Θεόφιλος Γκωτιέ-Jettatura, εκδόσεις Λαβύρινθος

                                          παρουσίαση βιβλίου από τον Σταμάτη Μαμούτο

Ένα από τα γνωρίσματα της ρομαντικής σκέψης, στην αντιπαράθεσή της με τον υλιστικό ορθολογισμό του Διαφωτισμού, ήταν και η υπεράσπιση των προκαταλήψεων. Για τους φιλελεύθερους διαφωτιστές του 17ου και του 18ου αιώνα, οι προκαταλήψεις θεωρούνταν πνευματικές αγκυλώσεις σε ξεπερασμένους τρόπους σκέψης του παρελθόντος. Αντίθετα, για τους παραδοσιοκράτες ρομαντικούς οι προκαταλήψεις θα έπρεπε να εξεταστούν με πιο προσεκτικό τρόπο, ως συνοψισμένα συμπεράσματα μιας λαϊκής και παραδοσιακής σοφίας. Η αντιπαράθεση των ρομαντικών με τους φιλελεύθερους διαφωτιστές πάνω στο θέμα των προκαταλήψεων, εκδηλώθηκε ξεκάθαρα στο πεδίο του πολιτικού στοχασμού από τον 18ο αιώνα. Και, ασφαλώς, συνεχίζεται από τους επιγόνους τους μέχρι και σήμερα.

Ένας εκ των σημαντικότερων θεωρητικών του πολιτικού Ρομαντισμού, ο Έντμουντ Μπερκ, χτυπώντας τον ατομικιστικά ορθολογιστικό πυρήνα της αντίληψης των φιλελεύθερων διαφωτιστών, υποστήριξε στο μνημειώδες έργο του Reflections On The French Revolution οf 1789ότι «η προκατάληψη παρέχει το πρότυπο απόφασης και δράσης, ανατρέχοντας στην κεκτημένη εμπειρία του παρελθόντος. Μας δίνει κατεύθυνση και προσανατολισμό την ίδια στιγμή που ο αφηρημένος στοχασμός θα μας εγκλώβιζε σε μια απροσδιόριστη κατάσταση και θα μας κατηύθυνε σε λάθος απόφαση […] Η προκατάληψη είναι αυτή που δεσμεύει τους ανθρώπους όχι μόνο νοητικά, αλλά και συναισθηματικά, και κατά προέκταση θα λέγαμε ότι καθιστά την κοινή λογική ταυτόσημη με το κοινό αίσθημα[1]».


Ωστόσο, καθώς ο Ρομαντισμός υπήρξε μια πολυσχιδής κοσμοαντίληψη, η ανάλυση της σημασίας των προκαταλήψεων δεν περιορίστηκε στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας. Πολύ ενδιαφέροντα θέματα, που σχετίστηκαν με την ρομαντική αντίληψη σχετικά με τις προκαταλήψεις, παρουσιάστηκαν και στο πλαίσιο του λογοτεχνικού Ρομαντισμού, Ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα που διαλέγεται με αυτό το θέμα είναι το Jettatura του Θεόφιλου Γκωτιέ. Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε κυκλοφορήσει αρχικά στα ελληνικά το 1919 από τις εκδόσεις του Πέτρου Στωικού, με τον τίτλο Το Κακό Μάτι.

Επρόκειτο για μια μνημειώδη δουλειά που είχε ξεχαστεί, μέχρι που οι εκδόσεις Λαβύρινθος την ανακάλυψαν και αποφάσισαν να την επανακυκλοφορήσουν πριν λίγους μήνες, κάνοντας μια απαραίτητη προσαρμογή σε μια πιο σύγχρονη ορθογραφία, αλλά διατηρώντας κατά τα άλλα την εξαιρετική μετάφραση του Στωικού απαράλλαχτη.  


Το Jettatura είναι μια νουβέλα ρομαντικού, υπερφυσικού τρόμου. Η υπόθεση του έργου μας μεταφέρει στη Νάπολη του 19ου αιώνα. Εκεί όπου ένας νεαρός Γάλλος, καλής καταγωγής, καταφθάνει για θερινές διακοπές συνοδεύοντας την Αγγλίδα αρραβωνιαστικιά του και τον θείο της. Οι τρεις βορειοευρωπαίοι είναι καλλιεργημένοι και υιοθετούν την ορθολογική αντίληψη του επιστημονικού Διαφωτισμού. Ωστόσο, οι Ναπολιτάνοι ζουν μακριά από το επίκεντρο του Διαφωτισμού και διατηρούν πολλές από τις παραδοσιακές τους δοξασίες.

Σύντομα, το παρουσιαστικό του Γάλλου επισκέπτη προκαλεί ανησυχία στον τοπικό ιταλικό πληθυσμό. Ο νεαρός διαθέτει χαρακτηριστικά προσώπου, τα οποία η τοπική παράδοση έχει συνδέσει με τους ανθρώπους που «έχουν το κακό μάτι». Η ναπολιτάνικη παράδοση θέλει τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί με το «κακό μάτι», να προξενούν άθελά τους καταστροφές σε οτιδήποτε κοιτάξουν επίμονα. Μια σειρά ατυχών γεγονότων, καθώς και η σοβαρή ασθένεια της αρραβωνιαστικιάς του, καθιστούν τον Γάλλο επισκέπτη ανεπιθύμητο στην περιοχή και τον εντάσσουν σταδιακά σε έναν ψυχικό εφιάλτη.

Ο Γκωτιέ περιγράφει με την εξαίσια πένα του την σπονδυλωτή ψυχολογική μετάβαση του νεαρού Γάλλου, από την αρχική ειρωνεία με την οποία αντιμετώπισε αυτές τις κατηγορίες στην δραματική συνειδητοποίηση ότι είναι ανίκανος να αντιπαρέλθει την επιρροή των τοπικών προκαταλήψεων. Σταδιακά, ο πρωταγωνιστής του έργου αρχίζει να ψάχνει το νόημα της παράδοσης του «κακού ματιού». Μετά από την ανακάλυψη ενός σχετικού συγγράμματος σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο, αρχίζει να αμφιταλαντεύεται για την αλήθεια που μπορεί να εμπεριέχει αυτή η τοπική προκατάληψη. Σε κανένα σημείο δεν πείθεται εξολοκλήρου. Ωστόσο, η αμφιταλάντευση είναι ότι χειρότερο μπορεί να του συμβεί, γιατί τον κρατά σε μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στον εφιάλτη και την λύτρωση. Και ο Γκωτιέ γνώριζε καλά πώς να μετατρέπει σε υψηλού επιπέδου λογοτεχνία τρόμου, αυτή την συναισθηματική ρευστότητα.     


Τελικά, η επιδείνωση της υγείας της αρραβωνιαστικιάς του και η αντιμετώπιση που του επιφυλάσσουν οι ντόπιοι με φυλαχτά και κατάρες μόλις τον αντικρύσουν, οδηγούν το νεαρό στην σταδιακή ψυχολογική κατάρρευση. «Μπορεί κανείς να πιστεύει ή να αρνιέται το παν: από μια άποψη το όνειρο είναι αληθινό όσο και η πραγματικότητα»[2], σημειώνει ο Γκωτιέ.  Ο πρωταγωνιστής του έργου νιώθει να ασφυκτιά ενώ και τα οικεία του πρόσωπα τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Μέχρι και οι ακαδημαϊκά καλλιεργημένοι πλούσιοι Ναπολιτάνοι δεν έχουν αμφιβολία για την ισχύ των προκαταλήψεων.

Σε ένα απόσπασμα που θυμίζει πολύ την παραδοσιοκρατική κριτική που άσκησε ο Έντμουντ Μπερκ στον φιλελεύθερο, ατομικιστικό ορθολογισμό, ο Γκωτιέ βάζει στο στόμα ενός Ιταλού αριστοκράτη τα εξής λόγια: «Όταν χιλιάδες άνθρωποι διαμέσου χιλιάδων ετών συμμερίζονται μία άποψη, θα πει προφανώς πως η τόσο γενικά αποδεκτή αυτή άποψη στηρίζεται πάνω σε επαληθευμένα γεγονότα, πάνω σε μία μεγάλη σειρά παρατηρήσεων που τα πράγματα δεν μπόρεσαν να διαψεύσουν…δύσκολα μπορώ να πιστέψω, όσο κολακευτική κι αν είναι η γνώμη που πιθανόν να έχω για τον εαυτό μου τον ίδιο, πως τόσοι άνθρωποι, που οι περισσότεροί τους μάλιστα ήταν διάσημοι, μορφωμένοι, σοφοί, έσφαλαν ασυγχώρητα και πως μόνο εγώ δε σφάλλω…»[3] .

Στο τέλος, μετά από έντονη ψυχολογική πάλη, έπειτα από συζητήσεις, περιπέτειες στους δρόμους της Νάπολης και μονομαχίες με αντιπάλους μέχρι θανάτου, ο Γάλλος αποδέχεται την ισχύ των προκαταλήψεων. Σε εκείνο το σημείο είναι προφανής η συσχέτισή του με το βυρωνικό πρότυπο του καταραμένου ήρωα. Αλλά και η επιρροή των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών είναι εμφανής, όταν ο Γάλλος αποφασίζει να καθαρθεί με τον πιο επώδυνο τρόπο από την κατάρα του «κακού ματιού», που κουβαλά εκ γενετής άθελά του. Η μοίρα έχει τα δικά της σχέδια και η θυσία, όσο μεγάλη κι αν είναι, πολλές φορές δεν αρκεί.


Ασφαλώς, εκτός από την ενδιαφέρουσα υπόθεση, ο Γκωτιέ αξίζει να διαβαστεί και για το ύφος του. Πρόκειται για το στυλ γραψίματος με τις γλαφυρές περιγραφές τοπίων και φυσικών μοτίβων, που υιοθέτησαν αργότερα όλοι οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας κατά τον 20οαιώνα. Όπως είχα πει και στην ραδιοφωνική εκπομπή που παρουσίαζα παλαιότερα, θέλοντας να κάνω μια άτυπη αντιστοίχιση, θεωρώ ότι σε όσους αρέσουν συγγραφείς υπερφυσικού τρόμου όπως ο Λάβκραφτ και ο Μάχεν, αν δεν έχουν διαβάσει ρομαντικούς λογοτέχνες όπως ο Χόφμαν και ο Γκωτιέ, είναι σα να ακούνε νεώτερο heavy metal χωρίς να γνωρίζουν τους Black Sabbath, τους Uriah Heep και τους Rainbow. Στα συν του βιβλίου και η υπέροχη εικονογράφηση ορισμένων σελίδων από τον FCourboin.

Ο Ρομαντισμός υπήρξε το κίνημα που προκάλεσε έναν πολιτισμικό σεισμό στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Και, μολονότι, η «πολιτική ορθότητα» της εποχής μας επιχειρεί συχνά να σκιάσει τη σημασία της πολιτικής του θεωρίας, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη σημασία του Ρομαντισμού για το παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Η δυναμική του Ρομαντισμού υπήρξε κοσμογονική για την ευρωπαϊκή ιστορία. Και περιγραφές όπως η παρακάτω του Γκωτιέ, φαίνεται πως είναι εμβαπτισμένες σε αυτή την κοσμογονία.

«Τα μαύρα σύννεφα, σαν τείχη της κόλασης, ράγιζαν και άφηναν ανάμεσα από τις σχισμές τους να φαίνεται το φλογισμένο καμίνι των αστραπών. Θειάφινες λάμψεις, αποτυφλωτικές φώτιζαν το άπειρο [..] Οι αραγμένες βάρκες χτυπούσαν η μία την άλλη, αναδίνοντας πένθιμους κρότους, και τα τεντωμένα σκοινιά έτριζαν θρηνητικά. Σε λίγο ξέσπασε κι η βροχή και τα υδάτινα νήματά της σφύριζαν σαν βέλη. Θα ‘λεγε κανείς πώς το χάος ήθελε να πάρει πίσω την πλάση και ν’ ανακατέψει εκ νέου τα στοιχεία[4]».  
  
Διαβάστε το Jettatura του Θεόφιλου Γκωτιέ και απολαύστε μια ατμοσφαιρική περιήγηση στο σκοτεινό βασίλειο της ρομαντικής φανταστικής λογοτεχνίας.


[1]Σωτήρης Βανδώρος, Εισαγωγή στις Πολιτικές Ιδεολογίες, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, kallipos.gr, ΣΕΑΒ, 2015, σελ. 58.
[2] Θεόφιλου Γκωτιέ, Jettatura, μετφρ. Πέτρος Στωικός, Λαβύρινθος, Αθήνα, 2018, σελ.92.
[3] Θεόφιλου Γκωτιέ, Jettatura, μετφρ. Πέτρος Στωικός, Λαβύρινθος, Αθήνα, 2018, σελ.70-71.
[4] Θεόφιλου Γκωτιέ, Jettatura, μετφρ. Πέτρος Στωικός, Λαβύρινθος, Αθήνα, 2018, σελ.165-166.

Ραδιοφωνική συνέντευξη του ζωγράφου/ψηφιακού καλλιτέχνη Κώστα Νικέλλη στον Σταμάτη Μαμούτο



Ο δημιουργός ψηφιακών έργων ζωγραφικής Κώστας Νικέλλης μιλά στον Σταμάτη Μαμούτο και στον Γιάννη Παπαδημητρόπουλο για το έργο του, για τις καλλιτεχνικές του επιρροές και για τη σχέση του με τον σκληρό ήχο

Χρήστος Ζυγομαλάς- Η Μπαλάντα της Πλατείας

                                          Παρουσίαση βιβλίου από τον Σταμάτη Μαμούτο

Εδώ και κάποια χρόνια, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, διακατέχομαι συχνά από την τάση να ανατρέχω στα δρώμενα των εποχών του παλαιού rock κινήματος. Συνέπεια αυτής μου της τάσης είναι να εστιάζω στην ανάγνωση βιβλίων που έχουν περιεχόμενο σχετιζόμενο με τηνrock κουλτούρα. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και Η Μπαλάντα της Πλατείας, του Χρήστου Ζυγομαλά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ComiconRenieri.


Ο Χρήστος Ζυγομαλάς είναι μουσικός, ποιητής και καλλιτέχνης. Εδώ και δεκαετίες αποτελεί ένα από τα πρόσωπα των κύκλων που συγκροτούν τα ολιγομελή avant garde καλλιτεχνικά ρεύματα της χώρας μας. Ασφαλώς, στον χώρο της ελληνικής μουσικής έγινε κυρίως γνωστός ως ο βασικός συνεργάτης του Νικόλα Άσιμου. Μολονότι οι τακτικοί αναγνώστες των εντύπων της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας θα έχουν ήδη αντιληφθεί ότι ο Ζυγομαλάς κινείται ιδεολογικά και καλλιτεχνικά σε ατραπούς αντίθετες απ’ τις δικές μου, η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να γνωριστούμε μια βραδιά.

Ήμουν ακόμη ραδιοφωνικός παραγωγός του rockmachine.gr κι όπως είχα πει σε κάποιες εκπομπές, οι τακτικοί ακροατές και οι αναγνώστες μου καλό θα ήταν να λάμβαναν υπόψη τους τον δεύτερο προσωπικό δίσκο του Κώστα Τουρνά, που φέρει τον τίτλο Αστρόνειρα. ΤαΑστρόνειρα βασίζονται στιχουργικά εξολοκλήρου σε θεματικές της επιστημονικής φαντασίας. Αλλά και σε ό,τι αφορά το μουσικό του ύφος, αυτός ο δίσκος περιλαμβάνει ορισμένες συνθετικές στιγμές στις οποίες το prog rock ρίχνει γέφυρες προς αυτό που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως hard rock ή προδρομικό heavy metal. Θέλησα, λοιπόν, να φέρω στην εκπομπή μου τον Κώστα Τουρνά για μια συνέντευξη, η οποία θα επικεντρωνόταν σ’ αυτή την κυκλοφορία. Και συγκεκριμένα, σκέφτηκα να του το προτείνω έπειτα από μια συναυλία που θα έδινε στο Κύτταρο. Δεν γνώριζα, όμως, πως θα έπρεπε να κινηθώ για να προσεγγίσω έναν τόσο αναγνωρισμένο μουσικό, τον οποίο μάλιστα οι πληροφορίες μου ήθελαν να αποφεύγει τις συνεντεύξεις τα τελευταία χρόνια.  

Σκέφτηκα λοιπόν να ζητήσω τη γνώμη του φίλου μου του Σάκη, ο οποίος έχει ζήσει τα δρώμενα του ελληνικού rock κινήματος απ’ τη δεκαετία του ‘60. Εκείνος βρισκόταν σ’ ένα ουζερί και μου πρότεινε να περάσω από εκεί προκειμένου να του εξηγήσω τι ακριβώς ήθελα. Σε λίγη ώρα είχα φτάσει. Διαπίστωσα τότε ότι στην παρέα του κάθονταν κι άλλοι «μεγάλοι παλαιοί» της ελληνικής κοινότητας του rock. Μάλιστα, ήταν άνθρωποι με ιστορία στο αναρχικό κίνημα. Όταν τους είπα τι σκεφτόμουν μου έδωσαν οδηγίες για τα πρόσωπα που θα έπρεπε να συναντήσω στο Κύτταρο, ώστε να εξασφαλίσω μια προσωπική επαφή με τον δημοφιλή μουσικό που αναζητούσα.

Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αλλά έχω τη συνήθεια να μην κρύβω την ιδεολογική μου ταυτότητα. Ακόμη κι αν όλος ο κόσμος πειστεί περί του αντιθέτου εγώ, μέσα απ’ την προσωπική μου ματιά, θα αναγνωρίζω στον ρομαντικό εθνικισμό -έτσι όπως πρωτοπαρουσιάστηκε ως πολιτική θεωρία κατά τον 18ο αιώνα από τον Γ.Γ. Χέρντερ κι όπως αναπτύχθηκε από μεταγενέστερους στοχαστές σαν τον Άνταμ Μύλλερ, τον Μωρρίς Μπαρρές και τον Ίων Δραγούμη- την αρτιότερη πρόταση οργάνωσης του δημόσιου βίου, η οποία εμπεριέχει την πιο ειλικρινή κατάφαση της ανθρώπινης ουσίας. Όταν, λοιπόν, η κουβέντα τα έφερε έτσι ώστε να αναπτύξω αυτές μου τις θέσεις στην ομήγυρη, είδα ματιές να στρέφονται πάνω μου γεμάτες ερωτηματικά και θυμάμαι ότι η συζήτηση συνεχίστηκε με πολύ ενδιαφέρον.

Κατά την εξέλιξή της αναπτύχθηκε μια αμοιβαία εκτίμηση ανάμεσα σ’ εμένα και στον Γιάννη Π., έναν από τους ακτιβιστές που συμμετείχαν στην κατάληψη του χημείου το 1985. Ως πολιτικό επιστήμονα με εντυπωσίασε το εξής. Έχοντας ζήσει μια δύσκολη ζωή και δίχως να διαθέτει ακαδημαϊκή θεωρητική κατάρτιση, ο Γιάννης όντας μεσήλικας, ήταν σε θέση να αναπτύξει μαζί μου μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για θέματα της πολιτικής ανθρωπολογίας του Ρουσώ ενώ συνάμα παρέμενε αταλάντευτα συνεπής αγωνιστής του πολιτικού του χώρου.

Λίγο αργότερα ήρθε στο τραπέζι μας ένας ακόμη παλιός ροκάς. Ήταν ο Χρήστος Ζυγομαλάς, τον οποίο μου σύστησαν ως συνεργάτη του Νικόλα Άσιμου. Ο Χρήστος μας ενημέρωσε ότι είχε αρχίσει να γράφει ένα βιβλίο, στο οποίο ανέτρεχε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 προκειμένου να περιγράψει πως η πλατεία των Εξαρχείων έγινε το επίκεντρο του αθηναϊκού αναρχικού κινήματος, αλλά και με ποιο τρόπο το αναρχικό κίνημα συνδέθηκε με καλλιτεχνικές και μουσικές ομάδες. Στην ουσία επρόκειτο για ένα βιβλίο, που θα αποτελούσε μια αυτοβιογραφική πολιτισμική χαρτογράφηση της ιστορίας των Εξαρχείων από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι και τις αρχές εκείνης του ’90.


Γρήγορα διαπίστωσα πως ο Χρηστάρας ήταν ένας πολύ φιλικός, «αιώνιος έφηβος», που γούσταρε τον ξέφρενο τρόπο ζωής των παλιώνrock stars. Αν και δεν ήταν αυστηρός με τις πολιτικές διαστάσεις των ιδεολογικών του αναφορών κι έδειχνε να εστιάζει περισσότερο στην ελευθεριότητα της προσωπικής του ζωής, αποτέλεσε κι αυτός έναν ιστορικό ακτιβιστή με διαρκή παρουσία στον αναρχικό χώρο. Θα έλεγα ότι ο Χρήστος μάλλον αντιλαμβάνεται τον αναρχισμό περισσότερο ως πολιτική κουλτούρα, παρά ως ιδεολογία. Ενδεχομένως γι αυτό, προσεγγίζει με πολύ σεβασμό πτυχές της ελληνικής ταυτότητας και της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.

Εκείνο το βράδυ, έχοντας έρθει με χρονική καθυστέρηση στην παρέα μας, δεν είχε ακούσει την αρχική ιδεολογική μου τοποθέτηση. Ωστόσο, από τα συμφραζόμενα της συζήτησης που συνεχιζόταν, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι κάτι παράξενο συνέβαινε με την περίπτωσή μου. Τον θυμάμαι, λοιπόν, να μου μιλά με περιέργεια προκειμένου να διαπιστώσει «που την πήγαινα τη δουλειά». Δεν ξέρω αν τελικά τα κατάφερε. Σε μεγάλες παρέες συχνά ο λόγος περνά γρήγορα από τον έναν στον άλλο και η εστίαση της συζήτησης αλλάζει συνεχώς κέντρα. Κι εκείνο το βράδυ είχαμε να πούμε πολλά.

Λίγες ώρες αργότερα αποχαιρέτησα την όμορφη παρέα. Γύρισα στην Καλλιθέα συνοδευόμενος απ’ τον Χρήστο, ο οποίος ζει στην ίδια συνοικία με μένα. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής τον θυμάμαι να μου μιλά για την οικογένειά του, για μια φορά που είχε πλακωθεί στο ξύλο με τον Άσιμο σε ένα party γεμάτο με «πανκιά» και skinheads, καθώς επίσης και για έναν παλιό του έρωτα που άκουγε στο όνομα Ιωάννα. Όταν χωριστήκαμε συμφωνήσαμε να ξανασυναντηθούμε για μια ακόμη οινοποσία, αλλά δυστυχώς αυτό δεν έγινε εφικτό.

Την επόμενη μέρα, ακολουθώντας τις συμβουλές των «μεγάλων παλαιών», κατάφερα να συναντήσω τον Κώστα Τουρνά στα καμαρίνια του Κυττάρου. Μετά από μια ολιγόλεπτη συζήτηση ανταλλάξαμε τηλεφωνικούς αριθμούς. Θυμάμαι ότι μιλήσουμε μια-δυο φορές στο τηλέφωνο. Δεν κατάφερα, όμως, να τον πείσω να έρθει για μια ραδιοφωνική συνέντευξη στο studio του rockmachine.gr. Τουλάχιστον, ενάμιση χρόνο αργότερα, ενημερώθηκα ότι ο Χρήστος Ζυγομαλάς είδε το βιβλίο για το οποίο μας είχε μιλήσει εκείνη τη βραδιά να κυκλοφορεί. Ασφαλώς, φρόντισα να το προμηθευτώ άμεσα.

Εισερχόμενος στα του βιβλίου το πρώτο σχόλιο που μπορώ να κάνω για την Μπαλάντα της Πλατείας είναι ότι αποτελεί ένα αυτοβιογραφικό έργο, το οποίο έχει γραφτεί με πάθος και θέρμη που κάνουν τον αναγνώστη να το διαβάσει απνευστί. Μολονότι είναι σχετικά πολυσέλιδο διαβάζεται πολύ γρήγορα και το κόστος του είναι σε λογική τιμή. Θα πρέπει, βέβαια, να σημειώσω ότι ο Ζυγομαλάς δεν κάνει μια καταγραφή των πολιτιστικών δρώμενων που είχαν ως επίκεντρο την πλατεία Εξαρχείων, βασιζόμενος σε μια επιστημολογικά επεξεργασμένη μέθοδο. Αυτό έχει ως συνέπεια το κείμενο να αποκτά έναν πολύ προσωπικό περιγραφικό τόνο. Οι διάφορες ιδεολογικές ομαδώσεις του αθηναϊκού αναρχισμού, τα καλλιτεχνικά και τα μουσικά ρεύματα, φανερώνονται στο γραπτό του όχι υπό τη μορφή μιας λεπτομερούς ιστορικής ή κοινωνιολογικής μελέτης, αλλά μέσα από το πρίσμα της δικής του οπτικής, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα προσωπικά του βιώματα. Ωστόσο, αυτό είναι το γνώρισμα της γραφής του που κάνει το κείμενο να πάλλεται από ζωντάνια. Κι όσον αφορά την ιστορική γνώση που προσφέρει είναι δεδομένη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ασχέτως αν ρέει χωρίς αυστηρές οριοθετήσεις μέσα απ’ τη ζωντάνια της αφήγησης.


Αν θα έπρεπε να αναφέρω κάποια στοιχεία του βιβλίου που είναι υπό συζήτηση, θα στεκόμουν αρχικά στο λεξιλόγιο κι έπειτα στην έμφαση που δίνει ο συγγραφέας στο «εγώ» του. Το λεξιλόγιο του Ζυγομαλά ενσωματώνει πολλές φράσεις του συρμού και του «δρόμου». Αυτό κάνει το κείμενο να δείχνει πολύ ζωντανό σε όσους έχουμε ζήσει τα πεζοδρομιακά δρώμενα του rock κινήματος. Δεν ξέρω, όμως, αν μπορεί να αφομοιωθεί εύκολα από τον μέσο αναγνώστη. Οφείλω, πάντως, να διευκρινίσω ότι το θέμα του πεζοδρομιακού λεξιλογίου αντισταθμίζεται απ’ την εγκαρδιότητα που αποπνέει ο γραπτός λόγος του Χρήστου. Από την άλλη, σε ότι έχει να κάνει με την έμφαση στο «εγώ», ο Ζυγομαλάς θα μπορούσε να αποφύγει κάποιες από τις αναφορές σε πολύ προσωπικά περιστατικά, σε ερωτικές περιπέτειες και άλλα σχετικά. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία δεν μειώνουν επ’ ουδενί την τέρψη που προκαλεί η ανάγνωση της Μπαλάντας.

Όσον αφορά τα περιεχόμενα του βιβλίου, οι παλαιότεροι θα θυμηθούν και οι νεότεροι θα μάθουν πως ένα τμήμα της αθηναϊκής νεολαίας των 70’s που εστίαζε στις μουσικές φόρμες του artprogressive και ψυχεδελικού rock, του rhythm and blues και της country, συνοδευόμενο από κάποιους underground ντανταϊστές και σουρεαλιστές λογοτέχνες, μετακινήθηκε απ’ τα στέκια της Πλάκας στην πλατεία των Εξαρχείων. Ο Ζυγομαλάς αναφέρεται επίσης στους «κύκλους» των Χρήστου Κωνσταντινίδη, Νίκου Μπαλή, Τεό Ρόμβου και Νικόλα Άσιμου, που αποτέλεσαν τις πρώτες ομάδες των αναρχικών οι οποίες εγκαταστάθηκαν στα καφενεία και τα πεζοδρόμια της πλατείας Εξαρχείων. Παραθέτει λεπτομέρειες για συναυλίες της εποχής, αναφέρεται στη σχέση του με μουσικούς όπως ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Γιάννης Γιοκαρίνης και ο Παύλος Σιδηρόπουλος, περιγράφει τον κοινοβιακό τρόπο ζωής των ελευθεριακών της δεκαετίας του ’70 και κάνει λόγο για πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στα πεζοδρομιακά δρώμενα της εποχής όπως ο «Ντάτουρας», ο «Βαρώνος» και ο «Καρχαρίας». Ακόμη μνημονεύει underground καλλιτέχνες και μουσικούς, όπως ο αείμνηστος φίλος μου από την ελληνική κοινότητα του φανταστικού ο Μάριος Μεγαπάνος (η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα γιατί ο Χρήστος δεν ανέφερε και το επώνυμο του Μάριου στις σελίδες του βιβλίου) και ο Άρης το «βαμπίρ», σχολιάζει το ζήτημα των ναρκωτικών και το πώς συνδέθηκαν με την rock κουλτούρα, θυμίζει τις πρώτες καταλήψεις αθηναϊκών κτιρίων απ’ τους αναρχικούς, περιγράφει την αλλαγή φρουράς στα δρώμενα της πλατείας κατά τη δεκαετία του ’80 και την επακόλουθη ανάπτυξη της κουλτούρας της βίας, αναφέρεται στην έλευση του punk και του new wave ενώ κάνει λόγο ακόμη και για την εμφάνιση των εθνικιστών skinheads.   

Ο Χρήστος περιγράφει τους ιδεολογικούς του αντιπάλους εθνικιστές punks με μελανά χρώματα, ωστόσο δεν θέλει να αδικήσει κανέναν. Παραδέχεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχαν κερδίσει σε συμπλοκές τους αναρχικούς και τους αριστερούς μέσα στα Εξάρχεια. Επίσης, αποφεύγοντας να τσουβαλιάσει πρόσωπα και καταστάσεις δεν διστάζει να περιγράψει έντιμα έναν skinhead, τον οποίο θεωρούσε ικανό να συγκρατεί τους υπόλοιπους από πεζοδρομιακές βιαιότητες. Η συγκεκριμένη αναφορά ομολογώ ότι με χαροποίησε, καθώς γνωρίζω αυτό τον «σκινά» κοντά τριάντα χρόνια.  

Ωστόσο, το θέμα του βιβλίου που νομίζω ότι θα προκαλέσει συζητήσεις είναι η περιγραφή της ζωής του Νικόλα Άσιμου. Όντας μέλος τωνExarchia Square Band κι έχοντας ζήσει την καθημερινότητα του «καπετανάτου της Αραχώβης», ο Ζυγομαλάς αναφέρεται στη ζωή του Άσιμου με τις αντιφάσεις και τις κορυφώσεις της. Ο Άσιμος που περιγράφει ο Ζυγομαλάς πόρρω απέχει απ’ το  σύμβολο του «καταραμένου ποιητή-τροβαδούρου», το οποίο κατασκεύασε η αριστερή πτυχή της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας μετά τον θάνατό του. Αντιθέτως ο Νικόλας Άσιμος στις σελίδες ετούτου του βιβλίου περιγράφεται ως ένας άνθρωπος με βαθιές αναζητήσεις στις οποίες σπανίως βρίσκει τους προορισμούς που αναζητά, αλλά που στις ατέρμονες διαδρομές αυτών των αναζητήσεων αφήνει τα διαχρονικά μουσικά του ίχνη.


Ο Ζυγομαλάς αποτελεί έναν από τους Έλληνες μουσικούς της δεκαετίας του’70, που ξεκίνησε από το rock αλλά συνδέθηκε με πολλά μουσικά ρεύματα. Εντελώς κόντρα στην δική μου αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο ο οποίος λαμβάνει μέρος ενεργά στα πολιτιστικά δρώμενα να αφοσιώνεται σε συγκεκριμένα πεδία, ο Χρήστος, όντας συμβατός με την ελευθεριακή του οπτική, έπαιξε blues-rock, ρεμπέτικο, μπαλάντες με πολιτικό περιεχόμενο, ακόμη και new wave. Όλα αυτά αναφέρονται στο βιβλίο του, ανάμεσα στα πολλά που χαρακτήρισαν εκείνες τις περασμένες εποχές.

Συμπερασματικά προτείνω ανεπιφύλακτα την Μπαλάντα της Πλατείας ως ένα από τα πιο απολαυστικά αναγνώσματα του φετινού καλοκαιριού. Ασφαλώς, τα παιδιά του κύκλου της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας θα συναντήσουν στις σελίδες του εν λόγω βιβλίου αναφορές σε ιδέες και συμπεριφορές διαφορετικές απ’ τις δικές μας. Αυτό, όμως, δεν μειώνει την αξία του ως αναγνώσματος. Στην τελική, είμαι σίγουρος ότι μέσα απ’ τις σελίδες αυτού του βιβλίου θα καταστεί σαφές ότι σε ένα πεδίο βαθύτερο από εκείνο των ιδεολογικών διαφορών υπάρχει μια κοινή ρομαντική ψυχική ορμή προς τη ζωή, η οποία χαρακτήριζε εκείνες τις παλαιότερες γενιές και την οποία οι τελευταίοι «αέναοι έφηβοι» προσπαθούμε να  μεταδώσουμε στους νεότερους, μέσω της μύησης στον μαγικό κόσμο του rockn’ roll.

Ανταπόκριση από τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για το μακεδονικό: Παρασκευή 15/6/2018 και Σαββάτο 16/6/2018

                                                           του Σταμάτη Μαμούτου

Ανάμικτα συναισθήματα και εντυπώσεις μου άφησε το συλλαλητήριο κατά της συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο στην πλατεία Συντάγματος. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Όπως είχα γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση, τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό που πραγματοποιήθηκαν το χειμώνα ήταν εξαιρετικά επιτυχημένα. Και τούτο όχι μόνο γιατί κατάφεραν να κινητοποιήσουν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου. Αλλά γιατί, ταυτόχρονα, έδωσαν την ευκαιρία σε κάποιους ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους και ανθρώπους με δημόσιο λόγο να τοποθετηθούν εκφράζοντας εθνοκεντρικές θέσεις. Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, στο πεδίο του λόγου και των ιδεών υπήρξε αντίπαλο δέος στην μακροχρόνια και άνευ αντιλόγου κυριαρχία του διεθνισμού (φιλελεύθερου ή μαρξιστικού).

Είχα σημειώσει τότε ότι παρουσιαζόταν μια χρυσή ευκαιρία. Μολονότι οι προοπτικές της επιτυχίας του αιτήματος να μην χρησιμοποιήσουν τα Σκόπια το όνομα Μακεδονία ήταν μικρές γιατί οι γεωπολιτικοί παίκτες του δυτικού παράγοντα δούλευαν νυχθημερόν εναντίον των ελληνικών συμφερόντων, μέσα από τα συλλαλητήρια δινόταν η ευκαιρία σε ένα δίκτυο ανθρώπων να οργανώσουν σε μια αρχική βάση τη λαϊκή μας άμυνα. Αυτό θα γινόταν εφικτό αν το δίκτυο των ακαδημαϊκών, των ανθρώπων της αγοράς, των δημοσιογράφων και των ομάδων του παραδοσιοκρατικού χώρου που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις, έβρισκε έναν δίαυλο συνεννόησης κι οργάνωνε, ως μια «ελίτ αξιών», τις λαϊκές αντιδράσεις στις διάφορες μεθοδεύσεις των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης. Γιατί, ασφαλώς, δεν είναι μόνο το μακεδονικό για το οποίο οι εθνικά σκεπτόμενοι Έλληνες οφείλουμε να αντιδράσουμε. Υπάρχει πληθώρα πολιτικών επιλογών του εξουσιαστικού συστήματος τις οποίες πρέπει να παρεμποδίσουμε απ’ το να γίνουν πράξη.

Ωστόσο, πρακτικά αποδείχτηκε δύσκολο για ορισμένους να αποτινάξουν τα αστικά τους κατάλοιπα. Όσες φορές κι αν προσπάθησα να προωθήσω αυτή μου την ιδέα σε συνελεύσεις και συνεδριάσεις (διαφορετικών) ομαδώσεων που είχαν μικρή ή μεγάλη οργανωτική συμμετοχή στα συλλαλητήρια, μολονότι η πρότασή μου υπερψηφιζόταν από την πλειοψηφία, προσέκρουα πάνω στη δίψα ορισμένων (οι οποίοι είχαν κομβικό ρόλο στο όλο θέμα) να «σώσουν την Ελλάδα, δημιουργώντας νέα κομματικά σχήματα». Μάταια αγωνίστηκα να εξηγήσω ότι δεν αρκούσαν τα συλλαλητήρια και πως έπρεπε να γίνουν επιπλέον δράσεις (όπως εκδηλώσεις, ντοκιμαντέρ κ.α) προκειμένου να κρατήσουμε το μακεδονικό ζήτημα ζωντανό στη συνείδηση του κόσμου. Μάταια δοκίμασα να τους κάνω να αντιληφθούν ότι όσο εκείνοι ονειρεύονταν νέα κόμματα, ο Τσίπρας, η Μέρκελ και οι Η.Π.Α προχωρούσαν στην υλοποίηση των σχεδιασμών τους. Μάταια επιχείρησα να τους πείσω ότι προκειμένου να αντιδράσει ο κόσμος χρειάζεται να τον κινητοποιήσει μια ισχυρή δομή ενώ σήμερα τα κόμματα και οι κυβερνήσεις, λόγω της παγκοσμιοποίησης, έχουν απολέσει μεγάλο μέρος της παλιότερης εξουσιαστικής τους δυναμικής. Όταν εξέθετα τις απόψεις μου οι περισσότεροι συμφωνούσαν. Στο τέλος, όμως, κάποιο «αόρατο χέρι» παρενέβαινε και οι προτάσεις μου δεν υλοποιούνταν.

Δυστυχώς επιβεβαιώθηκα στο περιστατικό της απώθησης του Μπουτάρη από την εκδήλωση για τα θύματα της ποντιακής γενοκτονίας. Το περιστατικό το οποίο οδήγησε σε συλλήψεις είκοσι αγανακτισμένων συμπολιτών μας, που πάνω στον εκνευρισμό τους απάντησαν στις προκλήσεις του Μπουτάρη με τον γνωστό τρόπο. Ρώτησα τότε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το εκτενές δίκτυο των ανθρώπων που αναπτύχθηκε γύρω από τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό αναλάμβανε εκ νέου δράση. Κι αν, εξοστρακίζοντας όσους ονειρεύονται βουλευτικές καρέκλες, οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι κρατούσαν το δίκτυο ενεργό και αποφάσιζαν να στείλουν δυο δικηγόρους προκειμένου να αναλάβουν τους συλληφθέντες δωρεάν. Κι αν κάποιοι ακαδημαϊκοί ή δημοσιογράφοι που είχαν τοποθετηθεί σωστά για το μακεδονικό, έγραφαν σε εφημερίδες μαζικής κυκλοφορίας άρθρα στα οποία μολονότι θα καταδίκαζαν την βία, θα καταδείκνυαν παράλληλα τη δικαιολογημένη αγανάκτηση εκείνων που επιτέθηκαν στον Μπουτάρη. Κι αν τέλος οι συλληφθέντες είχαν την συμπαράσταση πολλών από εμάς έξω από το δικαστήριο. 

Πως θα ένιωθαν τότε οι συλληφθέντες αλλά και οι υπόλοιποι που ήταν παρόντες; Δεν θα είχαν την ασφαλή αίσθηση ενός υπόβαθρου στο οποίο θα μπορούσαν να στηριχτούν και να συνεχίσουν την λαϊκή αντίσταση ενάντια στο κατεστημένο του εξουσιαστικού διεθνισμού; Ασφαλώς και θα την είχαν. Αντ’ αυτού, τι συμβαίνει σήμερα; Είναι ακάλυπτοι και αβοήθητοι, είναι αναγκασμένοι να κάνουν δηλώσεις μετάνοιας και να βιώνουν την πίεση των οικογενειών τους για το λάθος να εμπλακούν σε κάτι που δεν μπορούν να στηρίξουν. Υπό αυτές τις συνθήκες πόσο πιθανό είναι να συμμετάσχουν ξανά σε κάποιες αντισυστημικές πρωτοβουλίες, τόσο αυτοί όσο και οι υπόλοιποι που ήταν παρόντες σε εκείνη την εκδήλωση; Μάλλον λίγες. Αποτέλεσε το εν λόγω περιστατικό και η έλλειψη υποστήριξης των συλληφθέντων ένα παράδειγμα που κάνει όσους έχουν την πρόθεση να συγκρουστούν με την εξουσιαστική ελίτ να το ξανασκεφτούν; Σαφώς και ναι. Είναι, λοιπόν, δυνατό υπό αυτές τις συνθήκες να προκύψει κάτι καλό για την ελληνική κοινωνία και να μπορέσει η λαϊκή βάση να υπερασπιστεί εθνικά ωφέλιμες επιλογές; Σίγουρα όχι.

Εφόσον υφίσταται αυτή η αδράνεια και δεν έγινε εφικτό να κεφαλαιοποιήσουμε τις διαδηλώσεις για το μακεδονικό ο Τσίπρας προχώρησε γρήγορα στη συμφωνία με τον Ζάεφ. Από την μεριά του κόσμου που αντιδρά σε αυτή τη συμφωνία οι πρώτες κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με οργανωτική επιτυχία σε πόλεις της επαρχίας. Δεν γνωρίζω, όμως, αν ο κατακερματισμός των διαδηλώσεων ήταν σωστή μέθοδος πίεσης προς την κυβέρνηση. Από την άλλη, ίσως ήταν ο κατάλληλος τρόπος ώστε ορισμένοι να κάνουν πρόβες σε διαφορετικά εκλογικά ακροατήρια….

Κάπως έτσι καταλήξαμε στην πρώτη μικρή συγκέντρωση διαμαρτυρίας που έγινε την Παρασκευή στην πλατεία Συντάγματος και στην μεγάλη που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο. Η αλήθεια είναι ότι οι συνθήκες πριν τις διαδηλώσεις δεν ήταν ευοίωνες. Πρώτον γιατί έχουν συμβεί όλα όσα αναφέρω πιο πάνω. Δεύτερον γιατί έχουν προκύψει κάποιες ρωγμές ανάμεσα στις οργανωτικές ομάδες των συλλαλητηρίων, με αποτέλεσμα την έλλειψη σωστού συντονισμού. Και τρίτον γιατί οι δυο πρόσφατες συγκεντρώσεις ανακοινώθηκαν αμέσως μετά την πρόταση μομφής της Νέας Δημοκρατίας, πράγμα που έδωσε την ευκαιρία στο εν λόγω αντεθνικό κόμμα να τις παρουσιάσει ως ευκαιρίες πίεσης για την επίτευξη των σκοπών του.


Έχοντας αυτά ως δεδομένα εκτιμώ ότι η προσέλευση του κόσμου, που το Σάββατο ήταν αρκετός ώστε να γεμίσει όλο το πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος, τον προαύλιο χώρο του άγνωστου στρατιώτη και τον δρόμο, ήταν σχετικά ικανοποιητική. Ασφαλώς θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερη. Ωστόσο, ένας φίλος μου επισήμανε ότι η συγκέντρωση του Σαββάτου ήταν πολύ μεγαλύτερη από τις προεκλογικές συγκεντρώσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ κι αυτό λέει πολλά.


Την Παρασκευή η συγκέντρωση ήταν μικρότερη. Στην πλήρη της έκταση μάζεψε γύρω στα τετρακόσια άτομα. Όταν έφτασα στον χώρο συνάντησα διάσπαρτους πυρήνες από γνωστές ομάδες. Στο πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος ήταν ο κύκλος του Μίκη Θεοδωράκη. Ακριβώς απέναντι, στο προαύλιο του άγνωστου στρατιώτη, βρισκόταν ένας πυρήνας της κίνησης ΑΡΔΗΝ. Εκατέρωθεν υπήρχαν εκπρόσωποι εθνικιστικών ομάδων ενώ μεγάλη παρουσία είχαν και σύλλογοι εκκλησιαστικών οργανώσεων.


Το Σάββατο η προσέλευση του κόσμου ήταν ικανοποιητική. Γύρω στις εφτά το απόγευμα, όταν οι συγκεντρωμένοι άρχισαν να πληθαίνουν, χωρίς καμιά αφορμή, η αστυνομία ξεκίνησε τη ρίψη δακρυγόνων. Ακολουθώντας τη γνωστή της τακτική να υπηρετεί τα συμφέροντα οποιοδήποτε άλλου εκτός του ελληνικού λαού, με τις συνεχείς ρίψεις κατάφερε να διώξει αρκετό κόσμο από την συγκέντρωση και να στείλει μερικούς διαδηλωτές που είχαν αναπνευστικά προβλήματα στο νοσοκομείο. 


Η τακτική αυτή εφαρμόστηκε αρκετές φορές ώστε να τρομοκρατήσει τους συγκεντρωμένους των μεγαλύτερων ηλικιών. Μόλις ο στόχος επετεύχθη και στη συγκέντρωση απέμεινε γύρω στις 5.000 κόσμος, τα πνεύματα ηρέμησαν. Δεν υπήρχε πλέον κανένας λόγος από τη μεριά της εξουσίας να προκαλέσει επεισόδια. Από τις οκτώ μέχρι τις εννιά και μισή η συγκέντρωση συνεχίστηκε δίχως αστυνομικές επιθέσεις.


Ωστόσο μόλις μαθεύτηκε ότι εντός του κοινοβουλίου όλα κύλησαν ομαλά για την κυβέρνηση, μια ομάδα εβδομήντα περίπου νεαρών, που κινούνταν αυτόνομα και δεν είχαν σχέση με κανένα κόμμα και καμιά οργάνωση από όσες συμμετείχαν στη συγκέντρωση, άρχισε να πετροβολά τις αστυνομικές δυνάμεις. Η σύγκρουση αυτή διήρκεσε κοντά μια ώρα. Οι αστυνομικοί δεν επιτέθηκαν. Απλώς συνέχισαν να εκτοξεύουν χημικά με αποτέλεσμα να πνίξουν την πλατεία στα ασφυξιογόνα αέρια και η συγκέντρωση σταδιακά να διαλυθεί μετά τις δέκα και μισή.


Σε αυτό το σημείο προέκυψε ένα θέμα που έχει νόημα να συζητηθεί. Υπήρξαν διαδηλωτές οι οποίοι στήριξαν τους νεαρούς που ξεκίνησαν τον πετροπόλεμο, αντιλαμβανόμενοι την αγανάκτησή τους. Ωστόσο οι περισσότεροι είχαν αρνητική στάση και θεώρησαν την πρακτική αυτή ως προβοκάτσια που εξυπηρέτησε την κυβέρνηση. Η δική μου θέση βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο.


Έχοντας άμεση οπτική επαφή μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση οι πιτσιρικάδες αυτοί να ήταν συνειδητοί προβοκάτορες. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης με τα ΜΑΤ, οι νεαροί έριξαν ένα καπνογόνο και μια φωτοβολίδα. Όλα τα υπόλοιπα πολεμοφόδιά τους ήταν απλώς πέτρες και αντικείμενα που μάζευαν απ’ το δρόμο. Κάποιος, λοιπόν, που είναι συνειδητός προβοκάτορας πηγαίνει σε διαδηλώσεις διαθέτοντας πυροτεχνήματα, οικοδομικά και κηπουρικά υλικά, καθώς και άλλα εξαρτήματα, προκειμένου να κάνει φθορές και να χτυπηθεί με τους εξοπλισμένους αστυνομικούς. Σε ένα σύνολο εβδομήντα ανθρώπων όταν οι εξήντα δεν έχουν ούτε κράνη, ούτε ρόπαλα, ούτε μολότοφ κι απλώς βγάζουν τις μπλούζες τους και τις χρησιμοποιούν ως μαντήλια για να προστατευτούν απ’ τα δακρυγόνα, θεωρώ ότι είναι αστείο να μιλάμε για απεσταλμένους προβοκάτορες. Εξαιρώντας γύρω στα δέκα άτομα που έπαιξαν πιο κομβικό ρόλο, οι υπόλοιποι ήταν προφανές ότι αποτελούσαν εφήβους και παιδιά με εθνικιστικές ιδέες που νιώθοντας να ασφυκτιούν στον κόσμο της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας, ακολούθησαν μια πρακτική που έχουν λανσάρει ιδεολογικοί αντίπαλοι, για να εκτονώσουν τη συσσωρευμένη τους οργή και να ξεσπάσουν.   


Από την άλλη αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η πρακτική, μολονότι προσφέρει εκτόνωση, δεν αποφέρει κανένα πολιτικό κέρδος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα καλύτερα αποτελέσματα διαδηλώσεων, κατά τα τελευταία έτη, προέκυψαν το 2011 από το κίνημα των αγανακτισμένων όταν και δεν υπήρχαν συγκρούσεις. Εύχομαι κάποια στιγμή αυτοί οι πιτσιρικάδες να καταλάβουν ότι ο πολιτικός αγώνας -και ιδίως στο όνομα του εθνικισμού- είναι κάτι πολύ σημαντικότερο από το να επιδεικνύει κανείς στους αντιφάδες πως μπορεί να κρατήσει, όπως κι εκείνοι, τους δρόμους των Αθηνών για λίγη ώρα, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.

Αυτά συνέβησαν, σε γενικές γραμμές, στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκαν στην πλατεία Συντάγματος. Συγκεντρώσεις που από την μια δεν προσέφεραν κάτι καινούργιο, πέρα από την υπεράσπιση της τιμής των Ελλήνων πατριωτών. Αλλά που, από την άλλη, επιβεβαίωσαν ότι υπάρχουν προοπτικές για την ανάπτυξη ενός παραδοσιοκρατικού κοινωνικού ρεύματος. Αρκεί να παραγκωνιστούν από το προσκήνιο οι φορείς των παρωχημένων αντιλήψεων και οι εγκάθετοι της δεξιάς….