Η διφυής παράδοση της ελληνικής κουλτούρας στο ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι ή άλλως, against the modern soccer

Η άθλια εικόνα της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στον αγώνα ενάντια στην Ιταλία σηματοδότησε κάτι από την κατάρρευση της παρούσας κυβέρνησης. Με την ανοχή και την προώθηση του Υφυπουργείου Αθλητισμού, το ελληνικό ποδόσφαιρο, και ασφαλώς, η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, πέρασαν τα τελευταία χρόνια στα χέρια των ανθρώπων που κινούνται στο περιβάλλον γνωστού ιδιοκτήτη ΠΑΕ της Θεσσαλονίκης. Και τα αποτελέσματα είναι ορατά...

Όλα αυτά τα χρόνια που έμεινε στην κυβέρνηση ο Συριζα δεν κατάφερε να χτυπήσει κανένα κατεστημένο. Πέτυχε, απλώς, να αλλάξει ορισμένους από τους διαχειριστές της παρακμής των καιρών μας. Αυτό συνέβη και στο ποδόσφαιρο.

Όσον αφορά τον αγώνα της εθνικής, μπορεί η διαφορά κλάσης από τους Ιταλούς να ήταν ορατή, αλλά δεν θα σταθούμε στο προφανές. Το πιο ανησυχητικό ήταν η όλη ατμόσφαιρα αποσύνθεσης, ημι-παράνοιας και φοβικού επαρχιωτισμού, που ανέδυε συνολικά η αύρα της αποστολής. Αν προσθέσουμε και την ανοργανωσιά στην διανομή των εισιτηρίων (γύρω στις 2000 θεατές μπήκαν στις εξέδρες 20 λεπτά μετά την έναρξη του αγώνα, επειδή στα εκδοτήρια του μεγαλύτερου σταδίου της χώρας υπήρχαν ελάχιστοι υπάλληλοι), φρονούμε ότι γίνεται κατανοητή η όλη κατάσταση.

Στα της κερκίδας τώρα, υπήρχε ένα ευχάριστο κι ένα δυσάρεστο. Το ευχάριστο είναι ότι οι εκατό πιτσιρικάδες που έκαναν εξέδρα, διαπνέονταν από πατριωτικό φρόνημα και τα συνθήματά τους κάλυπταν μια γκάμα, που είχε ως αφετηρία το ποδόσφαιρο και απλωνόταν μέχρι την μνήμη του Κωνσταντίνου Κατσίφα. Αμφιβάλλουμε, όμως, αν οι έφηβοι αυτοί έχουν την παραμικρή ιδέα για το πολιτικό και οικονομικό παρασκήνιο, στο οποίο είναι ναρκοθετημένο το ελληνικό ποδόσφαιρο. Επιπλέον είναι προφανές ότι χρειάζεται περισσότερη οργάνωση και συμμετοχή από μεγαλύτερες ηλικίες, προκειμένου αυτή η μαγιά να αποτελέσει κανονική εξέδρα φανατικών, με σωστές αισθητικές επιλογές και σωστή παρουσία στα γήπεδα.

Το δυσάρεστο, από την άλλη, είναι ότι ο υπόλοιπος κόσμος που παρακολουθεί την εθνική δεν είναι «καθαυτό ποδοσφαιρικός». Δυστυχώς, το life style σύνδρομο του 2004 (όταν και ασχολήθηκαν με το ποδόσφαιρο τα ΜΜΕ του αστικού κατεστημένου και κατάφεραν να αλλοιώσουν τον λαϊκό χαρακτήρα της εξέδρας) είναι ακόμη κυρίαρχο. Μιλώντας για το «σύνδρομο του 2004» δεν εννοούμε ασφαλώς τους οπαδούς που ακολούθησαν την εθνική στην Πορτογαλία (ανάμεσα στους οποίους ήταν και δικά μας παιδιά), αλλά πολλούς εξ όσων συμμετείχαν στο κύμα ενδιαφέροντος για τον αθλητισμό το οποίο σηκώθηκε από τα αστικά M.M.E. εκείνη την εποχή, σε συνδυασμό με την έλευση των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα.  

Διαβάσαμε σε διάφορα sites ότι το ΟΑΚΑ, ακόμη κι αν έχει πολύ κόσμο, δεν θα γίνει ποτέ δυνατή έδρα για την εθνική. Πρόκειται για μισή αλήθεια. Γιατί η άλλη μισή είναι αυτή που προαναφέραμε. Όταν έχεις ένα γήπεδο γεμάτο αστούς, ευρωπαϊστές, που ακολουθούν τις επιταγές του postmodern soccer της UEFA και αρχίζουν να βρίζουν τους φανατικούς πιτσιρικάδες, επειδή πέταξαν ένα καπάκι πλαστικού μπουκαλιού στο ταρτάν, ακόμη και στην Ριζούπολη να παίξουμε έδρα δεν θα έχουμε.

Κατά την δεκαετία του '90, ο Πέτρος Κωστόπουλος έφερε την life style γελοιότητα στα γήπεδα του μπάσκετ. Μοντέλες, φλώροι και κάθε λογής αστικοφιλελεύθερο σκουπίδι άρχισε να συχνάζει στις εξέδρες, προκειμένου να γνωριστεί με κάποιον αθλητή, αλλά και γιατί το μπάσκετ ήταν "in" στην αγοραία λογική τους. Με την έλευση της κυβέρνησης Σημίτη, η παρακμή αυτή απλώθηκε σε όλη την ελληνική κοινωνία. Σταδιακά και στο ποδόσφαιρο.

Ό,τι απέμεινε που να θυμίζει τα παλιά βρίσκεται στα πέταλα των φανατικών. Αλλά κι εκεί, οι διαφορές από τις heavy metal days του παρελθόντος είναι πλέον μεγάλες. Ο αυθορμητισμός έχει αντικατασταθεί από μια οργανωτική δομή συνωμοτικού τύπου. Οι διοικήσεις παίζουν πια τον πρώτο ρόλο. Και οι αισθητικές (στο ντύσιμο, στις μουσικές επιλογές κλπ των πιτσιρικάδων) δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνες του παρελθόντος.

Αν ανατρέξουμε στην γραμματεία του 19ου αιώνα θα διαπιστώσουμε ότι ο θεωρητικός του ελληνικού Ρομαντισμού, Σπυρίδωνας Ζαμπέλιος, είχε υποστηρίξει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν ριζωμένες βαθιά στους αιώνες δυο διαφορετικές κουλτούρες. Η μια είναι αυτή των κυβερνητικών στρωμάτων και η άλλη εκείνη του λαού. Μισό αιώνα αργότερα, ο Ίων Δραγούμης, στα έργα «Όσοι Ζωντανοί» και «Ελληνικός Πολιτισμός», είχε επεκτείνει την ανάλυση του Ζαμπέλιου, υποστηρίζοντας ότι σε αυτή την διαπάλη η κουλτούρα του ελληνικού λαού, στην οποία εδράζονταν τα αυθεντικά στοιχεία του ελληνικού ψυχισμού, θα έπρεπε να εξουδετερώσει την κουλτούρα της «λογιώτατης» ελίτ, η οποία ήταν δυτικότροπη, κοσμοπολιτική και επιδερμικά αστική. Πολλά χρόνια αργότερα ο φιλελεύθερος ακαδημαϊκός Νικηφόρος Διαμαντούρος, έσωσε την δική του εκδοχή πάνω στην διαπάλη των δυο αυτών παραδόσεων από την μεριά της αστικής τάξης. Και υποστήριξε, ακολουθώντας την γραμμή του Κοραή, ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι ρομαντικοί, η αστική και κοσμοπολιτική κουλτούρα της δυτικότροπης ελίτ πρέπει να επικρατήσει στην Ελλάδα εις βάρος της λαϊκής (παρωχημένης, σύμφωνα με την ορολογία του Διαμαντούρου).

Ο προσανατολισμός στον οποίο στρέφεται η ανάλυση του Διαμαντούρου άρχισε να γίνεται πράξη στην Ελλάδα με ταχύτατους ρυθμούς, από την εποχή που η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπέγραψε την συνθήκη του Μάαστριχτ και ενέταξε την χώρα στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, θεμελιώθηκε, με την υποστήριξη των υποκινούμενων από την γερμανική (κυρίως) και την αμερικανική (ασφαλώς) πρεσβεία, τηλεοπτικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, κατά την εποχή των κυβερνήσεων Σημίτη. Έκτοτε, οι κατασκευασμένες «μόδες» που επικρατούν στις τάσεις της ελληνικής κοινωνίας συμπιέζουν και εξαφανίζουν τις συμπεριφορές και τις αισθητικές που έχουν τις καταβολές τους στην λαϊκή ελληνική κουλτούρα και μετατρέπουν την ελληνική κοινωνία, καθημερινά, σε ένα ατομικιστικό και καταναλωτικό μόρφωμα.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι ορατές σε όλο το φάσμα του κοινωνικού μας βίου. Στο γήπεδο, για παράδειγμα, η εξέλιξη αυτή έχει να κάνει με όλες τις αγκυλώσεις του postmodern soccer. Ο καταναλωτισμός, οι συνεχείς αγώνες ακόμη και το καλοκαίρι, η έλλειψη παικτών- συμβόλων για τις ομάδες λόγω των συνεχών μεταγραφών, η έλλειψη εθνικών χαρακτηριστικών στις εντεκάδες των ομάδων, η ποινικοποίηση της οπαδικής κουλτούρας, η βιομηχανοποίηση του τρόπου παιχνιδιού, η έλλειψη φαντασίας, οι απαιτήσεις για καταβολή ταυτοτήτων και ΑΦΜ προκειμένου να πάρει κανείς ένα εισιτήριο και, ασφαλώς, η μετατροπή των κερκίδων από χώρο συνάθροισης ανθρώπων με λαϊκές καταβολές σε πεδία που θυμίζουν θέατρα ή κινηματογράφους.  

Σε όσους υποστηρίζουν με ευχολόγια, λοιπόν, ότι η εθνική ποδοσφαίρου πρέπει να έχει πιο δυνατή έδρα, θα θυμίσουμε όλα τα παραπάνω. Καλό θα είναι να αντιληφθούν, δηλαδή, ότι για να γίνει ένα γήπεδο έδρα δεν αρκεί ένα πέταλο φανατικών. Για παράδειγμα, στο ευρωμπάσκετ του 1987 δεν υπήρχε οργανωμένο πέταλο φανατικών, αλλά το ΣΕΦ ήταν ηφαίστειο. Και τούτο γιατί το λαϊκό στοιχείο ήταν ακόμη δυνατό. Οι Έλληνες της εποχής ήταν διαφορετικοί από τους σημερινούς.

Προκειμένου να θυμηθούμε, λοιπόν, τι συνέβαινε όταν στο γήπεδο σύχναζε ο παλιός λαϊκός κόσμος της Ελλάδας (τότε που τα ιδρυτικά μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. ήμασταν έφηβοι και νεαροί), και για να μάθουν ορισμένοι τυχάρπαστοι της σύγχρονης δημοσιογραφίας αν μπορεί ή όχι το ΟΑΚΑ να γίνει έδρα, ας δούμε το παρακάτω video.


Σχόλια:

ΑνώνυμοςΟ Απείθαρχος  είπε...

Αγαπητή ΦΛΕΦΑΛΟ,
Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον την ανάλυσή σου. Επειδή θυμάμαι αρκετά έντονα τα του ελληνικού ποδοσφαίρου από την δεκαετία του ’80 και έπειτα, θα ήθελα να σου πω την άποψή μου, τόσο για την ποιοτική διαφορά που πλέον εντοπίζουμε στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, από την άποψη της ψυχοσύνθεσης και της εικόνας του κόσμου που πηγαίνει σε αυτά, όσο και για τις αιτίες που η εθνική ομάδα είχε απλά μια αναλαμπή το 2004, και τίποτε παραπέρα…

Για το γεγονός ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν αναπτύχθηκε ποτέ όσο το μπάσκετ, ώστε να πρωταγωνιστεί η εθνική μας στην Ευρώπη, η αιτία ήταν η πολιτική. Το μπάσκετ, παρά την έκρηξή του στην δεκαετία του ’90, ποτέ δεν αποτέλεσε το χρήσιμο εργαλείο για τους εκάστοτε εθνικούς εργολάβους, οι οποίοι, μέσω του ποδοσφαίρου, θα διευκολύνονταν στις δοσοληψίες τους με τα κόμματα εξουσίας. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι το άφησαν στην ησυχία του (αν και τα τελευταία δύο χρόνια, διακρίνω ότι, τελικά, ούτε αυτό θα παραμείνει τελικά όρθιο.)

Και εξηγούμαι, για να πω τι πιστεύω ότι έγινε με το ποδόσφαιρο, και την κοινωνική αλλαγή που συνετελέσθη στις αρχές, αλλά άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα ορατή από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και έπειτα:
Το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1980, έβρισκε το ελληνικό ποδόσφαιρο με τρία δυσαναπλήρωτα κενά: Το ένα ήταν αυτό του Μίμη Δομάδου, το άλλο ήταν αυτό του Μίμη Παπαϊωάννου, και το τρίτο, και ίσως σημαντικότερο, ήταν αυτό του έλληνα Τζώρτζ Μπεστ, του καλλιτέχνη της μπάλας Γιώργου Δεληκάρη. Η πολεοδομία του λεκανοπεδίου είχε αρχίσει να αλλάζει, ενώ άλλαζε και το ποδόσφαιρο που γινόταν ‘επαγγελματικό’ στα χαρτιά. Πλέον, οι αλάνες από τις οποίες ξεπήδησαν οι συγκεκριμένοι θρύλοι γίνονταν όλο και λιγότερες, και αντικαθίστανται από πολυκατοικίες και πεζοδρόμια...Ήταν αδύνατο να έρθει από τον Αργοναύτη ή τους Αμπελόκηπους ένας ποδοσφαιριστής και να γίνει αμέσως ηγέτης σε μια ομάδα όπως ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός…

Ωστόσο, αυτό το κενό, ήρθαν να το καλύψουν τρεις επίσης πολύ μεγάλης κλάσης ποδοσφαιριστές στην δεκαετία του ’80: Ο ένας, ήταν ο εκ Σοβιετικής Ένωσης ορμώμενος, παλιννοστούντας από την Παχτακόρ Τασκένδης, ο θρυλικός Νουρέγιεφ Βασίλης Χατζηπαναγής, ο δεύτερος ήταν ο Θωμάς Μαύρος και ο τρίτος ήταν ο Δημήτρης Σαραβάκος. Οι δύο τελευταίοι προερχόμενοι όχι από μια ομάδα ερασιτεχνική, όπως ο Αργοναύτης ή οι Αμπελόκηποι, αλλά από τον Πανιώνιο, μια ομάδα γνωστή για την αιμοδοσία ταλέντων προς το ελληνικό ποδόσφαιρο. Συνδετικός κρίκος σε αυτές τις δύο φουρνιές υπήρξε ο επίσης μεγάλος, ο αείμνηστος Γιάννης Κυράστας, με θητεία και στους δύο ‘μεγάλους’ του ποδοσφαίρου. Για τον μεν πρώτο, τον Χατζηπαναγή δηλαδή, το ελληνικό κράτος δεν φρόντισε ποτέ πραγματικά να επιδιώξει να ξεπεράσει τα γραφειοκρατικά εμπόδια, ώστε ο Βάσια να καταφέρει να φορέσει τα γαλανόλευκα. Για τον δε δεύτερο, ακόμη αναρωτιέμαι γιατί ένας τέτοιος ποδοσφαιριστής έπαιξε μόλις 36 παιχνίδια με την εθνική μας. Απέμενε ο νεώτερος όλων, ο Δημήτρης Σαραβάκος, ο οποίος έφτασε στα μεγαλύτερα επίπεδα απόδοσης την μοιραία, για την Ελλάδα και το ποδόσφαιρο, διετία, 1987-88.

Ο Παναθηναϊκός της τετραετίας ’84-’88 υπήρξε μία από τις καλύτερες ομάδες στην Ευρώπη, με σχεδόν αμιγώς ελληνική ενδεκάδα. Το άστρο του μεγάλου Σαραβάκου ήταν πραγματικά εκτυφλωτικό, ενώ φυσικά βοηθήθηκε πάρα πολύ και από την παρουσία των επίσης σπουδαίων ξένων που είχε τότε στις τάξεις του το τριφύλλι τότε, των Ζάετς και Ρότσα.

Έχει μείνει πολύ βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των φιλάθλων η πύρινη ατμόσφαιρα που είχαν δημιουργήσει οι οπαδοί του Παναθηναϊκού, στο ματς που αποτέλεσε το ξεκίνημα των μεγάλων επιτυχιών στην Ευρώπη, με την ολλανδική Φέγενορντ, ομάδα με την οποία είχε κλείσει ο Γιόχαν Κρόιφ την καριέρα του, ένα χρόνο νωρίτερα, ως πρωταθλητής Ολλανδίας. Αλλά επίσης, και η αντίστοιχη των οπαδών του Ολυμπιακού, στον αποκλεισμό επί του θρυλικού Αίαντα, ένα χρόνο νωρίτερα.

https://www.youtube.com/watch?v=eR8xUJhWkb4
Το έτος 1987, ο μεγάλος τότε Παναθηναϊκός και ο Σαραβάκος ήταν στο απόγειο της δόξας τους:
Στις 25 Μαρτίου της χρονιάς εκείνης, η εθνική αποσπά ισοπαλία με καταπληκτικό γκολ του Σαραβάκου, μέσα στο Ρότερνταμ από την Ολλανδία των Φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ, Κούμαν, η οποία ένα χρόνο αργότερο θα στεφόταν πρωταθλήτρια Ευρώπης, εκκινώντας, στην ουσία, την δεύτερη μεγάλη φουρνιά του ολλανδικού ποδοσφαίρου μετά από εκείνη του ιπτάμενου Ολλανδού, Γιόχαν Κρόιφ. Έθετε, έτσι, η εθνική μας σοβαρή υποψηφιότητα για να είναι η νικήτρια του ομίλου και να περάσει εκείνη στα τελικά (τότε περνούσε μόνο ο πρώτος του ομίλου), κάτι που ίσως θα άλλαζε την ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Δυστυχώς, το τραγικό αποτέλεσμα της Βουδαπέστης με τους Ούγγρους, αλλά και το συγχωροχάρτι που έδωσε η ευρωπαϊκή ομοσπονδία στους βανδαλισμούς των ολλανδών οπαδών στον αγώνα με την Κύπρο, στέρησαν την ομάδα μας από μια πρόκριση που ίσως άλλαζε το επίπεδό της.

Στο τέλος εκείνης της χρονιάς, ο μεγάλος ‘μικρός’ του ελληνικού ποδοσφαίρου, καταφέρνει τον απόλυτο άθλο: Αποκλείει σχεδόν μόνος του, με το τριφύλλι, την μεγάλη ιταλική Γιουβέντους του Ίαν Ρας, του Μίκαελ Λάουντρουπ και παγκόσμιου πρωταθλητή του ’82, Αντόνιο Καμπρίνι για το Κύπελλο Ουέφα, με δύο μυθικά γκολ, ένα στο ΟΑΚΑ, και ένα στο Τορίνο, και το όνομά του ακούγεται πλέον έντονα για πολλές ιταλικές ομάδες.

Ο Παναθηναϊκός επομένως, βρισκόταν εκείνα τα χρόνια σε μόνιμη ευρωπαϊκή τροχιά, το ζητούμενο, ωστόσο, για τον ανταγωνισμό, που ήταν η προϋπόθεση για να αλλάξει το ποδόσφαιρο επίπεδο, ήταν ο Ολυμπιακός…
Την ίδια περίοδο λοιπόν, από το τέλος του 1987, ο Ολυμπιακός περνούσε την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του, μια κρίση, η οποία είχε αποτέλεσμα την εμφάνιση στο προσκήνιο του Γιώργου Κοσκωτά, ως σωτήρα της ομάδας. Προερχόμενος από τον ερασιτέχνη Παναθηναϊκό (μια λεπτομέρεια που ίσως λίγοι θυμούνται σήμερα), από νωρίς ο Κοσκωτάς, τρόμαξε τους αντίπαλους επιχειρηματίες και εκδότες, αποκτώντας παράλληλα και τεράστιο λαϊκό έρεισμα ως πρόεδρος του Ολυμπιακού. Το καλοκαίρι του 1988 λοιπόν, ο Κοσκωτάς αποφασίζει να αλλάξει το στάτους του ελληνικού ποδοσφαίρου, για τους δικούς του λόγους φυσικά, φέρνοντας στην Ελλάδα τον περιζήτητο τότε στην Μπουντεσλίγκα και το Καμπιονάτο, ‘ξανθό Πλατινί’. Φυσικά μιλάμε για τον Λάγιος Ντέταρι. Το ποσό που δαπανήθηκε για την μεταγραφή αυτή προκαλούσε τότε ίλιγγο, καθώς έφτανε το 1 δις δραχμές και ήταν η δεύτερη ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Μόνο η μεταγραφή του Μαραντόνα στην Νάπολι ήταν ακριβότερη ως τότε (αν δεν με απατά η μνήμη μου).

Ένα μόλις χρόνο μετά από τον θρίαμβο του eurobasket λοιπόν, ο λαϊκός κόσμος του μεγάλου λιμανιού, πλημμύρισε και πάλι, εντελώς αυθόρμητα, τον Πειραιά, αυτή τη φορά για να υποδεχθεί τον μεγάλο Μαγυάρο…Ο Κοσκωτάς, είχε πολύ μεγάλες βλέψεις για του ερυθρόλευκους, για τους δικούς του λόγους φυσικά, όπως είπα…Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν φέρεται να φόρεσε τα ερυθρόλευκα για 15 ημέρες, ο Όλαφ Τον παραδέχτηκε χρόνια αργότερα την δελεαστική πρόταση του Κοσκωτά, αλλά προτίμησε τελικά την Μπάγερν με λιγότερα χρήματα, ενώ το όνομα του Μάρκο Βαν Μπάστεν ακουγόταν πάρα πολύ έντονα, μέχρι και πριν το ευρωπαϊκό του 1988, σαιζόν στην οποία είχε παίξει ελάχιστα, στην πρώτη του χρονιά στη Μίλαν του Μπερλουσκόνι. Όπως επίσης έντονα ακουγόταν, μετά το χρυσό στο euro του ’88 από την Ολλανδία (οπότε και η προσέγγιση του Ολλανδού ήταν πλέον αδύνατη), και αυτό του θρυλικού Πορτογάλου, Πάολο Φούτρε. Για την Ελλάδα, ο Κοσκωτάς, επεφύλασσε, το καλοκαίρι του ’88, την μεγαλύτερη μεταγραφή όλων των εποχών: Πρόσφερε το ιλλιγιώδες ποσό των 600 εκ. δραχμών στον Δημήτρη Σαραβάκο, ώστε να φορέσει τα ερυθρόλευκα…πρόταση που φυσικά ο ‘μικρός’ ήταν αδύνατον να αρνηθεί…
Τον Δεκέμβρη του ’87, ο Κοσκωτάς είχε φροντίσει ωστόσο, με το που ανέλαβε, να ανοίξει την όρεξη των οπαδών, φέρνοντας στην Ελλάδα τον συμπαίκτη του μεγάλου Μαραντόνα στην εθνική Αργεντινής, τον σκόρερ και τροπαιούχο του τελικού του Κόπα Λιμπερταδόρες, και κάτοχο του Διηπειρωτικού Κυπέλλου με την Ρίβερ Πλέητ, τον θρυλικό αλλά αδικοχαμένο, Χουάν Χιλμπέρτο Φούνες. Ενώ από τον ελληνικό χώρο, το καλοκαίρι του ’88, έφερε τον Πειραιά 9 παίκτες από την εθνική ομάδα των ελπίδων, η οποία, λίγους μήνες νωρίτερα, είχε φτάσει στον τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, συντρίβοντας τους Ολλανδούς με 5-0 στον ημιτελικό, και παίζοντας στον τελικό με την Γαλλία του νεαρού τότε Καντονά!

Το Μάϊο του 1988, επομένως, στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας μεταξύ του ανερχόμενου Ολυμπιακού, και του ακόμη πανίσχυρου Παναθηναϊκού, το ΟΑΚΑ πραγματικά φλεγόταν…Οι προσδοκίες ανοίγονταν τεράστιες και για τις δύο ομάδες…Η ατμόσφαιρα εκείνου του τελικού, ο παλμός των φιλάθλων, σε συνάρτηση με τις επερχόμενες προσδοκίες εκατέρωθεν, και το σασπένς του αγώνα, νομίζω δεν πρόκειται να αναπαραχθούν ποτέ ξανά, αποτελούν κάτι το μυθικό για τα σημερινά παγκόσμια δεδομένα…Στα αξιοσημείωτα ότι δεν έγινε το παραμικρό επεισόδιο…

https://www.youtube.com/watch?v=tDGS2Chv58E&t=126s 

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι η ορμή με την οποία ερχόταν ο Κοσκωτάς, μπορούσε να αλλάξει δια παντός το επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου, και να κάνει τις δύο μεγάλες ομάδες πρωταγωνίστριες στο διεθνές στερέωμα, αλλάζοντας έτσι, νομοτελειακά και το επίπεδο της εθνικής ομάδας…
Ενόσω συνέβαιναν όλα αυτά, στην πολιτική, τον Μάρτιο του 1987 συμβαίνει ίσως το μεγαλύτερο γεγονός της δεκαετίας του ’80, που ισχυροποίησε την θέση της Ελλάδας στα Βαλκάνια, αλλά και, ίσως, πανευρωπαϊκά: Οι Τούρκοι αποφασίζουν να στείλουν το Σισμίκ για σεισμικές έρευνες στο Αιγαίο, και τα τύμπανα του πολέμου ηχούσαν μέχρι και το τελευταίο ελληνικό σπίτι: Ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε μια επίδειξη ψυχραιμίας, σιγουριάς, και αποφασιστικότητας, σταματάει μέσω μίας συνέντευξης και μόνο (!) τις ορέξεις των Τούρκων για εξορύξεις στο Αιγαίο! Στη συνέντευξη που μεταδόθηκε από το κρατικό κανάλι, μίλησε για σκληρό μάθημα που ετοιμάζεται να δώσει στους Τούρκους η Ελλάδα, μίλησε για αλλαγή στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ σε περίπτωση που η Τουρκία προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, μίλησε ότι θα κάνει χρήση του συμφώνου μη επίθεσης με την Βουλγαρία, ώστε να επιτεθεί στους Τούρκους μέσω της Αν. Θράκης, σε περίπτωση που οι τελευταίοι αποφασίσουν να στείλουν τελικά το Σισμίκ για σεισμικές έρευνες.
Οι Τούρκοι, δεν επιχείρησαν καν την παραμικρή κίνηση και έτσι, έκτοτε, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο, δηλαδή το δικαίωμα της επέκτασης της υφαλοκρηπίδας στα 12 ναυτικά μίλια παρέμειναν ακέραια στο 100% έως και σήμερα, παρά τις παραινέσεις, τότε, του σύγχρονου Εφιάλτη Κ. Μητσοτάκη, προς τον τότε πρωθυπουργό, να καθίσει την Ελλάδα στο ίδιο τραπέζι με τους γείτονες για ‘να τα βρουν’, υπό την διαμεσολάβηση του λόρδου Κάρριγκτον…
Με την έλευση του Κοσκωτά, η συγκυρία στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ήταν κάτι παραπάνω από ευνοϊκή για τον πατέρα του σημερινού προέδρου της ΝΔ, και τους πάτρωνές του. Ο μεν πρώτος, ήθελε να γίνει πρωθυπουργός με κάθε τρόπο, πατώντας πάνω στο πτώμα της Ελλάδας, του γαμπρού του, αλλά και του Τζώρτζη Αθανασιάδη, εκδότη της Βραδυνής, λίγα χρόνια νωρίτερα, για τους δε δεύτερους ήξεραν ότι δεν θα μπορέσουν να έχουν έτσι εύκολα του χεριού τους τον Ανδρέα, προκειμένου να υλοποιήσουν τα σχέδια εκποίησης της Ελλάδας, αλλά και το υπερ-μνημόνιο που ετοίμαζαν, και το οποίο αφορούσε τον τρόπο ζωής που ήθελαν να επιβάλλουν, απέναντι στην παραδοσιακή ελληνική λαϊκή κουλτούρα… Διότι, ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη σύλληψη του Κοσκωτά, έγινε στις ΗΠΑ, και όχι στην Ελλάδα, τη στιγμή που ο Κοσκωτάς ήταν καλεσμένος του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν (αναρωτιέται φυσικά κάποιος πώς θα μπορούσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ να δει κάποιον, ο οποίος ήταν στο στόχαστρο της αμερικάνικης δικαιοσύνης)…Οι λόγοι για τους οποίους έγινε αυτό, σήμερα κατά τη γνώμη μου είναι πλέον προφανείς… Η παγίδα είχε αρχίσει να στήνεται…
Έτσι κατασκευάστηκε το σκάνδαλο Κοσκωτά, με σύνθημα την κάθαρση…Ο Κοσκωτάς, σε σχέση με τους επόμενους, εθνικούς μας εργολάβους, στην πραγματικότητα δεν έπραξε τίποτε…Ο Μπακογιάννης, ως άμεσος συνεργάτης του, και με την ποινική δίωξη του εισαγγελέα σε εκκρεμότητα κατά την διάρκεια της οικουμενικής Ζολώτα, βγαίνει από την μέση από την 17Ν, όλως περιέργως, τον Σεπτέμβριο του ’89, λίγο πριν τις επαναληπτικές εκλογές δηλαδή, οι οποίες έδωσαν την αυτοδυναμία στον τυχοδιώκτη τέως υπουργό της Ένωσης Κέντρου, και ανηψιό του Ελ. Βενιζέλου, για να μην το ξεχνάμε, ο οποίος βρέθηκε να ηγείται της παράταξης της λαϊκής δεξιάς, αλλάζοντάς της ίσως δραματικά τον χαρακτήρα...

Αυτός, ο οποίος με σύνθημα την κάθαρση πάσχιζε να ανέβει στο άρμα της εξουσίας με κάθε τρόπο, δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό, με γαμπρό υπόδικο…Από εκεί και πέρα, ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του για το ποιον εξυπηρέτησε η δολοφονία του Μπακογιάννη…
Με τον Εφιάλτη στο τιμόνι της Ελλάδας πλέον, θυμόμαστε το άνοιγμα της ιδιωτικής τηλεόρασης, που σήμανε το ξεκίνημα της ηθικής παρακμής της καθημερινότητας της ελληνικής κοινωνίας με την καθημερινή πλύση εγκεφάλου γύρω από το ‘φαίνεσθαι’ και το χυδαίο life-style, θυμόμαστε το πρώτο στάδιο της παραχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας στην γειτονική χώρα (διαδικασία που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, και την οποία θα σεβαστεί ο γιος του τότε πρωθυπουργού, όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα), καθώς επίσης και την επίσκεψη Μπους στην Ελλάδα, η οποία σηματοδότησε την είσοδό μας στο υπερ-μνημόνιο των ηθικών επιταγών και του τρόπο ζωής που χάρασσε ο διεφθαρμένος Πολιτικός Μαρξισμός του Μαρκούζε, πατέρα της Νέας Αριστερά, και του Μπρεζίνσκι, πατέρα του περίφημου όρου tittytainment…
Έτσι, η διαφαινόμενη άνοδος του ελληνικού ποδοσφαίρου η οποία προδιαγραφόταν από τον ανταγωνισμό Κοσκωτά-Βαρδινογιάννη, όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς ακολούθησε η καταδίκη του Κοσκωτά, και τα ερυθρόλευκα πέτρινα χρόνια, αλλά το αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξε, δυστυχώς, η λαίλαπα που επεφύλασσε για την μοίρα της λατρεμένης μας ομάδας των λαϊκών στρωμάτων, με την ανάληψη της ηγεσίας από τον εθνικό μας εργολάβου Σ. Κόκκαλη… Λαίλαπα, φυσικά, όχι από την άποψη των αποτελεσμάτων, των οποίων, ωστόσο, ο ευρωπαϊκός απολογισμός ήταν πολύ φτωχός. Αν και, δυστυχώς, ενώ ανέκαθεν το όραμα για τους φιλάθλους του Ολυμπιακού ήταν η ευρωπαϊκή διάκριση, το δημοσιογραφικό κατεστημένο (αθλητικό και πολιτικό) δεν θέλησε ποτέ να μας υπενθυμίσει ότι οι ερυθρόλευκες επιτυχίες περιορίζονταν εντός των ελληνικών συνόρων…
Το τραγικότερο όμως πεπρωμένο της αγαπημένης μας ομάδας ήταν ότι αποχωρίστηκε από το dna της, και σε αυτό συνέβαλλε και η πρόσληψη του μισθοφόρου Σερβοέλληνα, του οποίου η αγωνιστική ιδιοσυγκρασία ήταν ξένη με την ψυχή αυτής της ομάδας, ενώ τις φοβίες, τις ιδιοτροπίες και τον ναρκισσισμό έπρεπε να ανέχεται ο κόσμος του Ολυμπιακού…
Με τον Σερβοέλληνα στο τιμόνι της ομάδος και τον Σ. Κόκκαλη ως πρόεδρο, το έδαφος ήταν γόνιμο, προκειμένου το γλοιώδες, και κενόδοξο life-style να μολύνει δια παντός την εξ ορισμού ομάδα των λαϊκών στρωμάτων από τον Κωστοπουλαίικο έμπολα, και να αφαιρέσει την ψυχή της…
Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο 2004, παρηκμασμένοι ηθικά και αγωνιστικά…Μια ομάδα χωρίς ταλέντο, παίζοντας απλά οργανωμένα και σωστά στημένη αμυντικά πήρε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα διότι αιφνιδίασε τους πάντες..
Προσωπικά για εμένα, ήταν αναμενόμενο ότι θα έμενε μια αναλαμπή, για το λόγο ότι εκτός του ότι οι συνθήκες δεν ήταν πλέον ευνοϊκές για το ελληνικό ποδόσφαιρο, όπως την δεκαετία του ’80, έλειπε, συν τοις άλλοις, από την ομάδα του 2004, το ταλέντο της ομάδας της δεκαετίας του ’80, το οποίο τότε ξεχείλιζε. 
Να θυμίσω πως, πλην του Σαραβάκου, και παρά την απουσία του μεγάλου Βάσια και την μικρή συνεισφορά του Θωμά Μαύρου, απολαύσαμε ταυτόχρονα ή, κατά καιρούς, στην εθνική της δεκαετίας του ’80 και των αρχών του ’90, τον θρυλικό φάντομ Νίκο Σαργκάνη, τον αείμνηστο Γιάννη Κυράστα φυσικά, τον εξαιρετικό Νίκο Αναστόπουλο, τον Στέλιο Μανωλά και τον Γιώργο Μητσιμπόνα, ο οποίος έφυγε πρόωρα, τον εκπληκτικό Ντίνο Κούη, τον Βασίλη Καραπιάλη, τον Σάββα Κωφίδη, τον Λάκη Παπαϊωάννου, τον Νίκο Τσιαντάκη, τον Στράτο Αποστολάκη, τον Μηνά Χατζίδη, τον Κρις Καλατζή, τον Ντανιέλ Μπατίστα, και αρκετούς άλλους καλλιτέχνες της μπάλας, η σύγκριση των οποίων με την ομάδα του 2004 μόνο θλίψη προκαλεί, από την άποψη ότι δεν αξιώθηκαν αυτοί οι ποδοσφαιριστές να γευτούν μια σημαντική διάκριση, ενώ ήταν πολύ πιο ταλαντούχοι από την ομάδα του 2004…

Με εκτίμηση, 
Ο Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας είπε...
Τα είπες όλα φίλε! Δεν απομένει σε εμάς παρά να συμπληρώσουμε κάποια στοιχεία.

Αρχικά, το γεγονός ότι το μπάσκετ έχει μεγαλύτερες επιτυχίες οφείλεται και σε τρεις άλλους παράγοντες.
Πρώτον ο προϋπολογισμός που χρειάζεται μια ομάδα μπάσκετ, προκειμένου να είναι δυνατή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο μιας ομάδας ποδοσφαίρου. Επιπλέον, είναι πολύ εύκολο να στηθεί η υποδομή του αθλήματος για τους πιτσιρικάδες (μικροί χώροι, μια μπασκέτα, μια μπάλα).

Δεύτερον το μπάσκετ δεν ήταν δημοφιλές μέχρι το 1987. Έγινε δημοφιλές μέσα από έναν τίτλο που έγινε νοητός ως εθνικός θρίαμβος. Έκτοτε, απενοχοποιήθηκε στη συνείδηση του κόσμου. Μην ξεχνάμε ότι οι "λογιώτατες" προκαταλήψεις της αστικής μεταπολιτευτικής ελίτ, ήθελαν τα παλαιότερα χρόνια τους αθλητές να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται με πόσο μένος κυνηγούσαν οι καθηγητές τους πιτσιρικάδες που έπαιζαν ποδόσφαιρο στις αυλές των σχολείων. Με τον θρίαμβο του 1987 αυτό, όσον αφορά το μπάσκετ, άλλαξε και πολλά παιδιά εισήλθαν στο άθλημα, το οποίο οργανώθηκε σε δυνατές δομές.

Και τρίτον, το μπάσκετ είχε ως σημείο αναφοράς τις Η.Π.Α. Εύλογο ήταν, μετά το 1992 και την εποχή της παγκοσμιοποίησης, να αποτελέσει κεντρικό σημείο αναφοράς της νεολαίας. Ιδίως, μάλιστα, σε μια εποχή που το NBA άνοιγε τις θύρες του σε Ευρωπαίους καλαθοσφαιριστές.

Από εκεί και πέρα, στο θέμα του Κοσκωτά θα συμπληρώσουμε ότι υπήρχε δάκτυλος της κυβέρνησης Παπανδρέου, προκειμένου να χτυπήσει τον Βαρδινογιάννη που θεωρούσε αντίπαλο επιχειρηματία και άνθρωπο των Η.Π.Α. στην χώρα. Μην ξεχνάμε ότι στο ειδικό δικαστήριο ο Κοσκωτάς είχε υποστηρίξει ότι αγόρασε τον ολυμπιακό έπειτα από συμβουλή του Ανδρέα Παπανδρέου.
Το παρακάτω video, θυμίζει στους παλιούς νοσταλγικές στιγμές από τον παλιό κόσμο του γηπέδου, αλλά παιγμένο καθώς ήταν στην δημόσια τηλεόραση, αποκαλύπτει το προμοτάρισμα του Ανδρέα, προκειμένου να αναλάβει ο Κοσκωτάς τον Θρύλο. 

https://www.youtube.com/watch?v=sNwXScRt1u4

Το κείμενό σου πάντως είναι πολύ εύστοχο, νοσταλγικό και μεστό πληροφοριών. Ξυπνά νοσταλγία στους παλιούς, που εκείνη την εποχή, στην πρωινή προσευχή του σχολείου, λέγαμε -για να την σπάσουμε στους καθηγητές- "Λάγιος ο θεός, Λάγιος ισχυρός..."
Τετάρτη, 12 Ιουνίου, 2019
 
Ο Ανώνυμος είπε...
Το 1988 στον τελικό κυπέλλου, εντός γηπέδου τα πραπράγμ ήταν ηρεμα, αλλά νωρίτερα στο Μουσείο είχε πεσεπ ξύλο με το τουλουμι. Όπως και στα περισσότερα ντέρμπι των 80s
Τετάρτη, 12 Ιουνίου, 2019
 
Ανώνυμος Ο/Η Long live the rock n roll είπε...
Μην τον αποκαλείτε ελληνοσερβο ρε παιδιά. Δεν το αξίζει. "Θεράπεια" να τον λέμε.
Πέμπτη, 13 Ιουνίου, 2019
 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΣΤΑΜΑΤΗ ΜΑΜΟΥΤΟ ΑΠΟ ΜΕΛΟΣ TOY ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΦΟΡΟΥΜ FORGOTTEN SCROLL (Από τον χρήστη: "Απείθαρχος")

(Πριν λίγο καιρό ο Σταμάτης είχε γράψει μια ηλεκτρονική επιστολή προκειμένου να αποσαφηνίσει ορισμένα θέματα, τα οποία προέκυψαν από μια συζήτηση που έλαβε χώρα σε διαδικτυακό forum και αφορούσε την αρθρογραφία του Sun Knight, παλαιότερα fanzines «ρομαντικών προσανατολισμών», την μεταγενέστερη Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. και άλλα σχετικά. Το κείμενο του Σταμάτη μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Σε απάντηση του κειμένου αυτού, το μέλος του forum που υπογράφει με το ψευδώνυμο απείθαρχος μας έστειλε την δική του διευκρίνιση και μας παρακάλεσε να την αναρτήσουμε. Μπορείτε, λοιπόν, να την διαβάσετε παρακάτω).

Αγαπητέ Σταμάτη,

Διάβασα με προσοχή το σχόλιo-απάντησή σου, αναφορικά με την θεματική ενότητα στο forum forgotten scroll, η οποία έχει να κάνει με τον Sun Knight, την ΦΛΕΦΑΛΟ και τις γενικότερες προεκτάσεις των όσων παλαιότερα έλεγε ο πρώτος, αλλά και ισχυρίζεται και η λογοτεχνική ομάδα επίσης, ως προς το ότι το epic metal αποτελεί μια μουσική προέκταση του εθνικισμού.

Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγματα:

Πρώτον: Σ’ ευχαριστώ που μου δίνεις βήμα μέσω του ιστολογίου σου να εκθέσω τις απόψεις μου, μέσω της παρακάτω αναλυτικής απάντησής μου.

Δεύτερον: Μου είσαι συμπαθής. Για τρεις λόγους. Μας ενώνει η αγάπη προς την πατρίδα, η αγάπη προς το heavy metal αλλά και η επιθυμία μας οι κοινωνίες μας να αποκτήσουν έναν διαφορετικό, πιο ‘ρομαντικό’ τρόπο ζωής, διαφορετικό από το πρότυπο του άκρατου καταναλωτισμού και της άκρατης επίδειξης πλούτου, ως συνέπεια του αθεϊστικού υλισμού, που μας επιβάλλει να ζήσουμε  το προτεσταντικό πρότυπο.

Τρίτον: Όπως σωστά είπες, κάποιες φορές οι συζητήσεις σε forum είναι πιο χαλαρές. Κατά συνέπεια, με την έκφραση ‘έκαψα εγκέφαλο από το διάβασμα’ επουδενί δεν υπονοούσα τίποτε το υποτιμητικό, υπονοούσα αντίθετα ότι όταν προσπαθείς να μπεις σε ένα Πανεπιστήμιο όπως η Νομική, αυτό απαιτεί πολύ διάβασμα από την Πρώτη τάξη του Λυκείου ακόμη, με συνέπεια, εν τέλει, αυτά τα χρόνια να μην είναι και τόσο γεμάτα ξενοιασιά όπως είναι για τα άλλα παιδιά. Θυμάμαι τον εαυτό μου, προκειμένου να μην έχω κενά στα Μαθηματικά, τη Φυσική και τη Χημεία, να παραμελώ αθλοπαιδιές που μου άρεσαν, όπως το μπάσκετ, ή βόλτες στις ωραίες, τότε (αλλά και σήμερα), γειτονιές της περιοχής που μεγάλωσα. Μάλιστα παραμελούσα, λόγω έλλειψης χρόνου και άλλα μαθήματα όπως τα αρχαία ελληνικά, σε τέτοιο βαθμό που, πλέον, ήταν αδύνατο στην Δευτέρα λυκείου να καλύψω τα κενά της Πρώτης στο συγκεκριμένο μάθημα. Υποθέτω ότι και για εσένα πιθανότατα συνέβαινε το ίδιο, αλλά από την  αντίστροφη πλευρά. Πάντως, κοινή συνιστώσα και στις δύο περιπτώσεις ήταν το πολύ διάβασμα, σε σημείο που έπρεπε να θυσιάσεις πολύ από τον ελεύθερο χρόνο ως έφηβος, για να αφοσιωθείς σε κάτι που προϋπέθετε ανταγωνισμό. Και στον ανταγωνισμό πρέπει να δουλεύεις για να ξεχωρίζεις, καλώς ή κακώς.

Τέταρτον: Κακώς εξέλαβα την παρουσίαση του βιβλίου ‘τα Ροκ Ημερολόγια’ ως απάντηση στα γραφόμενά μας στο εν λόγω φόρουμ, και ζητώ συγγνώμη για αυτό.

Διάβασα επίσης με νοσταλγική διάθεση το άρθρο σου ‘Ιππότες των Δρόμων’, και εύχομαι ολόψυχα κάποια στιγμή να  κυκλοφορήσεις το βιβλίο που έχεις οραματιστεί.

Αφού νομίζω λύθηκαν οι όποιες παρεξηγήσεις μπορεί να δημιουργήθηκαν, πάμε τώρα στα πιο ουσιώδη, που αφορούν την εν λόγω θεματική ενότητα στο συγκεκριμένο forum.

Να πω κατ’ αρχάς, ως γενική παρατήρηση, ότι στην ελληνική κοινωνία δυστυχώς επικρατεί ο δογματισμός, η τυφλή και άκριτη δηλαδή υιοθέτηση θέσεων πολιτικών παρατάξεων, και απόψεων αργυρώνητων δημοσιογράφων οι οποίες, κάθε άλλο παρά την ενημέρωση του κοινού έχουν ως στόχο, και κάθε άλλο παρά την πραγματικότητα αντικατοπτρίζουν.

Ως συνέπεια αυτού, μεγάλη μερίδα του κοινού στην πραγματικότητα δεν υιοθετεί τη δική της γνώμη, ούτε επεξεργάζεται το κίνητρο πίσω από την διατύπωση της εκάστοτε άποψης, παρά υιοθετούν άκριτα ό,τι θέλει να υιοθετήσουν το καθολικό ρεύμα της ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ένα: Ότι η διατύπωση πολιτικών απόψεων από τέτοιο κοινό, είναι διατύπωση δογματικών απόψεων, και, ως εκ τούτου, είναι ελλιπείς και στερούνται λογικής, καθώς αποκαλύπτουν την μισή αλήθεια, ενώ, συνήθως, στερούνται και οικονομικής εφαρμογής. Νομίζω πως είναι χρήσιμο να ειπωθεί κάτι τέτοιο, καθώς ορισμένες από τις παρακάτω θέσεις ίσως δοκιμάσουν τα δογματικά αντανακλαστικά ορισμένων.

Ζήτησα λοιπόν, να μου δοθεί βήμα να απαντήσω, μέσα από το ιστολόγιό σας διότι, στο εν λόγω forum forgotten scroll, έχουμε συνομολογήσει την μη συζήτηση περί πολιτικών (καθότι μουσικό forum) και πρέπει να γίνει σεβαστή αυτή η συμφωνία, οπότε, επειδή το σχόλιό μου θα έχει και πολιτικές προεκτάσεις, προτίμησα να απαντήσω, έπειτα από το δικό σου σχόλιο, μέσω του δικού σας ιστολογίου, στο οποίο δεν υπάρχουν τέτοιου είδους περιορισμοί.

Θα διαπίστωσες, ότι η παρέμβασή μου στην εν λόγω συζήτηση είχε να κάνει από το σημείο εκείνο, έπειτα από το  οποίο, άρχιζε να συνδέεται από κάποιους από τους υπόλοιπους συζητητές, η σχέση του επικού heavy metal με τον εθνικισμό, εξ αιτίας της ρητορικής του Sun Knight.

Στο σημείο αυτό, δεν μπορούσα να μην διαφωνήσω για τους εξής λόγους.

Πρώτον: Γιατί η ρητορική του Sun Knight στο περιοδικό δεν είχε αποκλειστικά πολιτικές προεκτάσεις. Είχε να κάνει και με την απόλυτα απολυταρχική και αφοριστική αντιμετώπισή του απέναντι στα υπόλοιπα είδη μουσικής, η οποία, πάνω απ’ όλα, προστάτευσε το αγαπημένο μας είδος. Αν σε παγκόσμιο επίπεδο υπήρχαν οι manowar, οι οποίοι ήταν (και δικαίως) οι αυτόκλητοι εκπρόσωποι και θεματοφύλακες του αληθινού heavy metal, στην Ελλάδα, ο Sun Knight υπερθεμάτισε επ’ αυτού, δημιουργώντας έτσι έναν πυρήνα οπαδών, ο οποίος κληροδότησε στη χώρα μας το γεγονός ότι αν βλέπουμε σήμερα  συγκροτήματα-θρύλους της εποχής μας, τα οποία στη δεκαετία του ’90 τα είχαμε για διαλυμένα και ξεχασμένα, και επ’ ουδενί δεν πιστεύαμε ότι θα τα βλέπαμε ποτέ ζωντανά, να έχει την γενεσιουργό του αιτία σε εκείνη την ρητορική.

Δεν θα ήταν υπερβολή επομένως να πούμε ότι πολλές ξεχασμένες αμερικάνικες μπάντες του επικού metal της δεκαετίας του ’80, αναβίωσαν ειδικά χάρη στην αγάπη των ελλήνων οπαδών, οπαδών ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, τους οποίους μας ένωνε και ενώνει η αγάπη για το heavy metal, την οποία, εν πολλοίς, μας είχε καλλιεργήσει, στα πρώτα στάδια, ο Sun Knight. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δεν είναι μόνο η αναβίωση των Warlord, τους οποίους αξιωθήκαμε να απολαύσουμε πρόσφατα στη χώρα μας, αλλά και η αναβίωση μπαντών όπως οι Manilla Road, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήδη, αλλά και, προσφάτως, των θρυλικών Cirith Ungol.

Αγνοήθηκε επομένως ή, για να το πω σωστότερα, δεν δόθηκε η απαιτούμενη βαρύτητα, σε αυτή την πολύ σημαντική συνεισφορά, η οποία συνοψίζεται στο ότι διατηρήθηκε έκτοτε ένας πολύ σημαντικός πυρήνας οπαδών του κλασσικού ή αληθινού heavy metal (όπως θέλει ο καθένας το προσδιορίζει- το heavy metal πάντως αυτό ήταν, είναι και θα είναι), ο οποίος πυρήνας δεν αφέθηκε να παρασυρθεί από τις πρόσκαιρες μόδες.

Ειδικά μάλιστα στην σημερινή εποχή, όπου δαιμονοποιούνται η αδιαλλαξία, η ακαμψία, και η πίστη σε αρχές και ιδέες, και επαίρεται η ‘προσαρμοστικότητα’ και η ‘κυβίσθηση’, αυτή η ακαμψία του Sun Knight τότε, θεωρείται αδιανόητη σήμερα για το μεγάλο μέρος του νεαρότερου μεταλλικού κόσμου. Για αυτήν την  ‘προσαρμοστικότητα’ φυσικά, δεν είναι ανεύθυνη η πολιτική του Metal Hammer που ακολουθήθηκε κατά τα χρόνια της αποχώρησης του Sun Knight, αλλά αυτό ίσως αποτελέσει ξεχωριστό θέμα συζήτησης στο μέλλον.

Κατά συνέπεια, εφόσον έχει συνομολογηθεί από τα μέλη του forum η μη συζήτηση περί της πολιτικής, θα ήταν τραγικά άστοχο να πάρει το θέμα ‘Sun Knight’ αποκλειστικά πολιτικές προεκτάσεις (όπως φαινόταν να γίνεται από ένα σημείο και έπειτα), και να μην περιχαρακωθεί γύρω από την ευεργετική επίδρασή του στο μουσικό κομμάτι, που δεν είναι άλλο από  το heavy metal στην Ελλάδα, στα χρόνια που ακολούθησαν. Κινδύνευε να υποτιμηθεί η τότε προσφορά του Sun Knight στο ότι, εξαιτίας του, ζούμε σήμερα μουσικά γεγονότα.

Ειδικά μάλιστα, αν αναλογιστεί κανείς πως δεν είναι απόλυτα σίγουρο πως, όσοι κατηγορούσαν τον Sun Knight για προσκόλληση στον παγκοσμιοποιητικό μιλιταρισμό, γνωρίζουν ότι η ιδεολογία που ασπάζονται εκείνοι, ή, εν γένει, τα βέλη της κριτικής τους δεν την αγγίζουν, εμπεριέχει την έννοια του ολοκληρωτισμού της δικτατορίας του προλεταριάτου οι οποίες, σε σχέση με τη δημοκρατία, είναι δύο έννοιες εντελώς διαφορετικές.

Εδώ βέβαια θα πρέπει να πω πως η πολιτική ορθότητα, αλλά φυσικά και ολόκληρος ο μηχανισμός εκπαίδευσης έχει συνεισφέρει σημαντικά σε αυτό, έχουν τόσο πολύ δημιουργήσει σύγχυση για τις έννοιες αυτές,  δημιουργώντας ψευδεπίγραφα οράματα μέσω της ταύτισης της ιδεολογίας της αριστεράς με την δημοκρατία, που είναι ομολογουμένως δύσκολο να ξεφύγει κάποιος από το μαντρί της αγελαίας γνώμης.

Δεύτερον:  Κατά τη γνώμη μου, τα συμπεράσματα του Sun Knight, περί τέτοιας διασύνδεσης, heavy metal και επιθετικού εθνικισμού ή, σωστότερα, σοσιαλιστικού μιλιταρισμού δεν προέκυπταν αξιωματικά από κάπου συγκεκριμένα, μέσα από την θεματολογία των συγκροτημάτων του ήχου. Ήταν ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Το επικό heavy metal είχε να κάνει με την αυθεντικότητα της ύπαρξης, του ανθρώπου δηλαδή που παραμένει πιστός στο σύστημα αξιών του, παρά τις γύρω του αντιξοότητες, του ανθρώπου που παλεύει μέχρι τέλους για αυτά που πιστεύει, ακόμη και αν είναι μόνος σε αυτή τη μάχη. Επειδή ακριβώς τέτοιου είδους νοοτροπίες συναντούσες περισσότερο σε μεσαιωνικά χρόνια, όπου και υπήρχε το πρότυπο του άνδρα-πολεμιστή, γύρω από όλη αυτή την κοσμοθεώρηση θεωρώ, πολύ επιγραμματικά και με πινελιές, ότι χτίστηκε το ιδεολογικό υπόβαθρο του επικού metal.

Στην σημερινή εποχή βέβαια, τυγχάνει ο διαφορετικός αυτός τρόπος ζωής να έχει κάποια κοινά με την αγάπη προς την πατρίδα. Του καθενός την πατρίδα, ωστόσο. Του Έλληνα, του Ιταλού, του Ισπανού, του Γερμανού κλπ. Σε αντίθεση δηλαδή με την σημερινή πραγματικότητα της ευρωπαϊκής ένωσης, η οποία προτάσσει την ομογενοποίηση των λαών της Ευρώπης και την κατάργηση των εννοιών πατρίδα, έθνος, οικογένεια, θρησκεία, νοοτροπία που έχει συμπαρασύρει μεγάλο μέρος των ευρωπαίων πολιτών στο να υιοθετήσουν είτε μια εντελώς απολιτίκ στάση απέναντι σε όλο αυτό, κυνηγώντας το καταναλωτικό πρότυπο, είτε μια ακραιφνώς διεθνιστική, για ένα επίσης μεγάλο μέρος των ευρωπαίων πολιτών, υπάρχει η στάση και ο τρόπος ζωής των λίγων απέναντι σε αυτό το διαφαινόμενο και επερχόμενο ιδεολογικό και κοινωνικό ‘ολοκαύτωμα’.

Αυτά όμως τα αμυδρώς ‘εφαπτόμενα σημεία’ μεταξύ heavy metal και αγάπης για την πατρίδα,  εν τέλει:
(α) Δεν μπορούν νομίζω να υπερκεράσουν την ως άνω αναφερόμενη κοσμοθεώρηση.
(β) Επ’ ουδενί δεν μπορούν να συνδεθούν με επιθετικές ιδεολογίες ακραίες, οι οποίες, εν  γένει όμως, και επιπλέον, έχουν σοσιαλιστικό (άρα παγκοσμιοποιητικό-ολοκληρωτικό) χαρακτήρα, και όχι προστατευτικό-εθνικό.
(γ) Ηθελημένα δεν καθορίστηκαν στην εν λόγω συζήτηση. Με λύπησε το γεγονός ότι αυτή η διαφορά του προστατευτισμού από τον επιθετικό εθνικισμό (ας το πούμε του ήσσονος από τον μείζονα εθνικισμό), η οποία δεν είναι δα και τόσο λεπτή- αντίθετα βγάζει μάτι- δεν τονίστηκε από κάποιον συζητητή (παρά επιλέχθηκε να αναμιχθούν όλα στο ίδιο τσουβάλι), και αυτό αποδεικνύει την πάρα πολύ αποτελεσματική προπαγάνδα του παναριστερισμού, μέσω της πολιτικής ορθότητας, η οποία εύκολα συνδέει και συγχέει τον πατριωτισμό, με τον εθνικισμό και τον ναζισμό. Για τους λόγους, για τους οποίους συμβαίνει αυτό, ειδικά στην Ελλάδα, έχει φροντίσει ο υπερεθνικός μηχανισμός εξουσίας, ο οποίος, εκτός των άλλων, δημιουργεί Δούρειους Ίππους του πατριωτισμού.

Επομένως, και αυτοί οι Δούρειοι Ίπποι του πατριωτισμού, δεν πήραν τυχαία την θέση που έχουν σήμερα στο σημερινό πολιτικό γίγνεσθαι.

Βλέπουν δηλαδή οι περισσότεροι πολίτες, το δένδρο του ναζισμού, που ντύνεται την στολή του πατριωτισμού, αλλά δεν βλέπουν ότι αυτό είναι μέρος του δάσους του παναριστερισμού και της πολιτικής ορθότητας, απαραίτητο κομμάτι της οποίας είναι και η ύπαρξη του ιδεολογικού σκιάχτρου, το οποίο θα βρίσκεται εκεί, ώστε να ταυτίσει έννοιες, οι οποίες, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν απόλυτα ξεκάθαρες μεταξύ τους, και οι οποίες, αν ξεκαθαρίζονταν, θα αποτελούσαν τεράστια απειλή για τα σχέδια των παγκοσμιοποιητών.

Φυσικά,  πολλοί ‘ελεύθερα σκεπτόμενοι’, αριστερών πεποιθήσεων, πολίτες,  δεν έχουν πρόβλημα να χρησιμοποιήσουν αυτήν ακριβώς την αποκρουστική εικόνα προκειμένου να ορίσουν τον πατριωτισμό, γιατί πολύ απλά δεν έχουν αντιληφθεί πόσο σημαντική είναι η έννοια του έθνους-κράτους ή/και επειδή, σε τελική ανάλυση, δεν θέλουν να κάνουν τον διαχωρισμό που ανέφερα (το γιατί, ας το απαντήσουν οι ίδιοι).

Και οι δύο πλευρές επομένως, τόσο ο Sun Knight τότε, όσο και οι συνομιλητές του φόρουμ σήμερα ήθελαν, για δικούς τους λόγους ο καθένας, να συσχετίσουν το heavy metal με τον σοσιαλισμό μιλιταριστικού τύπου. Και οι δύο πλευρές, ο Sun Knight στο παρελθόν, όσο και οι τωρινοί συζητητές, αποφεύγουν επιμελώς να οριοθετήσουν τις διαφορές ανάμεσα στον πατριωτισμό και στην μιλιταριστικού τύπου παγκοσμιοποίηση.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να δώσω ένα ιστορικό παράδειγμα για τον προστατευτικό εθνικισμό ή πατριωτισμό, για να καταλάβουν και οι αναγνώστες μας. Όσο και αν προκαλέσει θυμηδία το παράδειγμα σε κάποιους που πρωτοαντιλαμβάνονται την ιστορία έτσι, λυπάμαι, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα.

Κατά τον ισπανικό εμφύλιο, ο συνασπισμός των αριστερών και των αναρχικών του Αθάνια, προσπάθησε, με το που κέρδισε τις εκλογές, να διαταράξει συθέμελα της δομές της καθολικής Ισπανίας. Οι ωμότητες των αριστερών ήταν πράγματι φριχτές και έφταναν στα όρια του κανιβαλισμού. Έφτασαν στο σημείο να καταστρέφουν εργοστάσια και υποδομές, και οτιδήποτε άλλο συμβόλιζε την αστική τάξη, αλλά και οτιδήποτε συμβόλιζε τον Καθολικισμό. Έφτασαν στο σημείο σύλησης τάφων ιερέων, τους οποίους, αφού ξέθαβαν, τους κρεμούσαν ανάποδα αναγράφοντας: ‘Πωλείται κρέας χοιρινό’. Είναι επίσης γνωστή η ιστορία του τηλεφωνήματος προς τον υπερασπιστή του Αλκαθάρ του Τολέδο, συνταγματάρχη Μοσκαρντό, από τον επικεφαλής της πολιτοφυλακής των Εργατών, που πολιορκούσαν το Αλκαθάρ, Καντίντο Καμπέγιο, ότι αν δεν παραδοθεί στα επόμενα 10’ θα σκοτώσει τον γιο του (όπως και τελικά έπραξε).

Απέναντι σε όλα αυτά επομένως, οι Ισπανοί πατριώτες έπρεπε να αντιδράσουν για να μην καταστραφεί η πατρίδα τους.

Η πολιτική ορθότητα, ωστόσο, βάφτισε τον Φράνκο φασίστα. Εκτός αυτού, για ακόμη έναν λόγο: Διότι, όλοι οι ‘επαναστάτες’ αριστεροί ήταν στην πραγματικότητα όλοι τους μασόνοι, και ο Φράνκο, όταν ανέλαβε την εξουσία, ποινικοποίησε την μασονία. Αντίστοιχα, και οι Ιακωβίνοι στη Γαλλία, τέκτονες ήταν. Με λίγα λόγια, όλα τα αριστερά ‘ινδάλματα’ διαχρονικά στην ιστορία ήταν, στην καλύτερη, τέκτονες, στην χειρότερη τέκτονες και πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, εξυπηρετώντας κρυφή ατζέντα. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, μέλη τεκτονικών στοών υπήρξε το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου σε όλα τα κράτη, διαχρονικά εδώ και πολλές δεκαετίες, ανεξαρτήτως παρατάξεων (με κάποιες εξαιρέσεις, ωστόσο).

Δεν έχει βέβαια ποτέ κανείς αναρωτηθεί (για να επανέλθω στον ισπανικό εμφύλιο) πού θα ήταν σήμερα η Ισπανία, χωρίς την ‘Cruzada’ όπως η ίδια η Καθολική Εκκλησία βάφτισε την επίθεση των ξένων ιδεών που δέχτηκε η χώρα, και η οποία διασώθηκε χάρη στην αντίδραση των Ισπανών πατριωτών, με επικεφαλής τους τον Φράνκο.

Χρησιμοποίησα επομένως το εν λόγω παράδειγμα για να αποδείξω το προφανές: Πως πάντα, μα πάντα, όταν μια χώρα προσβάλλεται από ξένες προς αυτήν ιδέες, αργά ή γρήγορα αυτό θα ενεργοποιήσει τα ένστικτα επιβίωσης των πολιτών της. Διότι, από ένα σημείο και μετά τίθεται θέμα επιβίωσης. Αυτή ακριβώς είναι η έννοια του πατριωτισμού μέσα από το δικό μου πρίσμα (ή του προστατευτικού εθνικισμού, αν θες, όρος δικής μου επινόησης).

Άλλωστε, νομίζω ότι και εσύ, αγαπητέ Σταμάτη, έχεις θίξει ανάλογα την έννοια του εθνικισμού με πατριωτικό πρόσημο, στην συνέντευξη για την οποία κάναμε λόγο και στο forgotten scroll.

Όταν ρωτήθηκες να ορίσεις τον εθνικισμό, η απάντησή σου είχε ως εξής (βλ. https://flefaloarticles.blogspot.com/2018/10/blog-post.html  ):
Συνέπεια αυτής της θέσης είναι η διαχρονική προσπάθεια των εθνικιστικών πολιτικών σχηματισμών, συντηρητικών ή ριζοσπαστικών, να οργανώσουν τον δημόσιο βίο έτσι ώστε να βασίζεται στον σεβασμό της προσωπικής ιδιοκτησίας και, ταυτόχρονα, να μην επιτρέπει την ανεξέλεγκτη ελευθερία της αγοράς.’

Δεν έχει σημασία επομένως, επανερχόμενος στον Ισπανικό εμφύλιο, αν ο πόλεμος ήταν μεταξύ Ισπανών. Η εκκλησία βάφτισε την αντίδραση σε αυτό που συνέβαινε ως ‘Σταυροφορία’ για να υπογραμμίσει ότι η βίαιη κατάργηση της έννοιας της πατρίδας, η βίαιη κατάργηση της έννοιας της θρησκείας,  η βίαιη κατάργηση του αστικού τρόπου ζωής και η βίαιη υφαρπαγή της ατομικής περιουσίας, είναι έννοιες όχι μόνο ξένες προς την Ισπανία, αλλά και ενάντια στην ίδια την ανθρώπινη φύση.

Και εν τέλει, από τη στιγμή που η συζήτηση στο εν λόγω μουσικό forum έτεινε προς την κατεύθυνση που πήρε τελικά, νομίζω πως ο σχετικός διαχωρισμός μεταξύ των εννοιών, και η χρήση τέτοιων παραδειγμάτων έπρεπε να γίνει. Από εκεί και πέρα, οι πολιτικές προεκτάσεις και αναλυτικές επεξηγήσεις που ανέφερα παραπάνω, ίσως και να μην μπορούσαν να γίνουν στο εν λόγω μουσικό φόρουμ, οπότε σ’ ευχαριστώ και πάλι για την ευκαιρία που μου έδωσες ώστε να τεκμηριώσω και αναλύσω πιο διεξοδικά κάποιες απόψεις που διατύπωσα ήδη, πιο επιγραμματικά ωστόσο, για ευνόητους λόγους, στο εν λόγω μουσικό φόρουμ.

Οποιοδήποτε σχόλιο από την πλευρά σου είναι ευπρόσδεκτο και θα το διαβάσω με προσοχή.

Σχόλια:
 Ο Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Αγαπητέ Απείθαρχε, καταρχάς ευχαριστώ για την απάντηση. Με τιμά το γεγονός ότι δαπάνησες χρόνο προκειμένου να μελετήσεις κείμενά μου.

Όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής σου, παραθέτω τις εξής παρατηρήσεις:

Επειδή αναφέρεται συχνά ο Sun Knight και η αρθρογραφία του, φρονώ ότι ο πλέον κατάλληλος να απαντήσει είναι ο ίδιος. Συνεπώς, ίσως να ήταν πιο γόνιμο αν θέτονταν στον ίδιο τα παραπάνω θέματα προς συζήτηση και όχι προς εμένα.

Σε ότι έχει να κάνει με τον φασισμό θα υπενθυμίσω ότι προκειμένου να εξαχθούν βάσιμα συμπεράσματα καλό θα είναι να ληφθεί υπόψη η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και να αποφευχθούν οι βιαστικές διαπιστώσεις. Νομίζω ότι δεν πρέπει να προσπερνάμε το γεγονός ότι και ο φασισμός υπήρξε ένα πολιτικό ρεύμα του ριζοσπαστικού εθνικισμού, που είχε τις κεντρικές καταβολές της ιδεολογίας του στον Ρομαντισμό.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, στα πλαίσια του γερμανικού Ρομαντισμού, οι δυο σημαντικοί φιλόσοφοι Γιόχαν, Γκ. Φίχτε και Άνταμ Μύλλερ, έγραφαν δοκίμια στα οποία υπερασπίζονταν την οικονομική αυτάρκεια, το κορπορατιστικό παραγωγικό σύστημα και το ολοκληρωτικό κράτος. Επίσης, Καθώς τα χρόνια περνούσαν και φτάσαμε στα μισά του 19ου αιώνα, προέκυψαν ανανεώσεις του ριζοσπαστικού εθνικισμού από στοχαστές όπως ο Τζων Ράσκιν, ο Πωλ ντε Λαγκάρντ, ο Μωρίς Μπαρρές κλπ.

Αλλά και στο πλαίσιο του 20ου αιώνα υπήρξαν εκδοχές που συχνά λησμονούνται. Για παράδειγμα, ο Γάλλος νεορομαντικός στοχαστής Μωρρίς Μπαρρές χρησιμοποίησε τον όρο εθνικιστικός σοσιαλισμός πολύ πριν τον μεσοπόλεμο. Ο Ίων Δραγούμης, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αναζητούσε την διασύνδεση του εθνικισμού με τον σοσιαλισμό. Μιας και αναφέρθηκες στην Ισπανία ο Χοσέ Αντόνιο (που αν και αυτοπροσδιοριζόταν ως παραδοσιοκράτης θεωρείται ως εκφραστής του φασισμού) ήταν μια ευγενική και σεβαστή προσωπικότητα, που απεχθανόταν την βία. Ο Ιωάννης Μεταξάς, επίσης, που ήταν δηλωμένος φιλοφασίστας, εκτιμώ ότι αποτέλεσε σπουδαίο ηγέτη της χώρας μας. Ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Βραζιλία, κατά τον μεσοπόλεμο, υπήρχε η λατινοαμερικανική εκδοχή του φασισμού, ο λεγόμενος ιντεγκραλισμός, ο οποίος στελεχωνόταν τόσο από λευκούς, όσο και από Ινδιάνους ή έγχρωμους, δίχως να κάνει ρατσιστικές διακρίσεις.

Κοντολογίς, αν εξετάσουμε το φαινόμενο με προσοχή, ενδεχομένως να εξάγουμε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που παραθέτονται συνήθως. Και, ασφαλώς, θα δούμε ότι δεν είχε να κάνει σε τίποτε με τον διεθνισμό που σε ανησυχεί.

Επιπλέον, η φράση της συνέντευξής μου που παραθέτεις-
(Συνέπεια αυτής της θέσης είναι η διαχρονική προσπάθεια των
εθνικιστικών πολιτικών σχηματισμών, συντηρητικών ή ριζοσπαστικών, να
οργανώσουν τον δημόσιο βίο έτσι ώστε να βασίζεται στον σεβασμό της
προσωπικής ιδιοκτησίας και, ταυτόχρονα, να μην επιτρέπει την
ανεξέλεγκτη ελευθερία της αγοράς)-
συμπεριλαμβάνει και τις φασιστικές οικονομικές πολιτικές. Ο κορπορατισμός, ως οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο, σε αυτό στόχευε.

Ασφαλώς, όμως, θα συμφωνήσω μαζί σου ότι σε πολλές μεταπολεμικές εκδοχές ο φασισμός έγινε έκφραση περιθωριακών, ημίτρελων, πρακτόρων κλπ, που λες και ήθελαν να δικαιώσουν τους αντιπάλους του εθνικισμού, παρουσίασαν αποκρουστικές συμπεριφορές.

Πέρα πάντως από την πολιτική θεωρία, ένα από τα κεντρικά γνωρίσματα των ρομαντικών είναι ότι δεν πιστεύουμε στην στρατευμένη τέχνη. Συνεπώς, δεν θα μπορούσαμε να δούμε ένα μουσικό ρεύμα ως ηχητικό δεκανίκι του εθνικισμού. Είναι άλλο πράγμα να αντιλαμβανόμαστε τους κοινούς κοσμοθεωρητικούς προσανατολισμούς κάποιων ρευμάτων, και να τους αναδεικνύουμε με επιστημολογική ακρίβεια ή με αισθητικά κριτήρια, και άλλο να προσπαθούμε να τις χωρέσουμε σε μια προπαγανδιστική αφήγηση.
Δευτέρα, 03 Ιουνίου, 2019
 

Εκλογικά Συμπεράσματα

Αναμφίβολα  έχουμε χάσει προ πολλού την εμπιστοσύνη μας στην νοητική ικανότητα πολλών συμπολιτών μας που εκφράζουν το κοινωνικό μοντέλο του «μέσου Έλληνα». Και το αποτέλεσμα των χθεσινών εκλογών μας έδωσε άλλη μια ευκαιρία προκειμένου να επιβεβαιώσουμε το πόσο δικαιολογημένη είναι αυτή μας η επιλογή. Θα εξηγήσουμε το γιατί, αναφερόμενοι σε ορισμένα μόνο συμπεράσματα που εξάγονται από τα χθεσινά αποτελέσματα.

Α) Ενώ στις περισσότερες σημαντικές χώρες της Ευρώπης τα κόμματα της αστικής δεξιάς, ως πυλώνες της παγκοσμιοποίησης, κλονίζονται, στην μπανανία που ζούμε το κόμμα των Μητσοτάκηδων, των Γεωργιάδηδων, του Βορίδη, του Ψαριανού και του Σαμαρά, ενισχύθηκε. Το εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι ενισχύθηκε από μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που υποτίθεται ότι δίνουν προτεραιότητα σε θέματα εθνικής ευαισθησίας και απορρίπτουν την παγκοσμιοποίηση. Με το ψυχροπολεμικό πρόσχημα «να φύγει η Αριστερά», το οποίο κατασκεύασαν πράκτορες ευρωπαϊκής πρεσβείας σαν φτωχή εκδοχή μιας νέας «κόκκινης προβιάς» προκειμένου να αβαντάρουν πολιτικά τους πιόνια, κάποιοι ανεγκέφαλοι ψευτοπατριώτες μπορεί να διώχνουν μεν την Αριστερά, αλλά αδιαφορούν αν φέρνουν ακόμη πιο κοντά την παγκοσμιοποίηση. Αν μη τι άλλο, ζούμε στην χώρα της πολιτικής σχιζοφρένειας…..

Β) Μπορεί να μην έχει σχολιαστεί επαρκώς μέχρι στιγμής, αλλά οφείλουμε να θυμίσουμε ότι το κόμμα του κυρίου Ηλία Ψινάκη έλαβε, στις χθεσινές ευρωεκλογές, 1%. Και, μάλιστα, σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους από τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στο Μάτι. Τι να σχολιάσει άραγε κανείς επ’ αυτού..;;;;;;

Γ) Ο κάθε λαός αξίζει τους ηγέτες του, λέει το γνωστό ρητό. Ας σκεφτούμε (όσοι μπορούμε ακόμη να το κάνουμε) το εξής.

Στο βρετανικό δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι την Ε.Ε., το Brexit επικράτησε με μικρή διαφορά. Έκτοτε, οι μηχανισμοί των Βρυξελλών και του λονδρέζικου city  χρησιμοποίησαν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο ώστε να αλλοιώσουν την ετυμηγορία της βρετανικής πλειοψηφίας. Και κατάφεραν να παρατείνουν την αβεβαιότητα μέχρι τον μήνα που διανύουμε. Ώσπου έφτασε η μέρα των χθεσινών εκλογών και οι Βρετανοί ψηφοφόροι, κόντρα σε κάθε πίεση και ενάντια σε κάθε υπόγειο δελεασμό, τιμώρησαν με τον πιο εμφατικό τρόπο τους πολιτικούς που συμμετείχαν σε αυτή την πλεκτάνη, παρέχοντας εκκωφαντική εκλογική υποστήριξη σε έναν αμφιλεγόμενο πολιτικό, απλά και μόνο για να τιμήσουν την επιλογή τους στο δημοψήφισμα. Και για να το κάνουν αυτό ισοπέδωσαν κόμματα με ρίζες στον 19ο αιώνα.  

Αντιθέτως, στο δημοψήφισμα του 2015, που έλαβε χώρα στην παλαιά οθωμανική επαρχία των Βαλκανίων, ενώ υπερψηφίστηκε με μεγάλο ποσοστό η ακύρωση του μνημονίου και κάποιοι Ελλαδίτες πολιτικοί, με πολύ πιο χοντροκομμένο τρόπο από τους αντίστοιχους Βρετανούς, πρόδωσαν την λαϊκή βούληση, το δίχως μνήμη εκλογικό σώμα, για να (μην) τιμωρήσει τους πολιτικούς που υποχώρησαν στις πιέσεις των Βρυξελλών, παρείχε στις χθεσινές εκλογές υποστήριξη στο αντιπολιτευόμενο κόμμα, το οποίο ήταν εξαρχής ενάντιο στην πλειοψηφία της λαϊκής βούλησης..!! Πόσο δουλοπρεπή φόβο προς τις επιταγές των δυτικών δυνάμεων και πόσα συμπλέγματα κατωτερότητας εμπεριέχει, άραγε, αυτή η στάση;;


Δ) Το εκλογικό άθροισμα του εθνικιστικού-παραδοσιοκρατικού χώρου στην Ελλάδα, αν προσθέσουμε όλα τα ποσοστά των σχετιζόμενων με τον «χώρο» κομμάτων, μικρών και μεγάλων, αγγίζει το 13%. Δεν έγινε, όμως, άμεσα εμφανές λόγω της πολυδιάσπασης. Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι η πολυδιάσπαση, αλλά η έλλειψη ποιότητας στην εκπροσώπηση. Λίγα από τα πρόσωπα που διεκδίκησαν την εκπροσώπηση των Ελλήνων εθνικιστών και παραδοσιοκρατών είναι πράγματι αξιόλογα. Κι αυτό δεν είναι κάτι που συνέβη χθες. Είναι κάτι που συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια. Επιπλέον, ήταν αναμενόμενο ότι το συγκεκριμένο γεγονός θα αποκάλυπτε την σοβαρότητα της διάστασής του, όταν η οργή της πρώτης εποχής των μνημονίων (2010-2014) θα καταλάγιαζε, και οι απαιτήσεις μιας εκλογικής μάχης θα προϋπέθεταν περισσότερες δεξιότητες από την καταγγελία των μνημονίων.  
  
Ε) Ένα πολύ βασικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικιστικού χώρου είναι το ότι πολλοί από τους πολιτικούς που τον στελεχώνουν ελέγχονται (συνειδητά ή και χωρίς να το αντιλαμβάνονται) από το πολιτικό δίκτυο του Αντώνη Σαμαρά. Ένα άλλο πολύ βασικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικιστικού χώρου είναι το ότι πολλοί από τους πολιτικούς που τον στελεχώνουν ελέγχονται (συνειδητά ή και χωρίς να το αντιλαμβάνονται) από την οικογένεια Μητσοτάκη. Ευτυχώς, ανάμεσά τους υπάρχουν και κάποιοι κανονικοί εθνικιστές.

Ζ) Έχουμε επισημάνει επανειλημμένα ότι το πρώτιστο και βασικότερο πρόβλημα του εθνικιστικού χώρου στην Ελλάδα είναι ότι δεν διαθέτει πνευματικούς ανθρώπους, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και ακαδημαϊκούς, ώστε να αναδείξουν το θεωρητικό υπόβαθρο της εθνικιστικής πολιτικής θεωρίας και τις ρομαντικές της καταβολές. Συνέπεια αυτής της έλλειψης είναι να μην προβάλλονται αποκρυσταλλωμένοι οι όροι και οι έννοιες της εθνικιστικής θεωρίας στον δημόσιο λόγο. Με αποτέλεσμα να μπορούν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι να δαιμονοποιούν, αλλά και να μοχλεύουν τον εθνικιστικό χώρο, ρίχνοντας στο πεδίο του διάφορους τσάτσους της Δεξιάς, που, βρισκόμενοι σε αποστολή, παρουσιάζουν ως εθνικιστικές κάθε είδους αποκρουστικές γελοιότητες.

Η) Στις συνελεύσεις των οργανωτών, που ακολούθησαν τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό, αν κάποιοι είχαν δώσει σημασία στην πρότασή μας για την αναγκαιότητα της ύπαρξης εθνοκεντρικών δομών διανόησης και κοινωνικής δράσης (πριν την δημιουργία οποιασδήποτε κομματικής κίνησης) και είχαν σεβαστεί το γεγονός ότι η πρόταση εκείνη υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων, σήμερα ίσως να ήταν διαφορετικοί οι συσχετισμοί ιδεολογικής διαπάλης. Γιατί σ' εκείνες τις συνελεύσεις υπήρχε το υπόβαθρο ώστε να υποστηριχθεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Αντίθετα, κάποιοι προτίμησαν να διαλύσουν τις συνελεύσεις προκειμένου να δημιουργήσουν ένα κόμμα, όντας βέβαιοι ότι σύντομα θα…κυβερνούσαν την Ελλάδα!! Χθες έλαβαν το βαρυσήμαντο 0,17%, κι αυτό λόγω της προσωπικής δημοφιλίας παλαιού βουλευτή, που μόλις πρόσφατα συνδέθηκε μαζί τους. Δυσκολευόμαστε να κρίνουμε αν αξίζουν τον θυμό ή τον οίκτο μας.

Θ) Οι χθεσινές εκλογές δημιούργησαν τα εξής δεδομένα. Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς έστειλαν στην ευρωβουλή, προκειμένου να υπερασπιστούν σοσιαλιστικές αξίες, τους επαναστάτες μαρξιστές Έλενα Κουντουρά και Πέτρο Κόκκαλη. Από την άλλη, οι ψηφοφόροι της Δεξιάς έθεσαν την βάσεις ώστε να παραδοθεί σε μια οικογένεια, με βεβαρυμένο πολιτικό παρελθόν, το κράτος και ο δήμος Αθηνών. Ας αναλογιστούμε ότι σε λίγες ημέρες, όσοι ζούμε στο κέντρο των Αθηνών, θα αναπτύσσουμε τις δραστηριότητές μας σε μια γεωγραφική περιοχή που κρατικά θα διοικεί ο αδερφός και αυτοδιοικητικά ο γιος της Ντόρας!! Κι όλα αυτά χάρη στους ψηφοφόρους που υποτίθεται ότι εκφράζουν τις αξίες του..ευρωπαϊσμού!!


Ι) Το 2011 αποτελέσαμε την πρώτη ομάδα του πολιτικού μας «χώρου», που κατέβηκε στην πλατεία Συντάγματος για να λάβει μέρος στην αντιμνημονιακή μάχη. Μας ακολούθησαν οι υπόλοιπες αυτόνομες ομάδες, καθώς και τα κόμματα. Αποδείχτηκε ότι η σύνδεση της παραδοσιοκρατίας με τα κοινωνικά και τα οικονομικά αιτήματα, μέσα από ένα εθνοκεντρικό πρίσμα, ήταν τόσο επιτυχημένη ώστε να εκτοξεύσει τον εθνικιστικό χώρο από το περιθώριο στο προσκήνιο του πολιτικού στερεώματος.

Αν κάποιοι σέβονταν αυτή την κοινωνιστική υποθήκη τώρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, τόσο για τους ίδιους όσο και για το σύνολο του «χώρου». Δεν το έκαναν, όμως, προτιμώντας την επιδερμικά μετρήσιμη ενίσχυση της άντλησης δύναμης από τον βούρκο των δυσαρεστημένων δεξιών. Αντί να στοχεύσουν στους αναποφάσιστους και στους ανένταχτους απογοητευμένους, (που εκείνη την εποχή εισέρεαν μαζικά στον πολιτικό στίβο μέσω του κινήματος των αγανακτισμένων), προκειμένου να απλώσουν τον εθνικισμό στο κοινωνικό φάσμα που του αξίζει και να αναδείξουν τον πολυμορφικό πλούτο της πολιτικής του θεωρίας, προτίμησαν να περικυκλώσουν την «πολυκατοικία» της Νέας Δημοκρατίας. Μέχρι που οι αναθυμιάσεις του βούρκου της Δεξιάς, άρχισαν να επηρεάζουν και τους ίδιους...

Επίσης, αν το σύνολο των πολιτικών στελεχών των κομμάτων του εθνικιστικού χώρου (μικρών και μεγάλων) υπέθεσαν ότι με την, ασφαλώς σωστή, συμμετοχή στις διαδηλώσεις για το μακεδονικό, θα ξανασυνδέονταν με κοινωνικά δυναμικές ομάδες, αποδείχτηκε ότι έσφαλαν. Γιατί ο στείρος «ζητοπατριωτισμός» είναι προϊόν της Δεξιάς. Κι αυτός ήταν που έδωσε τον τόνο στις διαδηλώσεις. Κανείς δεν έστρεψε το βλέμμα των διαδηλωτών προς τον βρώμικο ρόλο των μεγάλων δυνάμεων. Αντιθέτως, αφέθηκαν να αλωνίζουν σαν άλλοι "θείοι από την Αμερική" και να έχουν δημόσιο λόγο για τις εξελίξεις, οι διάφοροι Κρις Σπύρου. Κανείς δεν ανέλυσε γιατί η συμφωνία των Πρεσπών αποτέλεσε ιδεολογική πτυχή του διεθνούς εξουσιαστικού φιλελευθερισμού, γεωπολιτική αντανάκλαση των διαχρονικών δυτικών και εβραϊκών συμφερόντων στην βαλκανική και σχέδιο που την εφαρμογή του ανέλαβαν η αμερικανική και η γερμανική πρεσβεία. Οι μόνες ισχνές αναφορές για τον διεθνή παράγοντα ήταν κι εκείνες αποστεωμένα ψυχροπολεμικές και στόχευαν στον επικίνδυνο ρόλο που έπαιξε, κατά το ιστορικό παρελθόν, η..Ρωσία. 

Αντιθέτως όλη η προσοχή στράφηκε στα απερίσκεπτα και ιδεοληπτικά εγχώρια πιόνια που υπέγραψαν την συνθήκη των Πρεσπών και όχι σε αυτούς που την προετοίμασαν. Με συνέπεια το κύριο αίτημα των διαδηλώσεων να χάσει τον προσανατολισμό του. Αντί να στραφεί κατά των σχεδιαστών της συνθήκης των Πρεσπών, στράφηκε τελικά μόνο ενάντια στους "μπροστινούς" που την υπέγραψαν.

Μέσα σε αυτό κλίμα χρειαζόταν πολύ λεπτή διαχείριση ώστε να αποκτήσει μια περισσότερο ηθικοπλαστική διάσταση ο αγώνας, όπως πρότεινε ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ο Ίων Δραγούμης, προκειμένου να μην εκφυλιστεί σε μια πρόσκαιρη αντίδραση, που θα έβγαζε τελικά κερδισμένη την Δεξιά και όχι τον εθνικιστικό χώρο. Και, δυστυχώς, δεν υπήρχαν παράγοντες στο προσκήνιο που θα μπορούσαν να την εγγυηθούν. Το "ΟΧΙ στην συμφωνία των Πρεσπών", μετατράπηκε πονηρά σε ένα "όχι στον Τσίπρα". Και βασικός κερδισμένος αυτής της εξέλιξης δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τη Ν.Δ.


Κοντολογίς,  ο «ζητοπατριωτισμός», αν δεν συνοδεύεται από κοινωνιστικές και ριζοσπαστικές προτάσεις, αποκλείεται να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει εκείνους που χάνουν καθημερινά την ζωή τους λόγω των δεξιών οικονομικών και γεωπολιτικών σχεδιασμών της παγκοσμιοποίησης. Και αυτοί που χάνουν καθημερινά την ζωή τους είναι οι πολύτιμοι για εμάς τους παραδοσιοκράτες. Όχι οι «καθώς πρέπει» αστοί -και αμφιβόλου συνέπειας- δήθεν πατριώτες. Ούτε οι ημίτρελοι συνομωσιολόγοι των παραθρησκευτικών συλλόγων.

Κ) Τα εθνικιστικά και τα Αριστερά κόμματα είχαν στηρίξει αρκετές ελπίδες στην ψήφο των 17άρηδων. Αποδείχτηκε ότι οι ελπίδες τους δεν ήταν και τόσο βάσιμες. Γιατί μπορεί τα ποσοστά των εφήβων ψηφοφόρων που στήριξαν ριζοσπαστικές λύσεις να ήταν σχετικά καλά, αυτό όμως δεν αναιρεί ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία στήριξε τη Ν.Δ. Και πάλι, θα θυμίσουμε ότι αν είχαν εισακουστεί όσα λέμε και γράφουμε τόσα χρόνια, το συγκεκριμένο γεγονός δεν θα εξέπληττε κανέναν. Η εμπειρία μας στα πανεπιστήμια μας κάνει να γνωρίζουμε κι εμείς κάτι για την έλξη που ασκεί η φοιτητική πατσαβούρα που ονομάζεται ΔΑΠ στους νέους. 

Επαναλαμβάνουμε, λοιπόν, ότι όσο η κουλτούρα, η μουσική και ο τρόπος ζωής του αστικού life style αναπαράγεται, τόσο θα βαθαίνει η ιδεολογική ηγεμονία του φιλελευθερισμού. Όσο οι νέοι της εποχής θα γεμίζουν στάδια για να βλέπουν τον Θέμη Γεωργαντά, την Φουρέιρα, τον Αντώνη  Ρέμο και τους λοιπούς, τόσο θα μεγαλώνει η πολιτική επιρροή των δυνάμεων της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Όσο τα περιοδικά μόδας και life style θα δίνουν τον τόνο αντικαθιστώντας τα μουσικά έντυπα και τα comics στις προτιμήσεις των νέων, όσο τα πολυεθνικά καταστήματα ένδυσης θα μετατρέπονται σε στέκια ανέμυαλων νεαρών καταναλωτών, τόσο οι Μητσοτάκηδες και οι Μπακογιάννηδες θα αλώνουν την πολιτική ζωή του τόπου.  

Οι αριστεροί, που διαθέτουν πολιτικό υπόβαθρο, αντιλαμβάνονται τι εννοούμε. Αλλά διαθέτουν μια ιδεολογία σε κρίση, που δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στην φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Οι αριστερές δομές διανόησης και παραγωγής ιδεών, στάσεων και συμπεριφορών, πάσχουν από ένα βασικό πρόβλημα. Δεν μπορούν να τροφοδοτηθούν από μια ισχυρή ιδεολογία.

Οι εθνικιστές, άραγε, αντιλαμβάνονται τι εννοούμε; 

Κ) Αν τα δυο εθνικιστικά κόμματα που εισήλθαν στην ευρωβουλή κάνουν το λάθος να εμπλακούν σε μια κοκορομαχία, κατά την προεκλογική τους εκστρατεία για τις επερχόμενες εκλογές, θα προσφέρουν το μεγαλύτερο δώρο στη Νέα Δημοκρατία. Το πιο πιθανό είναι να τραυματιστούν και τα δυο, να αποδυναμωθούν και να κινδυνεύσουν, πριμοδοτώντας τελικά το κόμμα του Σαμαρά.

Λ) Κι ενώ συμβαίνουν όλα τα παραπάνω, αθόρυβα, μεθοδικά και σταθερά, η Άγκυρα προωθεί τα συμφέροντά της στην Θράκη

Σχόλια

Τα γράφεις δεν τα γράφεις, δεν υπάρχει μέλλον φίλε μου. Μετά τις εκλογές τα εθνικιστικά κόμματα τρώγονται σαν τα κοκόρια και αφήνουν τον Μητσοτάκη να κάνει περίπατο. Ο Βελόπουλος ξεκίνησε αντιφασιστικό αγώνα, οι άλλοι κάναν πρόταση στο τσιράκι του Σαμαρά να συνεργαστούν εκλογικά. Τον άνθρωπο που κάθε μέρα γράφει δεξιούς ύμνους κατά του εθνικισμού στηναρθρογραφία του. Τι άλλο θα δούμε γαμώ την τρέλα μου??
Αλλά τι να περιμένεις από τους απολίτιστους? Να κατανοήσουν τον εθνικισμό του Δραγούμη?. Όχι βέβαια. Ακροατές της Φουρέιρα είναι και αυτοί. Καταναλωτές του αστικού life style με λίγο πατριωτικό προφίλ. Πολύ λίγο. Ίσα ίσα για να φορέσουν καμιά μπλούζα με ελληνική σημαία στο γυμναστήριο και να καμακώσουν καμιά γκόμενα σε night club στο Γκάζι.
Παρασκευή, 31 Μαΐου, 2019
 
 Η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας είπε...
Ανώνυμε, ο εκνευρισμός είναι κατανοητός και δικαιολογημένος. Επειδή, όμως, η κατάσταση είναι ακόμη ρευστή, εκτίμησή μας είναι ότι καλά θα κάνουμε να περιμένουμε την κατάληξη, προκειμένου να εξάγουμε τα τελικά μας συμπεράσματα.

Ένα, πάντως, είναι σίγουρο. Εμείς δεν απευθυνόμαστε σε ξεχωριστά πρόσωπα και κόμματα, αλλά συνολικά στον εθνικιστικό-παραδοσιοκρατικό χώρο. Και λέμε το εξής: Όποιος, συντηρητικός ή "ριζοσπάστης", δοκιμάσει να εκφυλίσει την εθνικιστική θεωρία και να προδώσει το ρομαντικό της υπόβαθρο, προκειμένου να υιοθετήσει εκείνο της αντιφασιστικής (sic) μεταμοντέρνας Νέας Δεξιάς, θα κάνει μεγάλο λάθος. Κι εμείς θα είμαστε εκείνοι που συνεχώς θα το θυμίζουν. Και δεν θα ξεχάσουμε. Και δεν θα συγχωρήσουμε.
Παρασκευή, 31 Μαΐου, 2019