Στο 29ο Παζάρι Βιβλίου


                                                            του Σταμάτη Μαμούτου

Κάθε χρόνο, με το πέρας των χριστουγεννιάτικων εορτασμών το μόνο συναίσθημα που μετριάζει την μελαγχολία μου για το τέλος της αγαπημένης περιόδου είναι η προσμονή για την έναρξη του Παζαριού του Βιβλίου. Χρόνια τώρα όταν η εορταστική περίοδος πλησιάζει στο τέλος της αρχίζω να αναζητώ πληροφορίες για την πραγματοποίηση του επερχόμενου Παζαριού. Είναι κάτι σαν μικρή παρηγοριά.


Μπορεί οι καιροί να έχουν αλλάξει και τα στοκ των παλιών βιβλίων που γέμιζαν κάποτε τους πάγκους του Παζαριού να έχουν πια εξαντληθεί. Μπορεί ο μαφιόζικος συστημικός νεοφιλελευθερισμός να έχει εκτοξεύσει τις τιμές στα ύψη και στο Παζάρι να πωλούνται πια ελάχιστα βιβλία κάτω των πέντε ευρώ. Μπορεί τα βιβλία φαντασίας και τα comics που διατίθενται να γίνονται κάθε χρόνο λιγότερα. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την αναμενόμενη φθορά, το Παζάρι του Βιβλίου εξακολουθεί να εκπέμπει μια γοητεία στους εναπομείναντες βιβλιόφιλους.



Ως εκδήλωση που πραγματοποιείται στο αγαπημένο κέντρο των Αθηνών, με δωρεάν είσοδο, σε κλειστό χώρο, για δυο και πλέον εβδομάδες, αποτελεί, καταρχάς, πρόκληση για χειμωνιάτικη βόλτα. Συνιστά ένα επαναλαμβανόμενο τελετουργικό κράμα περιπάτου και φιλομάθειας. Είναι κάτι σαν ζεστός προθάλαμος ψυχαγωγίας πριν το βραδινό ποτό ή τον απογευματινό καφέ. Ένα φρούριο δυνητικής γνώσης για όσους έχουμε απομείνει να απολαμβάνουμε το διάβασμα. Ιδίως, μάλιστα, εφόσον η διοργάνωσή του συμπίπτει, σχεδόν πάντοτε, με την περίοδο των Αποκριών, το Παζάρι ως διαχρονική εκδήλωση αποκτά και την υπόσταση του παρακλαδιού ενός εθίμου. Όλα, κοντολογίς, με καλούν να το επισκεφθώ. Ξανά και ξανά. Εκτός από την καημένη την τσέπη μου. 


Αν εξετάσουμε το Παζάρι Βιβλίου, πέρα από την εθιμοτυπική του γοητεία, σαφώς και μπορεί να προσγειωθούμε σε ένα κάπως απότομο παρόν. Αναμφίβολα παρακμάζει τα τελευταία χρόνια. Αυξημένες τιμές και εξάντληση των παλιών στοκ συμπιέζουν την δυναμική του. Οι επισκέπτες του παραμένουν αρκετοί αλλά σαφώς μειωμένοι σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, ο υπομονετικός βιβλιόφιλος εξακολουθεί να βρίσκει ενδιαφέρουσα την περιήγηση στο βασίλειο όσων παλιών βιβλίων έχουν απομείνει. Πάντοτε κάτι θα βρεθεί να τραβήξει την προσοχή.



Φέτος, μάλιστα, αν κρίνω από τα δυο βιβλία -εκ των δέκα που αγόρασα- τα οποία πρόλαβα ήδη να διαβάσω, υπήρχαν στους πάγκους καλοί προσφερόμενοι τίτλοι. Μπορεί στο πεδίο της φανταστικής λογοτεχνίας να απέμειναν στο Παζάρι λίγες ενδιαφέρουσες επιλογές. Όμως, σε εκείνο της πολιτικής ιστορίας -σύγχρονης, νεότερης και μεσαιωνικής- το απόθεμα που παρουσιάστηκε ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Στο φιλοσοφικό δοκίμιο προσφέρθηκαν παλιοί αλλά όχι ξεπερασμένοι τίτλοι ενώ και τα βιβλία της αρχαίας γραμματείας ήταν αρκετά. Ανάμεσα στα πολλά καλά βιβλία οι εναπομείναντες τίτλοι των κωμικοτραγικών εκδοτών του πολιτικού μας «χώρου» αποτελούν ένα διασκεδαστικό ευτράπελο. Δεν είναι και λίγο να βλέπει κανείς αλησμόνητους λιβέλους του μακαρίτη Γρηγόρη Μιχαλόπουλου ανάμεσα σε κανονικές εκδόσεις. Αποτελούν το χιουμοριστικό διάλλειμα της αναζήτησης.




Πέρα από την πλάκα, πάντως, ενδεχομένως το Παζάρι να μην καλύπτει σύγχρονες επιστημολογικές απαιτήσεις λόγω της παλαιότητας των τίτλων που προσφέρονται. Ωστόσο, εξακολουθεί να καλύπτει και με το παραπάνω την ανάγκη του κάθε βιβλιόφιλου για μια γενικότερη εγκυκλοπαιδική γνώση. Τα εισαγωγικά κείμενα φοιτητικών σπουδών παλαιότερων εποχών στους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, τα βιβλία ιστορίας και οι παλαιότερες εκδόσεις λογοτεχνικών κειμένων της ευρωπαϊκής -και όχι μόνο- λογοτεχνίας που μπορεί κανείς να βρει στους πάγκους του Παζαριού, συνθέτουν ένα πλαίσιο από το οποίο, αν γίνουν οι σωστές επιλογές αγοράς, ο αναγνώστης θα εξέλθει ενδυναμωμένος μορφωτικά και γεμάτος αναγνωστική τέρψη.



Όπως κάνουμε τα τελευταία χρόνια, έτσι και φέτος, μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. επισκεφθήκαμε αρκετές φορές το Παζάρι και, κατά την έξοδό μας από αυτό, διανείμαμε φυλλάδια της λέσχης στους επισκέπτες του. Προσωπικά, κατάφερα να το επισκεφθώ τρεις φορές. Η τελευταία, μάλιστα, λίγες ώρες πριν κλείσει.


Ένας παλιός φίλος παίζει τύμπανα σε συγκρότημα που εμφανιζόταν ζωντανά, σε γνωστό bar της οδού Ακαδημίας, την Κυριακή το βράδυ. Κατέβηκα στο κέντρο νωρίτερα για να πραγματοποιήσω την αποχαιρετιστήρια επίσκεψη στο φετινό Παζάρι πριν φτάσω στο bar. Το χειμερινό φως του αττικού ουρανού έπεφτε, αφήνοντας στην πλατεία Κλαυθμώνος μια μαβιά ατμοσφαιρική πινελιά. Ο ωκεανός των βιβλίων αγκάλιασε την παρουσία και μίλησε στις αισθήσεις μου τελευταία φορά για εφέτος. Αποχαιρέτισα την επικράτεια του βασιλείου των ιδεών συγκινημένος. Λόγω των τίτλων που δεν επέτρεψαν οι οικονομικές μου δυνατότητες να προσθέσω στο καλάθι και λόγω των αναμνήσεων που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μου ξύπνησαν οι τελευταίες ώρες του φετινού Παζαριού.


Έχουν περάσει είκοσι δύο χρόνια από τότε που το επισκέφθηκα για πρώτη φορά. Σχεδόν η μισή μου ζωή. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με κατέλαβε όταν, ως προπτυχιακός φοιτητής στην δεύτερη σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που σπούδασα, είδα τους πάγκους του Παζαριού να απλώνονται μπροστά μου καθώς περίμενα το τρόλεϊ στην Πλατεία Κλαυθμώνος για να με μεταφέρει στην Καλλιθέα. Ήμουν εικοσιπέντε ετών τότε. Νέος και γεμάτος πίστη ότι το βιβλίο θα γινόταν ένα ακαταμάχητο όπλο στα χέρια των ρομαντικών που ονειρευόμασταν να σώσουμε την πατρίδα από τα καθάρματα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, διαμορφώνοντας λογοτεχνικά πρότυπα τα οποία θα απελευθέρωναν τις εσώτερες πνευματικές δυνάμεις του έθνους.


Δυστυχώς, η ιστορία είχε διαφορετική γνώμη. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Όμως, εγώ εξακολουθώ να βρίσκομαι εδώ. Κουρασμένος, χαμένος κάπου ανάμεσα στις σκέψεις και την απογοήτευση, έχοντας φορτωθεί για τα καλά στους ώμους την βαριά καθημερινότητα του τσακισμένου Έλληνα μεσήλικα των μεταμοντέρνων καιρών μας. Μα με την φλόγα του Ρομαντισμού να καίει ακόμη στην καρδιά. Με την ψυχή να επιμένει, αγνοώντας το σώμα που συχνά δυσφορεί, πυροδοτώντας αδιάλειπτα την διάθεση για νέες μάχες.


Σαν να ποτίζεται η ψυχή από την μεγαλωμένη γνώση και την εμπειρία της ζωής. Και αντί να καταλαγιάζει σε ξεθωριασμένα μοτίβα λογικού συμβιβασμού, ζητά επιτακτικά το χρέος που η ιστορία της οφείλει. Σπρώχνοντάς με στην μάχη. Με την χάρη ενός ένθεου μίσους, που οφείλω να προστατεύω σαν το τρεμάμενο φως του ιερού κεριού της Ανάστασης καθοδόν προς το σπίτι. Εναντίον του κόσμου. Εναντίον της εποχής. Προγονικού κλέους και ονείρων κληρονόμος. Περιπλανώμενος φύλακας μιας πολιτείας μυστικής, που ίσως κάποτε φανερωθεί στους πολλούς. Αν οι τελευταίοι ρομαντικοί ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και η μοίρα το αποφασίσει.


Σχόλια:

Σημειώσεις για το 23ο Comic N’ Play


                                                                     του Αχιλλέα

Καθώς το 23ο Comic N’ Playη ιστορική πλέον διοργάνωση για τα comics και τα επιτραπέζια παιχνίδια της Θεσσαλονίκης, έφτασε στο τέλος της, σκέφτομαι αν πλησιάζει το τέλος και των δικών μου επισκέψεων σε φεστιβάλ που διαμορφώνονται βάσει τέτοιων αντιλήψεων και ιδεολογικών βάσεων. Κάποιος μπορεί να ρωτούσε αν είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι οι ιδεολογικές αντανακλάσεις και η πολιτική άποψη θα πρέπει να μην υφίστανται σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Μολονότι στην Λέσχη δεν είμαστε υπέρ της στρατευμένης τέχνης, δεν συμφωνούμε ούτε με όσους υποστηρίζουν ότι η καλλιτεχνική έκφραση πρέπει να αποβάλει κάθε πολιτική ή κοινωνική κρίση. Σαφώς η τέχνη γεννιέται και αναπτύσσεται σε ιστορικά και κοινωνικά περιβάλλοντα και αν το αισθητικό κριτήριο είναι επαρκές μπορεί και να διαλέγεται με όλα τα ιστορικο-κοινωνικά πεδία. Εννοείται και με την πολιτική. Όμως, η στρατευμένη τέχνη είναι κάτι διαφορετικό. Εργαλειακό, καναλιζαρισμένο, υποταγμένο στην σκοπιμότητα. Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για στρατευμένη τέχνη που εκφράζεται ως ταυτότητα εκδήλωσης.

Αυτό συμπέρανα επισκεπτόμενος το Comic N’ PlayΗ διοργάνωση νομίζω ότι ισορροπεί ανάμεσα στο φεστιβάλ comics και στο ξεσάλωμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του woke, που μας έρχεται ορμώμενο εξ Αμερικής. Παρακολουθώ αρκετά χρόνια την συγκεκριμένη εκδήλωση προσπαθώντας να βρω κάτι το οποίο θα μου τραβήξει την προσοχή – και κυρίως προκειμένου να στηρίξω οτιδήποτε έχει να κάνει με τα comics ή το φανταστικό εν γένει. Φοβάμαι, όμως, ότι όταν τα ασθενή κύτταρα – όπου στην δική μας περίπτωση προσομοιάζουν μορφολογικά της αστερόεσσας – έχουν πολλαπλασιαστεί σε τέτοιο βαθμό μάλλον είναι καλύτερα να αποχωρήσει ο ιατρός και λάβει την θέση του ο ιερέας.


Δεν αναφέρομαι τόσο στα περιεχόμενα του φεστιβάλ όσο στην ανθρωπογεωγραφία εκείνων που το επισκέπτονται. Φέτος η ανθρωπογεωγραφία του φεστιβάλ ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Πέραν των συνηθισμένων, μεταμοντέρνων, αντιεξουσιαστών της αστερόεσσας, με τα μπλουζάκια των  Social Waste και άλλων χιπ χοπ συγκροτημάτων, που αποτελούν αναμενόμενο θέαμα σε νεανικές εκδηλώσεις, ο χώρος κατακλύστηκε από άντρες ντυμένους ως γυναικείους χαρακτήρες anime ενώ είχα την «τιμή» να δω για πρώτη φορά και «Furry». Θα λυπηθώ το νευρικό σύστημα των αναγνωστών του άρθρου και δεν θα αναφέρω τι ακριβώς είναι αυτό το νέο «φρούτο». Συνοπτικά περιγράφω ότι πρόκειται για άτομα όπου το φετίχ τους εδράζεται στην χρήση στολών. Ας συμπληρώσει τα υπόλοιπα η φαντασία σας.

Όλα αυτά, όμως, είναι λίγο πολύ αναμενόμενα σε όσους παρακολουθούμε την πορεία αυτών των φεστιβάλ εδώ και χρόνια. Τα χειρότερα έπονται. Είχαμε ομιλητή του φεστιβάλ και δημιουργό επιτραπέζιου παιχνιδιού από τα Σκόπια. Προφανώς, στο πρόγραμμα του φεστιβάλ είχε προβλεφθεί η τυπικότητα και ήταν γραμμένο ότι η καταγωγή του είναι από την «Βόρεια Μακεδονία». Όμως η παρέα του στο λόμπι του Comic N’ Play έλεγε δεξιά και αριστερά ότι ήρθε στο ελληνικό φεστιβάλ από την «Μακεδονία». Τι περίμενες Αχιλλέα; Δεν ξέρεις ότι αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες -και μάλιστα με θεσμική κάλυψη-  εφόσον δύο από τα πολιτικά πιόνια που ακούνε στα ονόματα Τσίπρας και Κοτζιάς τους αναγνώρισαν ως υπαρκτή βορειομακεδονική εθνότητα (μεγάλη διαφορά της Συμφωνίας των Πρεσπών με όλες τις προηγούμενες βάσεις σχεδίων), θα μπορούσε να διερωτηθεί εύλογα κάποιος αναγνώστης. Θα έλεγα ότι πραγματικά εάν κάποιος ήθελε να αισθανθεί ξένος στον ίδιο του τον τόπο, αυτό θα ήταν το κατάλληλο μέρος για να παρευρεθεί. Μην εννοώντας αποκλειστικά τους Σκοπιανούς, οι οποίοι «τίμησαν» με την παρουσία τους το φεστιβάλ, αλλά την γενικότερη ανθρωπογεωγραφία.

Επειδή δεν θέλω να ισοπεδώσω en masse όλους τους δημιουργούς ή τους μικρούς επιχειρηματίες του βιβλίου, καθιστώ ξεκάθαρο ότι σε καμία περίπτωση δεν αξιολογώ αρνητικά  όλες τις παρουσίες ή την κεντρική ιδέα της διοργάνωσης. Δεν μπορώ, εξάλλου, να γνωρίζω εάν όλοι συμφωνούν με την τροπή που έχει πάρει το πράγμα. Υπήρχαν δημιουργοί και ιδιοκτήτες μικρών εκδοτικών οίκων ή καταστημάτων, που παρουσίασαν ενδιαφέρουσες δημιουργίες. Υπήρχαν αρκετά comics και επιτραπέζια που έβλεπα με ενδιαφέρον. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, θα εξομολογηθώ ότι διστάζω να γράψω κάτι θετικό για τους συγκεκριμένους ανθρώπους φοβούμενος μήπως μπουν στο στόχαστρο των «κομισάριων» της πολιτικής ορθότητας  και θεωρηθούν «εγκληματίες σκέψης και τέχνης». Έτσι κι αλλιώς η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ιδιαιτέρως μικρή και τα πράγματα μαθαίνονται με την ταχύτητα του φωτός, τουλάχιστον σε συγκεκριμένους κύκλους.

Πάντως, η γενικότερη εικόνα δεν ήταν ενθαρρυντική ούτε στο δημιουργικό κομμάτι. Η τέχνη στην Ελλάδα νοσεί. Και αυτό γίνεται ηλίου φαεινότερων στον κόσμο των comics και της λογοτεχνίας. Λίγες δυνατές παρουσίες και διαχρονική απώλεια ενός συστήματος προώθησης των νέων ταλέντων. Μολονότι αναγνώστες υπάρχουν και καλλιτέχνες εμφανίζονται, ισχυροί εκδότες, διαφήμιση και, κυρίως, τάση για να αποκτήσουν ευρεία κοινωνική δυναμική οι δημιουργοί δεν υπάρχουν. Μια στασιμότητα παρουσιάζει όλη η «φάση». Στα φεστιβάλ συγκεντρώνονται θεατές αλλά δεν είμαι σίγουρος αν συνεχίζουν να διαβάζουν εικονογραφημένες νουβέλες σταθερά στην καθημερινότητά τους. Για αν είμαι ειλικρινής δεν βλέπω το comic να γίνεται σταθερή επιλογή ψυχαγωγίας για ένα ευρύ κοινό. Παραμένει σε ένα ιδιότυπο εορταστικό (μέσω εκδηλώσεων) underground.

Στις εγχώρια αδυναμία έρχεται να προστεθεί η ολοκληρωτική παρακμή του ευρύτερου fantasy της κυρίαρχης πολιτιστικά Δύσης. Ευτυχώς που μπορούν ακόμη να βρεθούν εύκολα τα βιβλία των μεγάλων ρομαντικών και των κλασικών της λογοτεχνίας του φανταστικού. Έντγκαρ Άλαν Πόε, Μπραμ Στόκερ, Λάβκραφτ, Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ. Βέβαια, βλέπω κάποιον να λείπει τον τελευταίο καιρό ακόμη και από αυτούς τους πάγκους. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν.

Μήπως τελικά, ενώ κινητοποιήθηκε ολόκληρο το σύστημα του διεθνούς κεφαλαίου, με άθλιες σειρές – τις οποίες τελικά δεν είδε και κανείς – τύπου Rings of Power, με διάφορους απίθανους Tolkien Scholars και συλλόγους της πλάκας να βομβαρδίζουν το διαδίκτυο στηλιτεύοντας τους παραδοσιακούς αναγνώστες του Τόλκιν (ακόμη και τον ίδιο τον Τόλκιν κάποιες φορές) ως συντηρητικούς και φασίστες, δεν κατάφεραν τελικά τίποτα; Ο Καθηγητής μας θυμίζει με τα ποιήματα των βιβλίων του ότι «τις βαθιές ρίζες, δεν τις ρημάζει ο παγετός»[i]. Ίσως, πρέπει να τον αποσιωπήσουν και αυτόν κάποια στιγμή αν αποτελεί ιδεολογικό εμπόδιο και αναχρονισμό για τις προοδευτικές αντιλήψεις των καραγκιόζηδων που ελέγχουν το πεδίο των τεχνών του φανταστικού στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. .

Δυστυχώς παίδες, η Βόρεια Ελλάδα αλλάζει. Η ανθρωπογεωγραφία στους δρόμους της, πλέον, δεν είναι η ίδια. Τα φεστιβάλ των πόλεών της συγκεντρώνουν πολύ συγκεκριμένο κόσμο. Τον κόσμο της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας. Της εποχής των woke σαρδανάπαλων που γελοιοποιούν την καλλιτεχνική νεανική έκφραση. Όμως, και τα πιο λαϊκά στέκια εκφυλίζονται στην άλλη όψη του νεανικού μεταμοντερνισμού και μας οδηγούν στην Ελλάδα των καλικάτζαρων της πολυεθνικής καγκουριάς, που αντικαθιστά τους πάλαι ποτέ ρομαντικούς και τους ωραίους τύπους των δρόμων.

Εμείς, τελικά, χωράμε κάπου σε αυτό τον αμερικανικά πλασμένο κόσμο της παγκοσμιοποίησης; Θα συνεχίσουμε να βλέπουμε την ιστορία να μας σπρώχνει προς τον κάλαθο των αχρήστων και να παρατηρούμε την Ελλάδα να πεθαίνει αλλάζοντας κοινωνική υπόσταση ή θα κάνουμε έστω την τελευταία προσπάθεια να ανατρέψουμε την κατάσταση; Απευθύνομαι στους Όσους Ζωντανούς θέλουν να δράσουν. Η τέχνη είναι ένα από τα τελευταία πεδία μάχης που οι ρομαντικοί μπορούμε να υπερασπιστούμε τις ιδέες και την αισθητική μας με αξιώσεις. Ας τολμήσουμε να το κάνουμε. Οι υπόλοιποι ας σαπίσουν σαν θεατές της ιστορίας.


[i] https://tolkiengateway.net/wiki/Riddle_of_Strider


Σχόλια:

Ανώνυμος/η
Αχιλλέα εγώ είμαι της άποψης ότι καλύτερα είναι να γίνεται κάτι από το τίποτα. Συμφωνώ μαζί σου για τους woke. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει κόσμος από την εδώ μεριά για να κάνουμε τέτοιες εκδηλώσεις εμείς αν σταματήσουν οι απέναντι θα επικρατήσει η νέκρα. Θα μείνουν μόνο οι θαυμαστές του Ιακωβίδη.
Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου, 2026

Αχιλλέας
Ανώνυμε, δεν διαφωνώ. Πρώτα από όλα, δεν θα μιλούσα περί «κατάργησης» κάποιας εκδήλωσης.

Αυτό το οποίο με φέρνει στα μη περαιτέρω είναι το ότι λίμπεραλ άτομα (αριστεροί-φιλελεύθεροι) χρησιμοποιούν την Ρομαντική αισθητική (και κοσμοθέαση) σε μια αντεστραμμένη της εκδοχή, για να προωθήσουν την δική τους στρατευμένη τέχνη. Όπως είχα αναφέρει και παλαιότερα, υπάρχει κάτι ξεχωριστό εντός της κοσμοθέασης, και εν γένει του αισθητικού πεδίου, του Ρομαντισμού - το οποίο τελικά φαίνεται να είναι και ανίκητο - που παρακινεί και συγκινεί τον μέσο άνθρωπο. Αυτό ακριβώς το «κάτι ξεχωριστό» είναι που αντιστρέφουν οι μετάμοντερνοι καλλιτέχνες. Και ακριβώς αυτό στηλιτεύω.

Ανώνυμος/η
Η Ορχήστρα Εγχόρδων εμφανίστηκε στην αίθουσα με τον γερμανικής καταγωγής βιολονίστα Μαρουλο Καλέντζι . Oπως πάντα, το σύνολο συντόνιζε ο έμπειρος εξάρχων του, ΑΗΚ.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε με τη «Σερενάτα για ιππείς» σε μι ελάσσονα, έργο 20, η οποία στάθηκε αφορμή για να απολαύσουμε την εξαιρετική ποιότητα του συνόλου, τον άριστο συντονισμό των μουσικών και τον εντυπωσιακά ομοιογενή και πλούσιο ήχο τους.

Ακολούθησε το δημοφιλές Κοντσέρτο για βιολί του Έρβις Σεντούκου. Από την πρώτη στιγμή ξεχώρισε ο ήχος της Λάουρας ομοιογενής και ωραίος, δίχως αιχμές ή οξύτητα ακόμη και στις πιο ψηλές νότες. Η προφανής εξοικείωση της βιολονίστριας με το έργο του ΑΗΚ της επέτρεψε να κινηθεί με μεγάλη άνεση και να εκφραστεί με ελευθερία. Η διαμόρφωση των ενοτήτων αναδείκνυε τη μουσική σκέψη του συνθέτη και ο σχηματισμός των φράσεων έδινε περαιτέρω πλαστικότητα στη μουσική.

Ιδιαίτερα ποιητική υπήρξε η ερμηνεία του αργού δεύτερου μέρους, ενώ στο τελευταίο ο Μονόκερως ανταποκρίθηκε με δεξιοτεχνία και ελαφράδα, χωρίς ο ήχος να χάνει τον όγκο του.

Στο τέλος του κονσέρτου ένα ενθουσιασμένο κοινό χειροκρότησε επί μακρόν τον διευθυντή της ορχήστρας και βετεράνο σύνθετη ΑΗΚ.
Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου, 2026

Καποδίστριας

                                                            

                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα την, πασίγνωστη πλέον, ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, που έχει ως θέμα της την ζωή και την πολιτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια. Είναι πραγματικά δύσκολο να ξεκινήσει κανείς να γράφει κάτι για το συγκεκριμένο θέμα μετά τα όσα έχουν διαδραματιστεί από την πρώτη μέρα της προβολής. Δεν ξέρει που να εστιάσει. Στην ταινία ή στις δημόσιες διενέξεις του σκηνοθέτη με τους κριτικούς; Στην πολιτική διάσταση της εν λόγω ταινίας ή στην σημασία της ιστοριογραφικής κινηματογραφίας; Το συμπέρασμα είναι ότι αποτελεί κάτι αδύνατο για τα δεδομένα ενός διαδικτυακού άρθρου μια ανάλυση όλων των παραπάνω. Θα αρκεστώ, λοιπόν, σε μια συνοπτική αλλά και επικεντρωμένη περιγραφή της δικής μου γνώμης, η οποία μπορεί να διατρέξει ορισμένες από τις παραπάνω θεματικές δίχως όμως να σταθεί αναλυτικά σε αυτές.



Καταρχάς, ο Καποδίστριας είναι μια σημαντική εμπορική επιτυχία. Μετά από δυο μήνες προβολών έφτασα σε έναν κινηματογράφο (συγκεκριμένα στον ΣΙΝΕΑΚ, τον ωραίο δημοτικό κινηματογράφο του Πειραιά), το προαύλιο του οποίου ήταν γεμάτο θεατές, που περίμεναν σε μια βροχερή βραδιά να τους επιτραπεί η είσοδος στην μεγάλη σκοτεινή αίθουσα. Αν μη τι άλλο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Σμαραγδή ότι, είτε με την ταινία του είτε με τις δημόσιες διενέξεις του, κατάφερε να στείλει ξανά στις αίθουσες ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας που έχει απομακρυνθεί εδώ και δεκαετίες από την μεγάλη οθόνη.


Στα της ταινίας τώρα. Δεν ξέρω τι λένε διάφοροι κριτικοί, ηθοποιοί της τηλεόρασης και παρατρεχάμενοι της διαλυμένης ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Εγώ θεωρούσα ανέκαθεν τον Σμαραγδή ως σκηνοθέτη ωραίων κινηματογραφικών κάδρων. Οι κινηματογραφικές του εικόνες μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Κάδρα αρμονικά, χρώματα ομοιόμορφα και προσεγμένα, ατμόσφαιρα μεγαλοπρέπειας και, ταυτόχρονα, γλυκά μελαγχολικής νοσταλγίας. Αυτή είναι η προμετωπίδα της κινηματογραφικής πρότασης του Σμαραγδή. Ασφαλώς, μπορεί σε κάποιους, πολλούς ή λίγους, να μην αρέσει. Εγώ, πάντως, την βρίσκω γοητευτική. Ο Καποδίστριας είναι μια ακόμη ταινία του Σμαραγδή με αυτό το γνώρισμα να κυριαρχεί. Μια ακόμη πρόταση ενός κινηματογραφικού κλασικιστικού ρομαντισμού.  

Θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί ο Ρομαντισμός να μένει στο επίπεδο του ακαδημαϊκού κλασικισμού ή των λυρικών μελοδραμάτων και να μην εισέρχεται στα θυελλώδη βάθη των πιο έντονων χρωματικών συνδυασμών σκοταδιού και εκλάμψεων, των γοτθικών ψυχικών και αισθητικών δυναμικών και των συναισθηματικών εξάρσεων. Η απάντηση είναι σαφής. Γιατί σκηνοθετεί ο Σμαραγδής. Όχι ο Κλάιστ. Αυτή είναι η επιλογή του, αυτός είναι ο προσανατολισμός του, ενδεχομένως αυτές είναι και οι δυνατότητές του. Ασφαλώς, σε κάποιους μπορεί να μην αρέσουν. Κι εγώ θα προτιμούσα έναν βαθύ και επιθετικό Ρομαντισμό. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να μηδενίζεται η αξία της σκηνοθετικής του πρότασης. Τουλάχιστον, από όσους είμαστε ρομαντικοί. Αυτό θέλει, αυτό μπορεί, αυτό κάνει ο Σμαραγδής. Προσωπικά δεν το θεωρώ αισθητικά λίγο. Τουναντίον, είναι αξιόλογο και ενδιαφέρον.

Δεν γνωρίζω αν ο Καποδίστριας γυρίστηκε με μικρό προϋπολογισμό και αν αυτό επηρέασε τις τεχνικές δυνατότητες που θα απαιτούνταν προκειμένου να διαμορφωθεί άρτια η ατμόσφαιρα μιας ταινίας εποχής. Ακόμη και αν συνέβη κάτι τέτοιο το δικό μου μάτι δεν συνέλαβε ιδιαίτερες αδυναμίες σε αυτό το σημείο (μικρή εξαίρεση ενδεχομένως τα μαλλιά και τα ρούχα του Κολοκοτρώνη ή η έλλειψη σκηνών μάχης). Οι εικόνες της ταινίας με ταξίδεψαν νοερά στον 19ο αιώνα, τα κοστούμια ήταν καλά, η φωτογραφία έκανε την δουλειά της -σαφώς όχι τόσο καλά όσο στην ταινία Ελ Γκρέκο αλλά και σε αυτό το έργο δεν ήταν άσχημο το αποτέλεσμα. Μολονότι άκουσα διάφορους πεπειραμένους κριτικούς κινηματογράφου να κάνουν λόγο για «νηστικό μάτι», το δικό μου, τουλάχιστον, έφυγε από την αίθουσα χορτασμένο. Σε γενικές γραμμές το αισθητικό μέρος της ταινίας που έχει να κάνει με την εικόνα είναι άρτιο. Θεωρώ ότι εκπλήρωσε τις προσδοκίες του σκηνοθέτη και ικανοποιεί τους θεατές.



Δυστυχώς, δεν υπάρχει το ίδιο καλό αποτέλεσμα στο σενάριο και τους διαλόγους. Φρονώ ότι η μεγάλη φασαρία και οι δημόσιες διενέξεις γύρω από το έργο έχουν να κάνουν με αυτό το πεδίο. Οι κουρδισμένα κακοπροαίρετοι ήταν αναμενόμενο να παραβλέψουν τα παραπάνω και να σταθούν στο συγκεκριμένο σημείο. Για δυο, κυρίως, λόγους. Τόσο γιατί το αποτέλεσμα ήταν όντως προβληματικό όσο και γιατί μέσα από το πεδίο αυτό προσπάθησε να περάσει το πατριωτικό του μήνυμα ο σκηνοθέτης.

Ασφαλώς, δεν χρειάζεται η σαπουνόπερα και η απλοϊκή αγιογραφία για να αναδειχθούν πατριωτικές ανησυχίες. Το σπουδαίο είναι (οι πατριωτικές ανησυχίες) να βγαίνουν μέσα από ωραίους διαλόγους και σενάρια με ουσιαστικό ενδιαφέρον. Ο Σμαραγδής είχε την ευκαιρία να αφήσει το πατριωτικό μήνυμα να γεννηθεί, να αναδευθεί και να αναδυθεί αβίαστα μέσα από ένα σφιχτοδεμένο πολιτικό θρίλερ, με σκηνές σκοτεινές και βαθιές νοηματικά. Ωστόσο, δεν έκανε κάτι τέτοιο.

Χωρίς υπερβολή, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σκηνή η προσέγγιση του κεντρικού ήρωα ήταν απλοϊκά αγιογραφική. Ο περίγυρός του τον έβλεπε σαν τον εκλεκτό άντρα της ιστορίας του Τόμας Καρλάιλ και το ανακοίνωνε επαναλαμβανόμενα. Οι διπλωματικές επιτυχίες που τον έφεραν στο επίκεντρο της διπλωματικής ζωής των αρχών του 19ου αιώνα παρουσιάζονταν σαν σχολικά τεχνάσματα και οι υπόλοιποι χαρακτήρες επιτηδευμένα έτοιμοι να πεισθούν ότι τα σχολικά αυτά τεχνάσματα ήταν μεγαλοφυείς συλλήψεις. Η τελευταία απόπειρα να μεταπεισθεί ο Μέττερνιχ υπέρ της Ελλάδας σε ένα διπλωματικό ραντεβού παρουσιάστηκε ως έκκληση στα συναισθήματα ενός φοιτητή αριστερής νεολαίας και όχι βασισμένη στην σκληρή διπλωματική γλώσσα της διαπραγμάτευσης. Ο Καποδίστριας όρκιζε και οργάνωνε μέλη της Φιλικής Εταιρίας με ορθάνοιχτες πόρτες ενώ έξω από το κτίριο παραμόνευαν Βρετανοί και Αυστριακοί αστυνομικοί της ασφάλειας.

Στο ζήτημα της ιστορικής συνέπειας, σε γενικές γραμμές, το σενάριο στάθηκε καλά μολονότι ο Σμαραγδής φαίνεται να έχει υιοθετήσει θεωρίες που κυκλοφορούν στον πολιτικό μας χώρο από συνωμοσιολόγους δημοσιογράφους, σύμφωνα με τις οποίες οι επιστολές του Καποδίστρια στον πατέρα του ήταν συνθηματικές και περιλάμβαναν κωδικοποιημένες πληροφορίες για την οργάνωση των Φιλικών. Η σοβαρή ιστορική έρευνα δεν λαμβάνει υπόψη τέτοιες ερμηνείες που βασίζονται σε μεγάλη δόση αυθαιρεσίας. Ο Καποδίστριας δεν είχε καμία οργανωτική σχέση με τους Φιλικούς. Κάποια αφελή στερεότυπα που θέλουν τους Γερμανούς να μας μισούν χωρίς να ξέρουν γιατί ή τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη μονοδιάστατα κακό φαίνονται στην ροή της υπόθεσης αλλά όχι σε ενοχλητικό βαθμό και αποτελούν ενσωματωμένα στοιχεία του δράματος. Κατά τα άλλα, σε γενικές γραμμές, η ταινία είναι συνεπής με την ιστορία του Καποδίστρια.


Οι ηθοποιοί των κύριων ρόλων στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Οι ερμηνείες ήταν ισορροπημένες σε μια ταινία που οι χαρακτήρες θα μπορούσαν εύκολα να υποπέσουν σε ερμηνευτικό ρομάντζο της φουστανέλας. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Συμπερασματικά, η ταινία έχει δυο καλά σημεία, τις εικόνες και τις περισσότερες ερμηνείες. Έχει και ένα σοβαρό μειονέκτημα. Το σενάριο και τους διαλόγους. Πάντως, δεν χάνει τον χρόνο του ο θεατής. Είναι μια ταινία ανάμεσα στις άλλες που προβάλλονται αυτή την περίοδο και προσφέρει στους θεατές ένα σχετικά ευχάριστο δίωρο. Αρκεί, ασφαλώς, οι θεατές που θα την δουν να αρέσκονται στις ταινίες εποχής, στα πολιτικά θρίλερ και στις κινηματογραφικές βιογραφίες. Αν αυτοί που θα την δουν προτιμούν τον ανεξάρτητο κινηματογράφο ή σκηνοθέτες όπως πρώιμος ο Λάνθιμος είναι εύλογο ότι θα θεωρήσουν χαμένο τον χρόνο και τα χρήματά τους. Το ερώτημα είναι γιατί να την δουν και να την κατακρίνουν αυτοί οι θεατές. Θα έβλεπαν μια αντίστοιχη ταινία ενός μη Έλληνα σκηνοθέτη; 

Πέρα από τα πατήματα για σχολιασμό που σαφώς δίνει το σενάριο με τους διαλόγους, έχω την εντύπωση ότι η όλη φασαρία έχει προκληθεί επειδή οι προοδευτικοί της χώρας μας -φιλελεύθεροι, μεταμοντέρνοι και όχι μόνο οι αριστεροί, όπως υποστηρίζει ο Σμαραγδής- ζουν με το σύμπτωμα της μεταπολίτευσης και αρνούνται να δεχτούν ότι μπορούν να υπάρξουν και μη προοδευτικές παρουσίες στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Αυτή είναι η σπίθα που πυροδοτεί την αντιπαράθεση. Ειδάλλως, θα προσπερνούσαν την ταινία αδιάφορα. Σαν να υπάρχει ένα ελατήριο στις συνειδήσεις τέτοιων ανθρώπων όταν έρχονται σε επαφή με συντηρητικές ιδέες ή προτάσεις. Αυτός είναι ο πρωταρχικός λόγος της όλης φασαρίας και δένει στο, πανελλαδικά εμφανώς, εκρηκτικό μίγμα με την διάθεση του σκηνοθέτη να απαντά θορυβωδώς στα τηλεπαράθυρα.  

Σχόλια:

Ανώνυμος/η
Βίλχελμ Φον Μερμπεκε
Πράγματι αυτή η κριτική σας είναι σχεδόν ίδια με τα συμπεράσματα μου περί της ταινίας. Θα σταθώ κυρίως στο καλύτερο σημείο, που είναι η τυφλή απληστία του Κουντουριώτη και η ουσία όλη του κοτζαμπασισμού. Πέρα από την απλοϊκή αγιογραφία, χρειάζεται ένα πολιτικό παράδειγμα για τους ρημαγμένους Έλληνες, ένα σημείο αναφοράς. Φυσικά, το ότι οι φιλελεύθεροι βγάζουν φλύκταινες με την παρουσίαση των αποτρόπαιων πράξεων των ιδεολογικών τους προγόνων, κάνει την ταινία να στέκεται ως υπενθύμιση ότι ελέω εξωτερικού παράγοντα στέκονται και δυναστεύουν το έθνος.
Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου, 2026

Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας
Tο θέμα του Κουντουριώτη έχει μεγάλη ουρά. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς την ιστορική πορεία της οικογένειας μέχρι την εποχή του Βενιζέλου και του Εθνικού Διχασμού. Θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για τις επιλογές του αγλλοσαξονικού παράγοντα και του εβραϊκού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Σε όλα τα επίπεδα. Γεωγραφικά, οικονομικά, ανθρωπολογικά και άλλα. Ωστόσο δεν είναι για τα εκτός του χώρου μια τέτοια συζήτηση, ούτε για τον δημόσιο διάλογο. Αφορά πρωτίστως όσους εθνικιστές μπορούν να καταλάβουν τι συμβαίνει και αντέχουν την εθνική αλήθεια πέρα από την αστική αφήγηση περί πατριωτισμού (της πλαστικής σημαίας).
Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου, 2026
Ανώνυμος/η
Δηλαδή η λέσχη λέει δημόσια ότι διαχρονικά η αστική τάξη της Ύδρας υπήρξε προδοτική;
Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου, 2026
Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας
Όχι μόνο της Ύδρας. Σε πολλές περιπτώσεις οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις έχουν φανεί αντεθνικές. Ωστόσο, δεν εννοούσε αυτό το παραπάνω σχόλιο. Άλλα εννοεί που δεν είναι του παρόντος.
Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου, 2026
Ανώνυμος/η
Τι συνέβη με τον Κουντουριώτη;
Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας
Τι εννοείς; Αν αναφέρεσαι στην ταινία και στον ιστορικό βίο του Καποδίστρια, ήταν σε συνεργασία με τους Άγγλους για να σκοτώσει τον κυβερνήτη.

Ανώνυμος/η
Είναι χρήσιμο το βιβλίο "Πρώιμη νεότερη Ευρώπη" από την Hanks; Ή μας αρκεί ο σχετικός τόμος από Milza για την ίδια χρονική περίοδο;
Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας
Όλα καλά είναι αυτά.
Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
Ανώνυμος/η
Το είδος της επιστημονικής φαντασίας δεν έχει καμία σύνδεση με τον ρομαντισμό;
Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας
Πώς δεν έχει; Εννοείται πως η απαρχή της ως λογοτεχνικό ρεύμα στον Ρομαντισμό έγινε, όπως και της γοτθικής λογοτεχνίας, της λογοτεχνίας τρόμου, της νεότερης επικής φανταστικής λογοτεχνίας κλπ.
Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
Ανώνυμος/η
Ανώνυμε, μην μπερδεύεις την επιστημονική φαντασία με τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026