδυνατεί να συμμαζέψει την αλητεία επιφανών στελεχών της. Δεν θα σταθώ σε γκροτέσκους πολιτικάντηδες τύπου Βερναρδάκη, οι οποίοι δυσκολεύονται να αντιληφθούν τη διαφορά ανάμεσα στην συμπεριφορά που συνεπάγεται το υπουργικό αξίωμα με εκείνη ενός ρεφορμιστή προβοκάτορα μικρού βεληνεκούς. Θα υπογραμμίσω, όμως, το δυσάρεστο γεγονός της προσχώρησης και του υπουργού εξωτερικών στην υιοθέτηση παρόμοιων απαράδεκτων συμπεριφορών.


 Από εκεί και πέρα, όπως είχαμε υποθέσει στο ιστολόγιο της λέσχης μας πριν λίγες ημέρες, άνθρωποι του παλαιού κατεστημένου, με πρώτο όλων τον αισχρότερο των εν Ελλάδι πρωθυπουργών Αντώνη Σαμαρά, δοκίμασαν να πλευρίσουν το συλλαλητήριο. Με καλοστημένες σύντομες εμφανίσεις σε σημεία περικυκλωμένα από ολιγάριθμους ψηφοφόρους τους και όντας σε συνεννόηση με ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, προσπάθησαν να προβάλουν την παρουσία τους. Ευτυχώς, απ’ ότι ενημερώθηκα, μόλις έγιναν αντιληπτοί, μεγάλες ομάδες διαδηλωτών άρχισαν να τους γιουχάρουν. Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν θα ήταν λάθος αν η κατακραυγή γινόταν τόσο ισχυρή ώστε να τους αναγκάσει να χωθούν στις τρύπες τους ακόμη συντομότερα απ’ ότι το έκαναν.


Κλείνοντας, θα σταθώ στις προοπτικές που οι δυο αυτές παλλαϊκές κινητοποιήσεις μπορούν να ανοίξουν στο πολιτικό τοπίο του τόπου. Αναμφίβολα, αυτό που γίνεται προφανές είναι πως όσοι ενεπλάκησαν στις οργανώσεις των δυο συλλαλητηρίων έκαναν εξαιρετική δουλειά. Μολονότι διαφωνώ με τις επιλογές ορισμένων ομιλητών, οφείλουμε άπαντες να αναγνωρίσουμε πως πραγματοποιήθηκαν δυο συγκεντρώσεις, πρωτόγνωρης μαζικότητας για τα τελευταία έξι χρόνια, οι οποίες κύλησαν σε γενικές γραμμές ομαλά, δίνοντας ένα ηχηρό μήνυμα στην πολιτική ελίτ από την λαϊκή βάση. Συνεπώς, μέσω των συλλαλητηρίων, εμφανίζεται στο πολιτικό σκηνικό του τόπου μια ομάδα ανθρώπων που διαθέτει εξαιρετικά οργανωτικά χαρίσματα. Θα ήθελα, λοιπόν, να τους συμβουλεύσω να συνεχίσουν τη δράση τους έτσι όπως γνωρίζω ότι έχουν σχεδιάσει και να μην δελεαστούν από τις σειρήνες του κομματισμού. Ο τόπος έχει ανάγκη από λαϊκές, συλλογικές δομές κι από την συνεργασία ικανών ανθρώπων. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν, σε ένα πρώτο στάδιο τουλάχιστον, και πέρα από τα κόμματα.

Ένα ακόμη στοιχείο που επανέφεραν στο προσκήνιο τα συλλαλητήρια, στοιχείο που ήταν ορατό και στις διαδηλώσεις των Αγανακτισμένων του 2012, είναι ότι εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες η συνεργασία επιμέρους κοινωνικών ομάδων μπορεί να αποδώσει καρπούς προς όφελος του έθνους. Στο πεζοδρόμιο αυτό έγινε ορατό, καθώς στις δυο περιπτώσεις εκφράστηκαν αιτήματα της κοινωνικής βάσης χωρίς κουκουλοφόροι και μίσθαρνοι εργατοπατέρες να στρεβλώνουν το νόημα των συγκεντρώσεων. Θεωρώ ότι θα ήταν ευτύχημα αν αυτή η συνεργασία περνούσε και στο πεδίο της ιδεολογίας. Αν αναδύονταν, δηλαδή, ένα ρεύμα από ανθρώπους που με άξονα τον πατριωτισμό θα εργάζονταν προκειμένου να δημιουργηθεί ένα νέο πλέγμα εντύπων, εφημερίδων και εκπομπών, μέσω του οποίου θα έβρισκαν πρόσβαση στην επιφάνεια του κοινωνικού διαλόγου τα αιτήματα της λαϊκής βάσης, που η σημερινή διαβρωμένη mediακή ελίτ αποσιωπά. Ασφαλώς κι αναγνωρίζω ότι οι ιδεολογικές διαφορές θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Ωστόσο, όπως στις διαδηλώσεις, προκειμένου να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος, ένα πλήθος ετερόκλητων ιδεολογικά ανθρώπων μετατρέπεται σε συλλογικό σώμα, έτσι και στο δυνητικό ξεδίπλωμα ενός τέτοιου ρεύματος που θα εργαζόταν στο πεδίο της ιδεολογίας και του πολιτισμού, οι αριστεροί πατριώτες, οι καλοπροαίρετοι συντηρητικοί και οι (μη ακροδεξιοί) ρομαντικοί εθνικιστές θα μπορούσαμε να αναδείξουμε τα λαϊκά αιτήματα, διατηρώντας τις επιμέρους διαφορές αλλά αναγνωρίζοντας ως σημείο αναφοράς μια κοινή βάση. Μια βάση που θα μας έκανε αλληλέγγυους και κοινωνούς ενός συλλογικού αγώνα.

Κοντολογίς, ακόμη κι αν στο επίπεδο της γεωπολιτικής οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές, στο κοινωνικό πεδίο αυτά τα συλλαλητήρια μας δίνουν μετά το 2011 άλλη μια μεγάλη ευκαιρία, προκειμένου να εργαστούμε ώστε να οικοδομηθεί σταδιακά στο εσωτερικό της χώρας μας ένα πρώτο στάδιο της εθνικής της ανεξαρτησίας. 

Εικόνες 1,2,3: Από την αφισοκόλληση της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ, που προηγήθηκε τις προηγούμενες μέρες
Εικόνες 4,5,6,7,8,9: Από το χθεσινό συλλαλητήριο

Ανταπόκριση από την παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Παπαδημητρόπουλου, που κυκλοφορεί υπό τον τίτλο "Εκεί Που Προσγειώθηκε Το Κοράκι "

                                                               του Σταμάτη Μαμούτου 

Την περασμένη Δευτέρα παρουσιάστηκε στον χώρο «Επήρεια-Πολιτισμός» το βιβλίο του καλού μου φίλου Γιάννη Παπαδημητρόπουλου, το οποίο φέρει τον τίτλο Εκεί Που Προσγειώθηκε Το Κοράκι. Το εν λόγω βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Το Δόντι και είναι μια συλλογή από άρθρα και δοκίμια, που αφορούν το πως θα μπορούσαν να συνδεθούν με την τουριστική ανάπτυξη διάφορες θεματικές της λογοτεχνίας του φανταστικού. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο ο Γιάννης Παπαδημητρόπουλος χρησιμοποιεί την άρτια επιστημονική του μεθοδολογία, προκειμένου να καταλήξει στην πρόκριση συγκεκριμένων τρόπων σύνδεσης της λογοτεχνίας του φανταστικού -αλλά και εν γένει των ελληνικών μυθολογικών και λαογραφικών παραδόσεων- με την ψυχαγωγία μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και με το πεδίο του τουρισμού. 


Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν η Λήδα Τσενέ (επικοινωνιολόγος Ph.D, καθηγήτρια του Ανοικτού Παν/μίου και μέλος της επιτροπής διοργάνωσης του φεστιβάλ ComicDom) και ο Όμηρος Τσάπαλος (σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας). Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε η Ίλια Βασιλοπούλου (συνεργάτιδα της εταιρίας Διεθνείς Σχέσεις Πολιτισμού) ενώ συντονιστής ήταν ο δημοσιογράφος Κώστας Χρήστου.


Το πρώτο θετικό στοιχείο της εκδήλωσης που οφείλω να καταγράψω ήταν ο πολύς κόσμος που την παρακολούθησε. Μάλιστα, η προσέλευση ήταν τόσο μεγάλη ώστε όσοι προσήλθαμε με χρονική καθυστέρηση αναγκαστήκαμε να την παρακολουθήσουμε όρθιοι. Ασφαλώς, ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, βρίσκονταν γνωστοί Αθηναίοι συγγραφείς, αρθρογράφοι και αναγνώστες της κοινότητας του ελληνικού φανταστικού.

Ωστόσο, το σημαντικότερο μέρος της εκδήλωσης ήταν αυτό των ομιλιών. Η συγκεκριμένη ήταν μια από τις λίγες εκδηλώσεις που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια, που οι ομιλητές ήταν καταρτισμένοι πάνω στις θεματικές τις οποίες ανέπτυξαν και τα όσα ειπώθηκαν μπορούν πράγματι να αποτελούσουν αφορμές για την ανάπτυξη περαιτέρω προβληματισμών.


Μια από τις προτάσεις που περιλαμβάνει το βιβλίο του Γιάννη Παπαδημητρόπουλου, και η οποία συζητήθηκε, είναι η δημιουργία ενός θεματικού πάρκου (αντίστοιχου με εκείνου της γαλλικής Disneyland), που να βασίζεται στην ελληνική μυθολογία. Βάσει των όσων είπαν οι ομιλητές, πριν από λίγα χρόνια, κάποιοι επιχειρηματίες που ζουν στο εξωτερικό είχαν καταθέσει αυτή την πρόταση, η οποία δεν προχώρησε λόγω εμποδίων που όρθωσε η γραφειοκρατία του ελλαδικού κράτους. Επίσης, όπως μας ενημέρωσε ο ένας ομιλητής, η παραγωγή της τηλεοπτικής σειράς του Game of Thrones είχε ζητήσει να γυρίσει κάποιες σκηνές στην Ελλάδα, πριν καταλήξει στην Κροατία, αλλά και πάλι οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες αγνόησαν το αίτημα. Βάσει κάποιων υπολογισμών, το οικονομικό ποσό που θα εισέρεε στην χώρα, αν είχαν προχωρήσει αυτές και κάποιες ακόμη σχετικές συνεργασίες, θα αντιστοιχούσε σε εκείνο δυο μνημονίων.

Μετά τα όσα αναφέρθηκαν, διαπίστωσα ότι στο κοινό δημιουργήθηκε μια δικαιολογημένη τάση κατάκρισης της αρτηριοσκληρωτικής γραφειοκρατίας του ελλαδικού δημοσίου. Επίσης, υπήρξαν και κάποιοι σαφείς υπαινιγμοί για την κρατικιστική νοοτροπία της Αριστεράς, η οποία, μέσω της ιδεολογικής της κυριαρχίας  σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, εμπόδισε -και εμποδίζει- την προοπτική μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων. Σαφώς, όλα τα παραπάνω έχουν βάση. Ωστόσο, εγώ θέλω να προβάλω μια ένσταση. Και το κάνω αυτό έχοντας προσωπική εμπειρία αντιμετώπισης δυσκολιών στην διοργάνωση εκδηλώσεων, που απαιτούσαν την υποστήριξη ή την έγκριση κρατικών φορέων.


Καταρχάς, εκτιμώ ότι αρκετές από τις διαπιστώσεις για την λειτουργία του ελλαδικού κράτους και για τις ιδεολογικές στοχεύσεις της Αριστεράς είναι βάσιμες και με βρίσκουν σύμφωνο. Θέλω, όμως, να προειδοποιήσω ότι το πέρασμα σε μια κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα (και μάλιστα στο πεδίο του πολιτισμού) είναι κάτι που φρονώ ότι θα οδηγήσει σε εξίσου αρνητικό αποτέλεσμα αλλά από διαφορετικό δρόμο. Μπορεί η κρατική γραφειοκρατία να ψαλιδίζει το ενεργό πολιτιστικό δυναμικό της χώρας μας, παρεμποδίζοντας κάποιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες απ’ το να γίνουν πράξη. Αλλά από την άλλη, παρατηρώντας τις διεθνείς εξελίξεις, διαπιστώνω ότι στις χώρες που υφίσταται κυριαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου και της Δεξιάς ιδεολογικής γραμμής, το ενεργό πολιτιστικό δυναμικό αποψιλώνεται και πάλι. Σε αυτές τις περιπτώσεις το αρνητικό αποτέλεσμα δεν προκύπτει λόγω της παρεμπόδισης πρωτοβουλιών μα λόγω της έλλειψης αισθητικής, που συνεπάγεται η λογική της κουλτούρας του αγοραίου φιλελευθερισμού.

Επιπλέον, είμαι εξαιρετικά δύσπιστος προς το επιχείρημα που θέλει τον ελεύθερο ανταγωνισμό να συνεπάγεται και τη βελτίωση των υπηρεσιών. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, και μάλιστα στις προεκτάσεις της που αφορούν το πεδίο του πολιτισμού, που καθιστούν αυτή μου την επιφύλαξη όλο και πιο ισχυρή. Το χαρακτηριστικότερο εξ αυτών εκτιμώ ότι είναι εκείνο των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών. Όσοι έχουν καλή μνήμη, αλλά κι εκείνοι που διαθέτουν λίγη υπομονή προκειμένου να αναζητήσουν και να δουν στο διαδίκτυο παλαιότερες εκπομπές της δημόσιας τηλεόρασης, θα μπορέσουν, συγκρίνοντάς τις με εκείνες της ιδιωτικής, να αντιληφθούν τις διαφορές. Στο πλαίσιο της δημόσιας τηλεόρασης μια δυνητικά καλή διοίκηση, που θα αντιλαμβανόταν και θα σεβόταν τη σημασία του δημοσίου καθήκοντός της, θα είχε να αντιμετωπίσει τον λεβιάθαν της κομματοκρατίας που υποβιβάζει το δημόσιο μέσο σε χώρο βολέματος ημετέρων και σε όργανο κυβερνητικής έκφρασης. Ωστόσο, από την άλλη, σε έναν «λάκκο» όπως αυτό της ιδιωτικής ελληνικής τηλεόρασης, είναι αναμφίβολο πως η οποιαδήποτε ποιοτική πρωτοβουλία προορίζεται να πνιγεί από τους εναγκαλισμούς μιας Λερναίας Ύδρας πολλαπλών κι επικαλυπτόμενων συμφερόντων και κερδοσκοπικών δεσμεύσεων.  

Όσον αφορά, τώρα, τις κακές νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν πρακτικές του δημόσιου βίου της χώρας μας, φρονώ πως πρόκειται για κάτι που υπερβαίνει την κρατικιστική κουλτούρα. Μπορώ να θυμηθώ ορισμένες περιπτώσεις εκδηλώσεων της fantasy pop culture με ιδιωτικό υπόβαθρο, που κατάφεραν να πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα ξεπερνώντας τα διάφορα εμπόδια. Σε αυτές τις περιπτώσεις έχουν καταγραφεί διαφόρων ειδών παθογένειες. Για παράδειγμα, υπάρχουν φεστιβάλ comics και φανταστικής λογοτεχνίας, που οι διοργανωτές τους απορρίπτουν εκθέτες (κάποιοι εκ των οποίων έχουν μεγάλη ιστορία στον χώρο), για λόγους που μόνο εκείνοι γνωρίζουν. Επίσης, πολυθεματικά φεστιβάλ του φανταστικού, που πραγματοποιούνται σε μεγάλα στάδια με πολλές χιλιάδες επισκέπτες -και προς τιμή των διοργανωτών δεν απορρίπτουν κανέναν εκθέτη-, μπορεί στο οικονομικό σκέλος να είναι πετυχημένα και να μεγαλώνουν την αγορά των προϊόντων του φανταστικού, εντούτοις στο καθαρά πολιτιστικό πεδίο δεν προσφέρουν τίποτε παραπάνω από μια αναπαραγωγή τωνmediaκών προτύπων της εποχής μας. 

 Στο θέμα της ανικανότητας να καταστούν εκμεταλλεύσιμες επιπλέον πολιτιστικές δυνατότητες της χώρας μας λόγω της ύπαρξης πολιτικών σκοπιμοτήτων, εγώ θα πρότεινα να διευρυνθεί το πεδίο της έρευνας πέρα από τον ιδεολογικό παράγοντα και στον γεωπολιτικό. Όπως πολύ σωστά επισήμανε ο ένας ομιλητής, τα χρήματα που θα εισέρεαν στην χώρα, αν κάποιες ιδέες είχαν υλοποιηθεί, θα ήταν περίπου τα ίδια με εκείνα δυο μνημονίων. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν οι γεωπολιτικοί παίχτες που έχουν κάθε συμφέρον να παραμείνουν τα μνημόνια στην Ελλάδα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς, θα επέτρεπαν στην χώρα μας να αποκτήσει μια τόσο μεγάλη πηγή εσόδων.

Προκειμένου να μην κατηγορηθώ ως εκφραστής θεωριών συνωμοσίας, θέλω να θυμίσω ότι, μέχρι πριν λίγα χρόνια, όλες οι έρευνες που αναφέρονταν στην ύπαρξη ενεργειακών κοιτασμάτων στους ελληνικούς θαλάσσιους χώρους είτε δεν λαμβάνονταν υπόψη είτε διακωμωδούνταν. Όταν, όμως, οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί επέτρεψαν σε κάποιες ισχυρές χώρες να δουν σοβαρά την εν λόγω περίπτωση, ξαφνικά οι παλαιότερες έρευνες δικαιώθηκαν. Ασφαλώς, αυτό δεν συνέβη γιατί έτσι αποφάσισε το αδύναμο ελλαδικό κράτος αλλά γιατί οι ισχυροί γεωπολιτικοί «εταίροι» του, του επέτρεψαν να το κάνει. Φρονώ, λοιπόν, πως οποιαδήποτε πρωτοβουλία μπορεί να αλλάξει τους, ακριβείς μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της περιοχής -προσδίδοντας δυναμική στην ελληνική κοινωνία και ευκολίες στο ελλαδικό κράτος, οι οποίες δεν προβλέπονται από τους γεωπολιτικούς μας επιστάτες- θα συναντά πάντοτε εμπόδια, που φαινομενικά θα ορθώνει το ελλαδικό κράτος αλλά που θα έχουν σχεδιάσει άλλοι.

Και βέβαια, αν συνέχιζα να ερευνώ τα εμπόδια που συναντά κάθε προσπάθεια η οποία αφορά το πολιτιστικό πεδίο του «Φανταστικoύ» δεν θα σταματούσα εδώ. Όπως πολύ σωστά ανέφεραν οι ομιλητές, για πολλά χρόνια, η λογοτεχνία του φανταστικού εθεωρείτο από το «πνευματικό» στερέωμα της Ελλάδας ως ένας παιδικός και παραλογοτεχνικός κλάδος. Εγώ θα συμπληρώσω υπενθυμίζοντας δυο ακόμη παθογένειες. Πρώτον, οι αναφορές στην μυθολογία μας αντιμετωπίζονταν για πολλά χρόνια με σκεπτικισμό από τους θεμελιωμένους στον ελλαδικό πνευματικό κόσμο θρησκευτικούς κύκλους. Και, δεύτερον, αντίστροφα, οι λαογραφικές αναφορές στον πλούσιο πολιτιστικά ελληνικό μεσαίωνα και στα νεότερα χρόνια, προσέκρουαν στο τείχος του κατεστημένου των αρχαιοπρεπών κλασικιστών. Κοντολογίς, το πεδίο του «Φανταστικού», κονιορτοποιήθηκε για πολλά χρόνια στις συμπληγάδες νοοτροπιών που ανάγονταν στον αντι-ρομαντισμό του μεταπολεμικού ελλαδικού πολιτιστικού κατεστημένου.


Προσωπικά, λοιπόν, εκτιμώ ότι βάσει των όσων έχω αναφέρει μπορούν να εξαχθούν κάποια βασικά συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα είναι γεγονός ότι η οξειδωμένη γραφειοκρατία του ελλαδικού κράτους αποτελεί σαφώς ανασταλτικό παράγοντα για την πραγματοποίηση πρωτοβουλιών στο πεδίο του πολιτισμού, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν σημαντικά τουριστικά οφέλη. Ασφαλώς, αυτή η κρατική συμπεριφορά έχει να κάνει και με την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, που έλαβε χώρα κατά την εποχή της μεταπολίτευσης. Δεν θα πρέπει, όμως, να μένουμε αποκλειστικά στις ευθύνες της Αριστεράς. Εξάλλου, το ελλαδικό κράτος παρουσίαζε τις ίδιες παθογένειες και πολύ παλαιότερα, σε εποχές που δεν υπήρχε καμιά αριστερή ιδεολογική ηγεμονία. Σε εποχές που υπήρχε, όμως, η ίδια γεωπολιτική επιτήρηση της χώρας μας και μάλιστα από χώρες οι οποίες υπερασπίζονταν (και υπερασπίζονται) τον Δεξιό φιλελευθερισμό, κι όχι κάποιο σοσιαλιστικό ιδεολογικό σχήμα. Επίσης, οι παθογένειες αυτές δεν είχαν να κάνουν μόνο με τον τρόπο λειτουργίας του κράτους αλλά ξεπηδούσαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και συνδέονταν με εγκαθιδρυμένες «πνευματικές» ελίτ αλλά και διάχυτες αντιλήψεις.

Για να επιστρέψω στο κύριο ζητούμενο της συζήτησης, από την μεριά μου, ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα καταστεί σαφές πως ανάμεσα στον οξειδωμένο γραφειοκρατικό κρατισμό (ο οποίος μαστίζεται από τις λογικές των πολιτιστικών επιχορηγήσεων στους ημέτερους της κάθε κυβέρνησης), και στην ιδιωτική πρωτοβουλία του μεγάλου κεφαλαίου (που μόνο αγοραίες αντιλήψεις προσφέρει στο πολιτιστικό γίγνεσθαι), μπορεί να υπάρξει ένας τρίτος δρόμος. Όπως, ασφαλώς, μπορεί να αναδυθεί ένας τρίτος πολιτικός δρόμος πέρα από το δίπολο της Αριστεράς και της Δεξιάς. Ο άτεγκτος κρατισμός πνίγει τις πρωτοβουλίες αλλά και το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να φέρει καμιά εγγύηση για ζητήματα ηθικής και αισθητικής αρτιότητας.

Εκτίμησή μου είναι ότι αρκετές πολιτιστικές δραστηριότητες χρειάζονται την ώθηση μιας συλλογικής δυναμικής για να έρθουν στο προσκήνιο. Και, βέβαια, το συλλογικό μπορεί να σημαίνει ότι είναι δημόσιο, ότι αφορά τον «δήμο» δηλαδή, χωρίς να είναι κρατικό. Η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αν τέτοιες προσπάθειες γίνει εφικτό να συνδεθούν με ευρύτερες συλλογικές δομές που δεν έχουν κρατικό χαρακτήρα, θα μπορούμε να ελπίζουμε στην ανάπτυξη μιας δυναμικής, ευνοϊκής για ανάταση του εν Ελλάδι, σχετιζόμενου με το «Φανταστικό», πολιτισμού. Αν μου ζητούσε κανείς να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα του απαντούσα να κάνει λίγη υπομονή και να παρακολουθήσει τις επόμενες κινήσεις της λέσχης μας. Εφόσον ευοδωθούν, θα αντιληφθεί τι ακριβώς εννοώ. 


Συμπερασματικά, επιστρέφοντας στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου που φέρει τον τίτλο Εκεί Που Προσγειώθηκε Το Κοράκι, το οποίο έχει γραφτεί από το Γιάννη Παπαδημητρόπουλο, θα αποφανθώ ότι αποτέλεσε μια από τις πλέον ουσιαστικές και επιτυχημένες που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Αν μη τι άλλο, αυτά που ειπώθηκαν τροφοδότησαν τις σκέψεις ενός ευρύτερου προβληματισμού. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να γίνονται οι παρουσιάσεις. ¨Ένας λόγος ο οποίος,  δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια δείχνει να έχει ξεχαστεί, χαμένος στον κυκεώνα των ανούσιων «δημοσιοσχεσίτικων» πρακτικών, που έχουν απλωθεί στο γίγνεσθαι του εκδοτικού στερεώματος. Η συγκεκριμένη εκδήλωση, λοιπόν, ήταν το ακριβώς αντίθετό τους. Με σωστό συντονισμό, με ομιλητές που γνώριζαν πολύ καλά το θέμα της ομιλίας τους και με έναν συγγραφέα ευγενέστατο, γεμάτο ιδέες και πρόθυμο να συζητήσει το κάθε ερώτημα που έθεσαν οι ακροατές.

Διαβάστε το βιβλίο το Γιάννη. Το προτείνω ανεπιφύλακτα. Απ’ όσα έχω προαναφέρει, φρονώ ότι μπορεί κανείς να αντιληφθεί το γιατί.

Εικόνες 2,3,4,5:από την εκδήλωση στον χώρο Επήρεια-Πολιτισμός στο Παγκράτι. 
Εικόνα 6: Στο παλιό studio του rockmachine.gr, με τον Γιάννη Παπαδημητρόπουλο καλεσμένο σε παλαιότερη εκπομπή μου.