Σχετικά με την έκθεση για τα ελληνικά ‘80’s που πραγματοποιείται στην Τεχνόπολη του δήμου Αθηνών

                                                         του Σταμάτη Μαμούτου

Αναμφίβολα, η έκθεση GR80’S που αφορά την ελληνική δεκαετία του ’80 και πραγματοποιείται στην Τεχνόπολη του δήμου Αθηνών στο Γκάζι αποτελεί μια πρόταση που μαγνητίζει την προσοχή όλων όσων αντιλαμβανόμαστε την ιδιαίτερη σημασία που είχαν τα δρώμενα εκείνης της δεκαετίας στο μουσικό πεδίο -αλλά και όχι μόνο.  Η δεκαετία του ’80, και μάλιστα στην ελληνική εκδοχή της, διέθετε γνωρίσματα που την καθιστούν πλέον σημείο νοσταλγικών αναφορών των παλαιότερων γενιών αλλά και της προσδίδουν ερευνητικό ενδιαφέρον για τις κοινωνικές επιστήμες. 


Υπό αυτό το πρίσμα φαίνεται πως έχει οργανωθεί και η συγκεκριμένη έκθεση στην Τεχνόπολη. Η οργανωτική δομή και η «σκηνογραφία» του χώρου υποδηλώνουν ότι τα εκθέματα και οι λοιπές δραστηριότητες είναι δοσμένες μέσα από μια κοινωνιολογική ματιά, η οποία υποφώσκει της πρώτης νοσταλγικής συγκίνησης που ενδεχομένως προκαλεί η οπτική επαφή με τις εικόνες και τα άλλα εκθέματα. Και τούτο είναι κάτι που προϋποθέτει έναν κίνδυνο. Γιατί η ισορροπία ανάμεσα στην συγκινησιακή τέρψη και την αναλυτική περιπλοκότητα της κοινωνιολογικής ματιάς δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να επιτευχθεί με ευκολία.


Εισερχόμενος στο περιεχόμενο της έκθεσης οφείλω να αναφέρω δυο κύρια γνωρίσματα. Το πρώτο είναι ότι τα εκθέματά της απλώνονται στις διάφορες αίθουσες της Τεχνόπολης ανάλογα με την θεματική τους. Το δεύτερο αφορά τον τρόπο που οι διοργανωτές επέλεξαν να προβάλουν τα εκθέματά τους. Και σε ό,τι αφορά αυτό το γνώρισμα οι διοργανωτές, προκρίνοντας μια μεταμοντέρνα αισθητική γραμμή, επέλεξαν να απλώσουν στους τοίχους των κτιρίων εικόνες και σύντομες περιγραφές, που για να παρακολουθήσει τη νοηματική τους συνέχεια ο επισκέπτης πρέπει να ακολουθήσει διαβάζοντας και παρατηρώντας. Αν και προσωπικά είμαι αντίθετος σε τέτοιες αισθητικές προσεγγίσεις οφείλω ωστόσο να παραδεχτώ ότι η συγκεκριμένη επιλογή αποδεικνύεται πολύ βολική στο θέμα της χρήσης του χώρου. Γνώμη μου βέβαια είναι πως θα έπρεπε τα κείμενα και οι εικόνες που σχηματίζουν την ιστορική και νοηματική τους σειρά στους τοίχους των αιθουσών να είναι λίγο μεγαλύτερα, για να διαβάζονται και να παρατηρούνται πιο εύκολα.

Σε γενικές γραμμές πάντως η ιδέα του όλου «στησίματος» είναι αυτή. Κάθε αίθουσα έχει μια θεματική (πχ. πολιτική ή δημοσιογραφία ή μουσική κλπ στα 80’s), στους τοίχους της απλώνονται εικόνες και πληροφορίες ενώ στο εσωτερικό της φιλοξενούνται εκθέματα και περίπτερα με συγκεκριμένες υποθεματικές. Για παράδειγμα, στην αίθουσα που αφορά την μουσική της δεκαετίας του ’80 παρατηρούμε στους τοίχους να απλώνονται κείμενα και εικόνες που αφορούν την σκηνή του ελληνικού rock και του έντεχνου τραγουδιού ενώ στο εσωτερικό της υπάρχουν περίπτερα που φιλοξενούν εκθέματα από μεμονωμένες σκηνές (πχ. ένα περίπτερο για το ελληνικό heavy metal και άλλο για το ελληνικό punk). 


Αν μου ζητούσε κανείς να εκφράσω μια συνολική εντύπωση για την έκθεση θα έλεγα ότι είναι θετική. Δυνατό της σημείο είναι η αίθουσα που έχει διακοσμηθεί σαν ένα μεσο-μικροαστικό σπίτι της δεκαετίας του ’80. Εισερχόμενος στο περιβάλλον του επέστρεψα κυριολεκτικά στην εποχή της παιδικής κι εφηβικής μου νιότης. Επίσης, εξαιρετική ήταν η ιδέα να δημιουργηθεί ένας μικρός χώρος που αφορά τα ηλεκτρονικά παιχνίδια με τις παλιές καμπίνες εκείνης της εποχής, τα οποία μπορούν οι επισκέπτες να παίξουν δωρεάν (αν και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν και κάποια παιχνίδια της δεκαετίας του ’90 αλλά αυτό δεν μας ενόχλησε καθόλου).



Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στην προσπάθεια να στηθεί με playmobils το σκηνικό της συναυλίας -φεστιβάλ στο Καλλιμάρμαρο, καθώς επίσης και εκείνο της επιστροφής του Ανδρέα Παπανδρέου από την Βρετανία όταν και έκανε το ιστορικό νεύμα στην μέλλουσα (τότε) σύζυγό του Δήμητρα Λιάνη να τον ακολουθήσει στην σκάλα του αεροπλάνου της Ολυμπιακής. 


Συγκινητική υπήρξε η θέα ενός αστραφτερού ελληνικού τζιπ Πόνυ. Πρόκειται για το ελληνικής κατασκευής αυτοκίνητο που σταμάτησε να κυκλοφορεί κατά την δεκαετία του ’80, έπειτα από έντονο παρασκήνιο και μεγάλες ευθύνες του ελλαδικού πολιτικού συστήματος. Στο περίπτερο που αφορά τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και την «μηχανόβια» κουλτούρα της δεκαετίας του ’80 μπορούν οι επισκέπτες να θαυμάσουν μια καλογυαλισμένη πενταμισάρα Yamaha, την μηχανή σύμβολο δηλαδή όσων απολάμβαναν να ανεμίζουν τις χαίτες τους ισορροπώντας στον πίσω τροχό εκείνα τα χρόνια.


Τέλος, στην έκθεση πραγματοποιούνται ενδιαφέρουσες παράλληλες εκδηλώσεις με πεδίο αναφοράς την ελληνική δεκαετία του ’80. Προσωπικά ήμουν τυχερός γιατί παρακολούθησα (1/3/2017) την εκδήλωση «Προφορική Ιστορία. Καταγραφές της κομματικής στράτευσης» που συνδιοργάνωσε η Ερευνητική Ομάδα Μεταπολίτευσης – Ομάδα Προφορικής Ιστορίας (ΕΟΜ-ΟΠΙ) του Εργαστηρίου Ελληνικής Πολιτικής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΠΑ), -επιστημονικός υπεύθυνος της οποίας είναι ο φίλος μου καθηγητής ιστορίας Γιώργος Θεοδωρίδης- στην οποία παρουσιάστηκαν τα πρώτα συμπεράσματα μιας έρευνας που αφορά τις αξίες, τις αντιλήψεις και την πολιτική συμπεριφορά των απλών μελών και των χαμηλόβαθμων στελεχών των πολιτικών κομμάτων κατά τη δεκαετία του ’80. Ωστόσο, υπήρξαν πολλές ακόμη ενδιαφέρουσες διαλέξεις και ενδεικτικά θα αναφέρω τους τίτλους ορισμένων: «Αθλητισμός, ένα εργαστήριο της κοινωνικής αλλαγής στην Ελλάδα του ‘80», «Λαϊκότητα και ποδόσφαιρο: Μορφές κοινωνικής αυτονομίας», «Η δύσκολη ενηλικίωση των νέων της δεκαετίας του 1980. Λογοτεχνική αποτύπωση», «Από την αίθουσα στο σπίτι: Δημοφιλής κινηματογράφος του ’80 και βιντεοπαραγωγή».

Διευκρινίζω βέβαια πως μέσω των εκθεμάτων πραγματοποιείται μια γενική προσέγγιση των θεματικών της δεκαετίας του ’80. Πράγμα που σημαίνει ότι αν κάποιος επισκέπτης ψάχνει κάτι πολύ εξειδικευμένο ίσως να εντοπίσει κάποιες ελλείψεις. Για παράδειγμα το περίπτερο που φιλοξενεί τις αναφορές και τα εκθέματα για το heavy metal είναι σαφώς φτωχότερο από το αρχείο που έχουμε τα μέλη της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας. Θα προσέθετα επίσης ότι στο μουσικό πεδίο θα ήταν ίσως καλό να υπήρχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την μεριά των διοργανωτών για την ελληνική pop σκηνή, που κατά την δεκαετία του ’80 διέθετε και σημαντικές φωνές να την εκπροσωπούν (όπως για παράδειγμα η Ελένη Δήμου) αλλά και αποκόμιζε σημαντική υποστήριξη από μεγάλη μερίδα ακροατών. Επίσης, μου έκανε εντύπωση ότι ο χώρος έκθεσης των comics της δεκαετίας του ’80 (κι αυτή η συλλογή φτωχή σε σύγκριση με τις βιβλιοθήκες των μελών της λέσχης μας) βρισκόταν μεν δίπλα σε παλιούς υπολογιστές η θέα των οποίων μας συγκίνησε (AttariSpectrum κλπ) αλλά και σε τελείως διαφορετικό σημείο από εκείνον της «επίσημης» βιβλιοθήκης. 

Κλείνοντας θα ήταν χρήσιμο να σημειώσω ότι για να επισκεφθεί κανείς την έκθεση πρέπει να πληρώσει εισιτήριο εισόδου. Η τιμή για τους φοιτητές και τους άνεργους είναι 2,5 ευρώ και θα την χαρακτήριζα πολύ καλή. Για όλους τους υπόλοιπους το εισιτήριο κοστίζει 5 ευρώ, τιμή σαφώς προσιτή αλλά που -βάσει της οικονομικής συνθήκης των καιρών μας- θα μπορούσε να είναι και χαμηλότερη. Τέλος, στον χώρο υπάρχει και καντίνα-περίπτερο που πωλεί είδη της έκθεσης. Από τα βιβλία αξίζει ένα επιστημονικό εγχειρίδιο το οποίο εστιάζει στις καταλήψεις των σχολείων ενώ από τα παιχνίδια οι (παλιοί και αγαπημένοι) βόλοι και το γιο-γιο, που όμως διατίθενται κι αυτά σε τσιμπημένες τιμές.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, η όλη οργάνωση αυτής της έκθεσης είναι σαφές ότι έχει πραγματοποιηθεί με κόπο και φροντίδα. Εκτιμώ ότι οι επισκέπτες φεύγουν από τους χώρους της ευχαριστημένοι και σαφώς προτείνω σε όσους δεν την έχουν επισκεφθεί να το κάνουν αυτές τις ημέρες που απομένουν μέχρι την ολοκλήρωσή της. 

Δέσποινα Μάτζαρη «Ένα ζήτημα ζωής και θανάτου»-παρουσίαση βιβλίου

                                                        του Δημήτρη Αργασταρά 

Τα τελευταία χρόνια ένας φρέσκος, δημιουργικός αέρας πνέει στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Νέοι συγγραφείς που έχουν προσεγγίσει το είδος από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια –κυρίως μέσα από επιτυχημένες σειρές φαντασίας του εξωτερικού που βρήκαν καλή απήχηση και στην χώρα μας– με αξιόλογη εκπαίδευση, ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες και θετική στάση απέναντι στην ζωή, δοκιμάζουν τις συγγραφικές τους δυνάμεις σε αυτό το πεδίο και δίνουν, όχι σπάνια, πραγματικά αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα.


Μια τέτοια ευτυχή περίπτωση αποτελεί και η Δέσποινα Μάντζαρη, που ήδη από το πρώτο της βιβλίο «Μία, το αόρατο κορίτσι» απέσπασε τις θετικές εντυπώσεις των αναγνωστών, κι ένα βραβείο από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου. Εμείς την γνωρίσαμε μέσα από το πρώτο βιβλίο της σειράς «Τα Χρονικά του Μπίλι βαν ντερ Μπιχλ» με τίτλο «Ένα ζήτημα ζωής και θανάτου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος.

Τοποθετημένο εξαρχής σε ένα φανταστικό κόσμο, σε έναν πλανήτη που έχει το σχήμα ενός «δακτυλοειδούς τόρου» ή, πιο απλά, το σχήμα ενός ντόνατ ή μιας σαμπρέλας, και με το πρώτο κεφάλαιο να περιλαμβάνει την περιγραφή ενός ευτράπελου, όσο και σκληρού, αγώνα ποδοσφαίρου με παίκτες λιλιπούτειους πειρατές, ληστές και μισθοφόρους –στο γήπεδο Σαντιάγκο Μπερνανιάου– η συγγραφέας μας εισάγει άμεσα σε ένα σύμπαν όπου το φανταστικό και ανοίκειο στοιχείο έχει αντικαταστήσει την καθημερινή πραγματικότητα. 


Ο Μπίλι είναι ένα αγόρι στην αρχή της εφηβείας του, που διαθέτει όμως μια ξεχωριστή ιδιότητα: αν κλείσει ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρά του ένα αντικείμενο που βλέπει από μακριά, τότε μπορεί να σμικρύνει το αντικείμενο αυτό στο μέγεθος που έχει το άνοιγμα των δακτύλων του, και στην συνέχεια μπορεί να κινήσει και να ξαναμεγενθύνει αυτή την μινιατούρα όπως επιθυμεί. Δεν είναι μάγος, δεν είναι κάτι μαγικό, είναι απλώς κάτι που μπορεί και κάνει, κι ενώ στην αρχή αυτό το χάρισμα του προσδίδει μια ξεχωριστή δημοφιλία ανάμεσα στους συντοπίτες του, σύντομα θα διαπιστώσει ότι μπορεί να του προκαλέσει και προβλήματα.

Κι έτσι βρίσκουμε τον Μπίλι να έχει απομονωθεί σε ένα στοιχειωμένο κάστρο, παρέα με τα φαντάσματα ενός παλιού αριστοκράτη βαρόνου και των δύο υπηρετών του, την στρουμπουλή και περιποιητική Ρίτα και τον γαλλοτραφή μάγειρα Αντουάν. Ώσπου τρεις παράξενοι επισκέπτες θα χτυπήσουν την πόρτα του απομονωμένου πύργου. Δύο τρολ, ο Γκρον και η Μιμίλα, και ένα ξανθό ξωτικό θα παρασύρουν τον Μπίλι σε μια περιπέτεια αναζήτησης, γιατί κάτι πολύ περίεργο φαίνεται πως συμβαίνει στον κόσμο τους, κανείς πλέον δεν πεθαίνει φυσιολογικά, κάτι έχει γίνει με τον ίδιο τον θάνατο, και ποιός άλλος εκτός από τον ίδιο τον Χάρο, τον Μακάβριο Θεριστή, μπορεί να απαντήσει σε αυτό; Στην μακριά και διασκεδαστική τους πορεία ο Μπίλι και οι καινούριοι του φίλοι θα συναντήσουν τον μάγο Σολιμάγ, έναν μεθυσμένο δράκο, τον αλχημιστή Παοέλο, την όμορφη μαθητευόμενη μάγισσα Σελένα, μαζί με όλη την σχολή της, καθώς και κύκλωπες μπάτλερ, αστεία όσο και επικίνδυνα ζόμπι, αρχαία ξόρκια, υπαλλήλους της υπηρεσίας του κάτω κόσμου και τροπικές παραλίες.


Το «Ένα ζήτημα ζωής και θανάτου» αποτέλεσε για μας μια ευχάριστη έκπληξη. Πρόκειται για μια χαριτωμένη ιστορία με όμορφα δοσμένους χαρακτήρες, που διαπνέεται από αβίαστο χιούμορ και καταπληκτική ευρηματικότητα. Η Δέσποινα Μάτζαρη φτιάχνει με παιγνιώδη διάθεση έναν σύνθετο κόσμο όπου όλα τείνουν σε μία μαγική ενότητα, η συνήθης πραγματικότητα ανατρέπεται χωρίς αυτό να μας ξενίζει, και το αδύνατο γίνεται πειστικά δυνατό. Έτσι, η αφήγηση της ιστορίας κυλά απρόσκοπτα, κερδίζοντας τον αναγνώστη, ενώ οδηγούμαστε τόσο ομαλά και απλά μέσα στην ιδιαίτερη κοσμοπλασία της ώστε με το τέλος του βιβλίου έχουμε την αίσθηση ότι γνωρίσαμε πραγματικά αυτόν τον παραμυθένιο κόσμο.  

Επίσης, η συγγραφέας σκιαγραφεί με ιδιαίτερο ταλέντο τον κεντρικό χαρακτήρα της, τον Μπίλι, ο οποίος παλινδρομεί ανάμεσα στα άχαρα χαρακτηριστικά της εφηβείας του και στην δημιουργική, καλλιτεχνική του φύση. Η σύνθεση της παράξενης παρέας έρχεται να αποσπάσει τον Μπίλι από το μελαγχολικό και βαρετό του εγκλεισμό στον πύργο, μετά την δυσάρεστη έκθεση των ξεχωριστών του δυνατοτήτων, και να τον εξοικειώσει με την ανοίκεια μαγεία και την ποικιλόμορφη ομορφιά του κόσμου που τον περιβάλλει. Και αυτό το ταξίδι ενηλικίωσης προσφέρεται μέσα από ένα δροσερό, διασκεδαστικό κείμενο, όπου παρά τα διάφορα συναπαντήματα και τις ανατροπές, όλα προκύπτουν φυσιολογικά και αβίαστα, μέσα από μία συναρπαστική γραφή με έντονη παραστατικότητα.


Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στην εξαιρετική εικονογράφηση του βιβλίου, που ανήκει στην ίδια την συγγραφέα, και που μας αποκαλύπτει μία ακόμη πτυχή του ταλέντου της. Από τις καλύτερες που έχουμε δει στο είδος της εφηβικής, νεανικής λογοτεχνίας, η πλούσια και ισόρροπα κατανεμημένη εικονογράφηση ξεκινά από το εξώφυλλο και συνεχίζεται σε ολόκληρο το κείμενο συμβάλλοντας πολύ στην αισθητική αρτιότητα της έκδοσης. Πρόκειται για μια εικονογράφηση που γίνεται οργανικό μέρος του κειμένου και καλεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί ακόμη περισσότερα με τα ήδη γοητευτικά χαρακτηριστικά του βιβλίου.

Εν ολίγοις, νομίζω πως έγινε φανερό ότι αυτή η πρώτη περιπέτεια του Μπίλι βαν ντερ Μπιχλ μας άρεσε πάρα πολύ και μας χαροποίησε ιδιαίτερα. Είναι ένα βιβλίο που προσφέρει την χαρά της ανάγνωσης και που αξίζει να διαβαστεί, όχι μόνο από τους φίλους της λογοτεχνίας του φανταστικού αλλά και από κάθε νεαρό αναγνώστη που θα ήθελε να εμπλουτίσει την βιβλιοθήκη του με ένα καλό βιβλίο. Με ανυπομονησία θα περιμένουμε την συνέχεια....

Ο Θανάσης Βέμπος παραχωρεί συνέντευξη στους Σταμάτη Μαμούτο και Δημήτρη Αργασταρά



Ο ιστορικός Έλληνας συγγραφέας έργων της λογοτεχνίας του φανταστικού και ερευνητής μεταφυσικών φαινομένων Θανάσης Βέμπος παραχωρεί μια εξαιρετική συνέντευξη και μιλά για την λογοτεχνική και αρθρογραφική του διαδρομή, από τις απαρχές της μέχρι και σήμερα, στον Σταμάτη Μαμούτο και στον Δημήτρη Αργασταρά.

Μια ιδεολογική διαμάχη με αφορμή ένα θανατηφόρο τροχαίο

                                                         του Σταμάτη Μαμούτου

Είναι αναμφίβολο ότι η είδηση που συγκέντρωσε την προσοχή της κοινής γνώμης κατά τις τελευταίες ημέρες είναι εκείνη του θανατηφόρου δυστυχήματος, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους ένα τρίχρονο αγόρι, μια μητέρα και δυο νεαροί. Πρόκειται για το μοιραίο τρακάρισμα της πολυτελούς «Porsche», όπως έγινε γνωστό από τις περιγραφές των μέσων μαζικής ενημέρωσης του τόπου μας.

Καταρχάς εκτιμώ ότι μπορεί καθένας να νοιώσει κάτι από τον πόνο και την θλίψη των οικογενειών που έχασαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Και δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να μείνουμε περαιτέρω σε αυτή την οδυνηρή διαπίστωση. Εκείνο που φρονώ ωστόσο ότι έχει ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισαν και παρουσίασαν το θέμα τα ειδησεογραφικά επιτελεία των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών. Ένας τρόπος μπολιασμένος -θα έλεγα- με την έκδηλη, και απροκάλυπτη κατά τα τελευταία χρόνια, εξουσιαστική συμπεριφορά που έχουν υιοθετήσει.


Ξεκινώντας να αναλύω τι εννοώ θα σταθώ στα σχόλια ενός επαγγελματία οδηγού, που διέθετε το λογοτεχνικού απόηχου επώνυμο Ιαβέρης αν θυμάμαι καλά, τα οποία ακούστηκαν όταν ο εν λόγω οδηγός βρέθηκε προσκεκλειμένος στο δελτίο ειδήσεων που παρουσιάζει ο Νίκος Χατζηνικολάου. Η αλήθεια είναι ότι ο συγκεκριμένος ομιλητής παρέθεσε δυο πολύ σωστές διαπιστώσεις. Είπε αρχικά ότι η οδική συμπεριφορά αποτελεί μέρος της συνολικής συμπεριφοράς του κάθε ανθρώπου. Κι έπειτα διερωτήθηκε γιατί τόσα δυστυχήματα που γίνονται καθημερινά δεν συγκεντρώνουν την δημοσιογραφική προσοχή που συγκέντρωσε το δυστύχημα της «Porsche». Φρονώ πως η απάντηση στο ερώτημα είναι ότι το εν λόγω δυστύχημα διέθετε τέτοια γνωρίσματα που συνήθως κεντρίζουν την προσοχή. Όπως για παράδειγμα τον θάνατο ανυποψίαστων ανθρώπων εξαιτίας του λάθους ενός άλλου, τον θάνατο ενός μικρού παιδιού, τα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του φταίχτη κλπ. Ο Χατζηνικολάου, βέβαια, όντας στον «τηλεοπτικό αέρα», χωρίς να έχει την πολυτέλεια του χρόνου να σκεφτεί και να αρθρώσει μια ολοκληρωμένη απάντηση, αρκέστηκε στην διαπίστωση ότι τέτοια συμβάντα «πουλούν» και δυστυχώς ο τηλεοπτικός χρόνος θα πρέπει να ακολουθεί τους νόμους της αγοράς.

Δεν θα έλεγα ότι ήταν λανθασμένη η απάντηση του δημοσιογράφου. Υπήρξε εντούτοις κατά το ήμισυ αληθής. Και αυτό γιατί ο δημοσιογραφικός λόγος εξέφρασε με την ταχύτατη ροή του μια τάση που έχει πολιτικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο και η οποία συνδέεται με την κυριαρχία του αστικοφιλελεύθερου διεθνισμού στον τρόπο σκέψης των δυτικών ανθρώπων. Αναφέρομαι στην τάση να ερμηνεύονται τα πάντα με βάση οποιοδήποτε κριτήριο εκτός ενός. Δηλαδή, εκτός του κριτηρίου της ιδεολογίας.

Η τάση της απο-ιδεολογικοποίησης του δημόσιου λόγου αποτελεί συνέπεια της ορθολογιστικά οικονομιστικής (νεο)φιλελεύθερης συνθήκης, της οποίας το κέντρο βάρους ρέπει προς υλικά μετρήσιμα πεδία (συνεπώς αντι-ιδεολογικά) και η αφήγησή της  προκρίνει την λανθασμένη εκτίμηση πως από την πτώση της ΕΣΣΔ κι έπειτα η εποχή των ιδεολογιών τελείωσε και παντού ανά τον κόσμο αποτυπώνονται ως αυτονόητα οικουμενικές οι νόρμες του φιλελευθερισμού (οι οποίες όμως γίνεται απόπειρα να παρουσιαστούν ως δήθεν πανανθρώπινες αξίες και ανάγκες, κι όχι ως μοδάτα φιλελεύθερα ιδεολογικά σχήματα όπως είναι στην πραγματικότητα).  


Επιστρέφοντας στα όσα είπε ο Νίκος Χατζηνικολάου θα επαναλάβω ότι τα θεωρώ κατά το ήμισυ σωστά. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την παραπάνω διαπίστωση είναι προφανές ότι στα σχόλιά του δεν συμπεριέλαβε και το ιδεολογικό κριτήριο προκειμένου να ερμηνεύσει την δημοσιότητα του δυστυχήματος. Εκτιμώ όμως ότι ο κάθε συνειδητοποιημένος πολίτης οφείλει να γνωρίζει πως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελούν μέρος του συνολικού πολιτικού γίγνεσθαι. Στην δημοσιογραφία, όπως και στις κοινωνικές επιστήμες, δεν υπάρχει η αντικειμενικότητα των θετικών επιστημών και η υποτιθέμενη ακριβής μετρησιμότητα των δεδομένων της αγοράς, γιατί πολύ απλά οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους δεν είναι αντικείμενα. Αναμφίβολα τα ΜΜΕ επιλέγουν ποιες ειδήσεις θα προβάλουν, καθώς επίσης και τον τρόπο που θα τις προβάλουν, ανάλογα την περίπτωση και σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις ιδεολογικές προσλαμβάνουσες των επιτελείων τους. Κι αυτό είναι κάτι εγγενώς ανθρώπινο και δεν πρόκειται να αλλάξει. Εκείνο που οφείλουμε να απαιτούμε λοιπόν από τους δημοσιογράφους και τους κοινωνικούς επιστήμονες είναι όχι την αντικειμενικότητα αλλά την εντιμότητα -ενδεχομένως και τον πλουραλισμό, στις προσεγγίσεις. Και δυστυχώς σε αυτά τα πεδία το σύστημα των ελληνικών τηλεοπτικών καναλιών όχι απλά υστερεί αλλά είναι και απαράδεκτο.

Ένας από τους κύριους λόγους της απαράδεκτης κατάστασης στα ελλαδικά ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια είναι η έλλειψη ιδεολογικού πλουραλισμού και η ολοκληρωτική κυριαρχία της ιδεολογίας του διεθνιστικού φιλελευθερισμού στα δημοσιογραφικά τους επιτελεία (σημειωτέον πως ακριβώς το ίδιο ισχύει και για το δημοσιογραφικό επιτελείο της ελλαδικής δημόσιας τηλεόρασης!). Στο σημερινό τηλεοπτικό δημοσιογραφικό τοπίο οι θεατές βομβαρδίζονται από τις θέσεις της ιδεολογίας του φιλελευθερισμού από πολλά τηλεοπτικά σημεία. Προφανής σκοπός των δημοσιογραφικών επιτελείων, που δρουν πλέον ξεκάθαρα ως συλλογικός εξουσιαστικός μηχανισμός, είναι να διαχέουν την πεποίθηση ότι τα όσα λένε αποτελούν παραδοχές της κοινής ανθρώπινης λογικής (και όχι αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή θέσεις της φιλελεύθερης ιδεολογίας), να αποτρέπουν ή και να δαιμονοποιούν την όποια διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση. 


Κινούμενα με αυτό τον φαινομενικά αφανή τρόπο στον φιλελεύθερο ιδεολογικό γνώμονα και υποδυόμενα μέσω ηθικολογικών καθωσπρεπισμών ότι διαπνέονταν από μια «ανθρωπιστική ουδετερότητα» τα δημοσιογραφικά επιτελεία προσέγγισαν και την είδηση του δυστυχήματος της «Porsche» έχοντας ιδεολογικές αφετηρίες αλλά και στοχεύσεις. Όσον αφορά τις ιδεολογικές αφετηρίες εκτιμώ ότι είναι γνωστές και προφανείς σε όλους. Θα δοκιμάσω λοιπόν να αναδείξω και να ερμηνεύσω τις ιδεολογικές τους στοχεύσεις.

 Όσοι παρακολούθησαν το θέμα από την αρχή θα διαπίστωσαν πως, μόλις έγιναν γνωστές οι λεπτομέρειές του, ξέσπασε στο πεδίο που η εξουσιαστική ελίτ δεν ελέγχει ολοκληρωτικά, δηλαδή στο διαδίκτυο, μια θύελλα αρνητικών σχολίων για τον αείμνηστο νεαρό οδηγό του πολυτελούς αυτοκινήτου, από την οδική συμπεριφορά του οποίου ξεκίνησε η σειρά γεγονότων αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο θάνατός του και ο θάνατος άλλων τριών ανθρώπων. Μάλιστα, πολύ γρήγορα, τα αρνητικά σχόλια απέκτησαν ιδεολογικό πρόσημο και στόχευσαν τον επιδερμικό, επιδειξιομανή και αντιαισθητικό τρόπο ζωής των νεαρών γόνων της, προσηλωμένης στην εξουσία της φιλελεύθερης ιδεολογίας, ελλαδικής αστικής τάξης. Όπως προανέφερα δεν ήταν κάτι που θα προκαλούσε έκπληξη αυτό. Το πολυτελές αυτοκίνητο γερμανικής προέλευσης με τα όσα αυτός ο συνδυασμός συμβολίζει στο νου του μέσου Έλληνα σήμερα, ο εξοργιστικός τρόπος οδήγησης με τις ταχύτητες που θα προκαλούσαν κίνδυνο ακόμη και σε οδηγούς ράλι πόσο μάλλον σε έναν νεαρό που οδηγούσε στους ελληνικούς δρόμους και άλλα ακόμη γνωρίσματα προκάλεσαν την οργή μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης. Και αν μη τι άλλο, εφόσον η ιδεολογία της αγοράς δεν έχει εξαφανίσει ακόμη όλα τα συναισθήματα από τον ανθρώπινο οργανισμό, η οργή ήταν κάτι αναμενόμενο και φυσικότατα ανθρώπινο (έστω κι αν εκφράστηκε σε ορισμένες περιπτώσεις με ανεπίτρεπτα επιθετικό τρόπο).

Κι όμως, τα δημοσιογραφικά επιτελεία έδειξαν δήθεν να προβληματίζονται. Απόρησαν τάχα με την συμπεριφορά αυτή και προκειμένου να μην επιτρέψουν στο παραμικρό ανθρώπινο συναίσθημα να εκδηλωθεί, επιχείρησαν με έναν βομβαρδισμό καθωσπρεπισμού να στιγματίσουν αυτό τον εκνευρισμό και να φανούν ως υποτιθέμενοι φύλακες της παράδοσης που θέλει τους ανθρώπους να σέβονται τους νεκρούς και τους πενθούντες συγγενείς τους χωρίς να λένε τίποτε. Σαφώς και η στάση αυτή είναι ελληνικότατη και σεβαστή. Ασφαλώς και άπαντες οφείλουμε να συλλυπηθούμε ειλικρινά τόσο τους συγγενείς αυτών όσο και εκείνους όλων των άλλων συμπολιτών μας που χάθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα. Θα πρέπει να γνωρίζουν όμως τα δημοσιογραφικά επιτελεία των τηλεοπτικών καναλιών ότι μια τέτοια στάση δεν αναιρεί το γεγονός ότι για ένα θανατηφόρο συμβάν κάποιος είχε την ευθύνη. Και μάλιστα όταν το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ο δικός του θάνατος αλλά και ο θάνατος επιπλέον αθώων ανθρώπων η ευθύνη γίνεται βαρύτερη. Ενδεχομένως λοιπόν να είναι απαράδεκτη η φραστική σκύλευση των νεκρών αλλά εξίσου απαράδεκτη είναι και η επιχείρηση αποτροπής κάποιων εύλογων συμπερασμάτων μέσω ενός ηθικολογικού επικοινωνιακού στρογγυλέματος. 


Το χειρότερο όμως είναι ότι η κύρια στόχευση των δημοσιογραφικών τηλεοπτικών επιτελείων δεν ήταν απλά η ηθικολογική απόκρουση της λαϊκής οργής αλλά το σταμάτημα μιας ιδεολογικής απόρριψης του αστικοφιλελεύθερου τρόπου ζωής. Πράγματι, η οδική συμπεριφορά του αείμνηστου νεαρού έδειξε να αντιστοιχεί με την γενική εικόνα που έχει ο μέσος Έλληνας για την αστική μπουρζουαζία. Ασχέτως αν οι διάφοροι μεταμοντέρνοι υπερασπιστές του ιδεολογικού status των καιρών μας αναφέρουν σε άρθρα και σχόλιά τους πως όλοι οι Έλληνες οδηγοί έχουμε υπάρξει απρόσεκτοι, πως έχουμε μιλήσει στο κινητό ενώ οδηγούμε, πως έχουμε υπερβεί τα όρια ταχύτητας κλπ προτείνοντας να σταματήσει κάθε αρνητικός σχολιασμός για το εν λόγω δυστύχημα, η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά από τα μιλά κανείς στο κινητό και να οδηγεί με 30 χιλιόμετρα ταχύτητα μέσα στην πόλη ή να περάσει ένα πορτοκαλί φανάρι σε έναν δρόμο που είναι άδειος από το να τρέχει με ταχύτητα αγώνων ράλι. Παραπτώματα υπάρχουν πολλά αλλά δεν έχουν όλα την ίδια ένταση ή το ίδιο περιεχόμενο, και προπαντός δεν έχουν όλα το ίδιο αποτέλεσμα. Ο σχολιασμός ενός γεγονότος (πάντοτε με τον πρέποντα σεβασμό στις καταστάσεις) και η εξαγωγή συμπερασμάτων χρήσιμων για την ζωή και το μέλλον αποτελούν εύλογες ανθρώπινες πρακτικές που καμιά ηθικολογική γενίκευση δεν θα πρέπει να μας στερήσει.

Το ίδιο ισχύει και για τα συμπεράσματα που έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε από ένα θλιβερό γεγονός η δημόσια συζήτηση να επεκταθεί, να υπερβεί το αρχικό συμβάν και να προσανατολιστεί σε μια μαζική κατάκριση της νοοτροπίας των ελλαδιτών αστών "μενουμευρωπαίων". Κι επειδή αυτός είναι ο μεγάλος φόβος του εξουσιαστικού συστήματος, η μετατόπιση δηλαδή του δημόσιου διαλόγου στο ιδεολογικό πεδίο (πράγμα που εγκυμονεί για την ελίτ εξουσίας τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί ότι η συνολική της αφήγηση, η οποία προβάλλεται ως δήθεν αποτέλεσμα της κοινής πανανθρώπινης λογικής και στην ουσία είναι ένα απλό ιδεολογικό σχήμα του φιλελευθερισμού), οι τηλεοπτικοί μηχανισμοί ανέλαβαν δράση. 


Η συνταγή τους ήταν γνωστή. Αρχικά έδωσαν διαστάσεις συναισθηματικού μελοδράματος στις περιγραφές και εν συνεχεία, μέσα από ηθικολογικές φιοριτούρες (πράγμα στο οποίο συνέβαλε και η -σε γενικές γραμμές τουλάχιστον για μένα- υπερβολικά «polite» συμπεριφορά του ανθρώπου που έχασε το παιδί και την γυναίκα του), κατέληξαν σε μια επιχείρηση μαζέματος της κοινωνικής κατάκρισης προς την κουλτούρα του φιλελευθερισμού που είχε αρχίσει να απλώνεται στην δημόσια συζήτηση.  

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες λέει μια γνωστή παροιμία. Όσον αφορά τον δημόσιο βίο, καλό είναι άπαντες να αντιληφθούν ότι μια από αυτές τις λεπτομέρειες είναι η απόπειρα της σημερινής εξουσιαστικής ελίτ να «από-ιδεολογικοποίησει» τον δημόσιο λόγο. Και στην απόπειρα αυτή κύριοι συμμετέχοντες είναι τα δημοσιογραφικά επιτελεία των τηλεοπτικών καναλιών. Οι σώφρονες πολίτες, λοιπόν, καλά θα κάνουν να μην τα ακολουθήσουν σε αυτή την οδό.

Νίκος Βλαντής- «Greek Psycho, Η Απόλυτη Νεοελληνική Ψύχωση», ένα λησμονημένο διαμάντι της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού

                                                         του Σταμάτη Μαμούτου

Ο Νίκος Βλαντής αποτελεί έναν από τους κορυφαίους Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού. Διαθέτοντας ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος κατάφερε να συνδυάσει την -εμποτισμένη στην αχλή υπόρρητων συμβολισμών- φαντασιακή αφήγηση με το ιστορικό μυθιστόρημα, γεγονός που τον βοήθησε να διαρρήξει τα στενά πλαίσια της ελληνικής κοινότητας του φανταστικού και να απευθυνθεί σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό με μυθιστορήματα όπως τα «Writersland» «Αλκιβιάδης Δεσμώτης» και «Λήθη».

Το «Greek Psycho», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οξύ, θεωρήθηκε εξαρχής ως το πλέον ασύμβατο με το γνωστό του ύφος μυθιστόρημα που εξέδωσε. Πέραν τούτου, τυχαίοι λόγοι με είχαν κάνει να το ξεχάσω για αρκετά χρόνια σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου. Μέχρι που το περασμένο καλοκαίρι αποφάσισα να το διαβάσω. Και τότε αντιλήφθηκα πόσο είχα σφάλει, μη δίνοντάς του την πρέπουσα σημασία όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί αναμφίβολα κατατάσσεται στα καλύτερα μυθιστορήματα της σύγχρονης ελληνικής βιβλιογραφίας!



Κατ’ αρχάς, οφείλω να ξεκινήσω την παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου με την διαπίστωση ότι αποτελεί ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί. Η ορμή της αφήγησης του Βλαντή είναι τέτοια που κάνει τον αναγνώστη να αισθάνεται σαν ένα αόρατο χέρι να εξέρχεται από τις σελίδες του και να τον κρατά καθηλωμένο στην συνέχεια της υπόθεσης, μέχρι να ολοκληρώσει την ανάγνωσή του. Γεννάται άμεσα, όμως, το ερώτημα, πόσοι αναγνώστες μπορούν να νοιώσουν κάτι τέτοιο; Το «Greek Psycho» σαφώς και δεν απευθύνεται στις κυρίες που διαβάζουν συγγραφείς προβαλλόμενους από τηλεοπτικές life style εκπομπές, ούτε σε «καθωσπρέπει» ορθολογιστές που πιστεύουν στην «κοινωνία των πολιτών». Πρόκειται για ένα κείμενο που διαθέτει τιτάνια δυναμική, επιθετικό ύφος και κυνική γλώσσα. Είναι ακριβώς αυτό το οποίο ο Λιάκος Μπουρνόβας, ένας ταλαντούχος νέος Έλληνας συγγραφέας, ορίζει ως μυθιστόρημα «stoner» λογοτεχνίας.

Γραμμένο με ένα κινηματογραφικό στυλ, το οποίο βρίθει από επιρροές της σκηνοθετικής φιλοσοφίας του Ταραντίνο, το «Greek Psycho» αφηγείται την ιστορία ενός μικροαπατεώνα κατασκευαστή οικοδομών, ο οποίος κατά την εποχή του εκσυγχρονισμού διεισδύει στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και ζει σύμφωνα με το υλιστικό, αγοραίο και καταναλωτικό πρότυπο εκείνων των καιρών. Γρήγορα, όμως, ανακατεύεται σε βρώμικες δουλειές με αποτέλεσμα να βρεθεί στο επίκεντρο μιας υπόθεσης στην οποία εμπλέκονται διεφθαρμένοι υπουργοί, μιζαδόροι εργολάβοι, ημιπαράνομοι ιδιοκτήτες μεγάλων νυχτερινών κέντρων, ντίβες της πίστας, μπράβοι της νύχτας, μεταναστευτικές κοινότητες, σαδομαζοχιστές εκτελεστές συμβολαίων θανάτου, παρακρατικοί και «λαδωμένοι» δημοφιλείς δημοσιογράφοι.


Με εξαιρετικό μαύρο χιούμορ και με περιγραφές ωμής αλήθειας -αιμοβόρα βίαιης κάποιες φορές- ο Βλαντής κατάφερε με αυτό το μυθιστόρημα να αποτινάξει τον γυαλιστερό μανδύα του συστήματος εξουσίας, (στου οποίου την κορυφή βρέθηκαν οι κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη και εγκαθιδρύθηκε στην χώρα την λεγόμενη εποχή του εκσυγχρονισμού, κατά τα έτη 1996-2004), και να αποκαλύψει με εκπληκτική ακρίβεια την σαπίλα που έκρυβε από τα μάτια των αδαών στα έγκατά του. Χρειάζεται να έχει κανείς απλώς βασικές γνώσεις πολιτικής ιστορίας για να διαπιστώσει το πόσο εύστοχα ήταν όσα έγραψε μέσα στην εποχή της εκσυγχρονιστικής παραζάλης ο συγγραφέας. Είναι απαραίτητο να διαθέτει, όμως, και το ανάλογο ψυχικό σθένος, ώστε να μπορέσει να τον ακολουθήσει στα άδυτα των αληθειών του πλέον βρωμερού περιβάλλοντος. Δηλαδή, του περιβάλλοντος της ελλαδικής εξουσίας. Γιατί η αφήγηση του Βλαντή δεν μένει απλά στην αποκαλυπτική περιγραφή του σαπισμένου εξουσιαστικού συστήματος αλλά εξετάζει και την επιρροή που αυτό άσκησε στην ηθική έκλυση του μέσου Έλληνα, ο οποίος διαλεγόταν καθημερινά με τις εξουσιαστικές του δομές και αφομοίωνε την κουλτούρα του.

Παρότι στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού μυθιστορήματος καθίσταται σαφές πως η ορμητικότητα του ύφους που υιοθετεί ο Βλαντής αποπνέει σε ορισμένα σημεία έναν διονυσιακό μηδενισμό με νιτσεϊκές καταβολές που υπερβαίνει το δικό μου ρομαντικό πλαίσιο αναφοράς, υπογραμμίζω, ως πολιτικός επιστήμονας, πως τα όσα γράφει ο Έλληνας συγγραφέας, μολονότι παρουσιάζονται στα πλαίσια μιας κινηματογραφικού τύπου, γρήγορης και σε κάποια σημεία «splatter» μυθιστορηματικής αφήγησης, αποτελούν αψεγάδιαστα ειλικρινή καταγραφή των όσων όντως συνέβαιναν και του τρόπου που λειτούργησε -και εξακολουθεί να λειτουργεί- η μηχανή του πολιτικού, οικονομικού και mediaκού συστήματος της «ευρωπαϊκοενωσίτικης» ελλαδικής εξουσίας. 


Ο Βλαντής, πέρα από εξαιρετικός συγγραφέας, είναι κι ένας από τους αγαπημένους μου φίλους. Ένας από τους ανθρώπους της ελληνικής λογοτεχνικής κοινότητας που, όπως έχω τονίσει επανειλημμένα σε ερωτήσεις ακροατών της ραδιοφωνικής μου εκπομπής, βοήθησε την λέσχη μας να οργανώσει τις δραστηριότητές της στο δύσκολο -αλλά και γεμάτο όμορφες θύμησες- ξεκίνημά της. Τα τελευταία έξι χρόνια έχει αποσυρθεί με την γυναίκα του Μαρία και τον γιο τους Ραφαήλ στην δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, μολονότι οι αναγνώστες της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού έχουμε πολύ καιρό να ακούσουμε νέα του, υπάρχουν τα βιβλία του για να μας θυμίζουν πόσο σημαντική είναι η μέχρι σήμερα λογοτεχνική του κληρονομιά στα γράμματα του τόπου μας.


Προσωπικά εκτιμώ πως μυθιστορήματα όπως το «Writersland» καλό θα ήταν να κοσμούν την βιβλιοθήκη του κάθε Έλληνα αναγνώστη της λογοτεχνίας του φανταστικού (και όχι μόνο), καθώς επίσης κι ότι βιβλία όπως το «Greek Psycho» θα πρέπει να διαβαστούν από κάθε αναγνώστη που αντιλαμβάνεται πως ο πολιτικός βίος θα είναι δέσμιος του «ορθολογικοποιημένου», αναίσχυντου ωφελιμισμού και θα παραμείνει αδιόρθωτα ελλειμματικός αν δεν εμποτιστεί από την ρομαντική αντίληψη του προραφαηλίτη Γουίλιαμ Μόρρις που θέλει τα στοιχεία της ηθικής και της αισθητικής να είναι αλληλένδετα. Διαβάστε το «Greek Psycho», οπωσδήποτε! Αν το κάνετε θα αποκομίσετε λογοτεχνική τέρψη και θα μετρήσετε τις αντοχές σας ως αναζητητές της  αλήθειας.


Φωτογραφία 2: Ο Μάκης Πανώριος και ο Νίκος Βλαντής σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στο cafe-βιβλιοπωλείο "Floral" τον χειμώνα του 2011

Φωτογραφία 3: Εγώ δίπλα στον Νίκο Βλαντή στην παρουσίαση του βιβλίου "Το Πηγάδι στο Τέλος του Κόσμου" του Γουίλιαμ Μόρρις, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μαγικό Κουτί. Η παρουσίαση έλαβε χώρα στο βιβλιοπωλείο "Ιανός" την άνοιξη του 2009.