Ο θάνατος του ηθοποιού και σκηνοθέτη Νίκου
Καλογερόπουλου πριν λίγο καιρό έφερε στο νου μια ξεχασμένη, σήμερα, ταινία, που
παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους έχουμε βιώσει εμπειρίες ζωής στους
πολιτικούς χώρους τους οποίους οι καθώς πρέπει φιλελεύθεροι αστοί αποκαλούν
«άκρα». Πρόκειται για την ταινία Όνειρο Αριστερής Νύχτας, η οποία προβλήθηκε
για πρώτη φορά το 1987. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία αποτέλεσε αιτία διαμάχης
από την πρώτη κιόλας προβολή της για λόγους μάλλον απρόβλεπτους. Ας βάλουμε, όμως,
τα πράγματα σε μια σειρά.
Το Όνειρο Αριστερής Νύχτας απέδωσε με εύστοχη
φιλμική καταγραφή τον τρόπο λειτουργίας και δράσης των ελλαδικών μαρξιστικών
οργανώσεων σε ένα χρονικό φάσμα που κυμάνθηκε από την πρώτη μεταπολιτευτική
περίοδο μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ’80. Επίσης, εστίασε ως ταινία σε μια
γλυκιά μα και δραματική ενατένιση στον ψυχισμό προσώπων που συμμετείχαν ενεργά
στις ζυμώσεις εκείνου του πολιτικού χώρου. Στην πραγματικότητα ο Καλογερόπουλος
επιχείρησε μια αυτοβιογραφική κινηματογραφική μεταφορά εμπειριών της νιότης
του.
Η ταινία κεντρίζει την προσοχή όχι μόνο των
κομμουνιστών μα κάθε θεατή που ενδιαφέρεται να εστιάσει στην μεταπολιτευτική
ελληνική ιστορία. Πολύ περισσότερο εμάς των εθνικιστών. Γιατί βοηθά να
καταλάβουμε τις εντυπωσιακά μεγάλες ομοιότητες στην κουλτούρα και τις
συμπεριφορές των ανθρώπων που συγκροτούν τους δυο περιθωριοποιημένους
πολιτικούς χώρους. Μας βοηθά να καταλάβουμε, ταυτόχρονα, και τις μεγάλες
διαφορές στον τρόπο που εκδηλώνονται οι παθογένειες μέσα στους δυο αυτούς
χώρους λόγω των τεράστιων ιδεολογικών αποκλίσεων.
Οι εθνικιστές αισθανόμαστε ότι η ιστορία
χρωστάει και στον δικό μας χώρο μια τέτοια ταινία. Για να φανούν και στην από
εδώ μεριά τα χάλια και οι παθογένειες που έρχονται με κεκτημένη ταχύτητα από το
παρελθόν. Για τους ίδιους τους νέους μαρξιστές, το Όνειρο Αριστερής Νύχτας
αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα ανάδειξης των χρόνιων παθογενειών και των
ανακυκλωμένων σφαλμάτων που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά, ίδια και
απαράλλαχτα, στις οργανώσεις τους. Είναι μια επιβεβαίωση αυτοκριτικής
γενναιότητας από «παλιούς» του δικού τους πολιτικού περιβάλλοντος.
Ασφαλώς, πέρα από την πολιτικά διδακτική της
πτυχή, η ταινία έχει μεγάλο ενδιαφέρον και για την ψυχογραφική ανάγνωση του
αιώνιου νεαρού ρομαντικού επαναστάτη, που αναζητά ανυποχώρητα την εκπλήρωση των
οραμάτων του στο ακέραιο και αναγκάζεται να χτυπηθεί από τις συμπληγάδες μιας
κωμικοτραγικής ελλαδικής πραγματικότητας στην οποία το σύστημα εξουσίας και οι
ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις μπορεί να αφήσουν χώρο για οτιδήποτε άλλο εκτός
από τον Ρομαντισμό. Επίσης, πρόκειται για μια ταινία που, ακροβατώντας ανάμεσα
στο πολιτικό/υπαρξιακό δράμα και την μαύρη κωμωδία, καταφέρνει να παρουσιάσει
με ανάγλυφη ζωντάνια τις αντιφάσεις της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας, η οποία
κατά την δεκαετία του ’70 ακροβάτησε ανάμεσα σε μια σχεδόν προνεωτερικά
παραδοσιακή, επαρχιακή, αγροτική κοινωνική ζωή κι οργάνωση και στο μεγαλοαστικά
δυτικότροπο κλεινόν άστυ των Αθηνών εντός του οποίου κυκλοφορούσαν
ανεπεξέργαστες και μεταφερμένες άνευ σύνδεσης με το εθνικό παρόν υποκουλτούρες
και ιδεολογίες της δυτικής Ευρώπης ή των Η.Π.Α.
Η ταινία, όπως προαναφέρθηκε, είχε μια
επεισοδιακή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι Νίκος
Καλογερόπουλος και Ντίνος Κατσουρίδης μοιράστηκαν την σκηνοθεσία και το
σενάριο. Ωστόσο, στην πρώτη προβολή ο Καλογερόπουλος πήρε τον λόγο και
κατήγγειλε ότι ο Κατσουρίδης είχε αλλάξει το φινάλε και είχε αλλοιώσει το
ιδεολογικό μήνυμα του έργου. Ο Κατσουρίδης του απάντησε ότι, πρώτον, δεν υπήρχε
ο απαιτούμενος προϋπολογισμός προκειμένου να γυριστεί το υπερρεαλιστικό φινάλε
που πρότεινε ο Καλογερόπουλος και, δεύτερον, το σενάριο της υπόλοιπης ταινίας
ήταν ρεαλιστικό και αταίριαστο με το φινάλε που οραματίστηκε ο ηθοποιός. Έτσι,
ο Κατσουρίδης έδωσε για προβολή την δική του τελική κόπια. Μετά από αυτά, το
τριακοστό έβδομο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πήρε φωτιά!! Οι θεατές
άρχισαν να γιουχάρουν και να φωνασκούν προκαλώντας χάος.
Έπειτα από την καταστροφική πρεμιέρα ήταν
αναμενόμενο, σε μια εποχή που ο μέσος Έλληνας αντιδρούσε με «πιο κανονικά
αναμενόμενο τρόπο», η ταινία να υποτιμηθεί από το κοινό των θεατών, να μην της
δοθεί σημασία και να περάσει στην λήθη. Στην ουσία η υπονόμευση της ταινίας
στην πρεμιέρα της από τους δυο κύριους συντελεστές της αποτέλεσε μια
αντανάκλαση των αυτοκαταστροφικών και κωμικών συνθηκών που αποτελούσαν την
κανονικότητα στο πολιτικό περιθώριο της Αριστεράς. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, με
αυτά που βιώνουμε κι εμείς στον εθνικιστικό χώρο αλλά σε πιο ραφιναρισμένη
εκδοχή, μιας και οι κομμουνιστές ήταν στην διάρκεια της μεταπολίτευσης πιο
καλλιεργημένοι από τους γραφικούς επικεφαλείς του δικού μας πολιτικού χώρου.
Όπως και να έχει, η ταινία παραμένει σήμερα
σημαντική. Το σενάριο έχει ως εξής. Ο Πολυχρόνης, ως νεαρός καταγόμενος από ένα
μικρό χωριό της Μεσσηνίας, υποκύπτει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής στην Αθήνα.
Είναι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και πλήθος νεαρών συρρέει ακόμη από
την επαρχία στην πρωτεύουσα, παρασυρμένο από τα επικοινωνιακά τεχνάσματα της
αστυφιλίας. Η αλλαγή πολιτεύματος δίνει ελπίδες στην νέα γενιά και ο
Πολυχρόνης, καταγόμενος καθώς είναι από αριστερή οικογένεια, επιδιώκει να τις
πραγματοποιήσει στρατευόμενος σε μια μικρή οργάνωση του μαοϊκού κομμουνισμού.
Στις απαρχές της μεταπολίτευσης ξεφυτρώνουν
μικρές μαρξιστικές οργανώσεις, απαρτιζόμενες από ενθουσιώδεις ενεργούς πυρήνες
νεολαίων. Πάνω από αυτές -και σε ανταγωνιστική σχέση μαζί τους- στέκεται το
μαζικό ΚΚΕ. Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούν οι μαξιμαλιστικές στοχεύσεις οδηγούν
τις κομμουνιστικές οργανώσεις σε συνεχή λάθη, ο ενθουσιασμός χάνεται, οι
εξωκοινοβουλευτικοί κομμουνιστές περνούν στο ανυπόληπτο πολιτικό περιθώριο και
ο κονφορμισμός φαντάζει ως αναπόφευκτη κατάληξη όλων εκείνω που πριν λίγα χρόνια
ονειρεύονταν επαναστάσεις.
Το σενάριο της ταινίας αναδεικνύει με γλαφυρό
μαύρο χιούμορ τους τύπους ανθρώπων που άνθισαν σε εκείνο το πολιτικό
περιβάλλον. Τον ψευτοχαρισματικό ηγέτη-γενικό γραμματέα των κομμουνιστικών
οργανώσεων που, πέρα από το να επιτυγχάνει εσωτερικές ισορροπίες στις
οργανώσεις και να εκφωνεί λογίδρια, απολάμβανε διαδοχικές ερωτικές συνευρέσεις
με όλες σχεδόν τις συντρόφισσες του κόμματος στο οποίο ηγούταν, ακόμη κι αν
αυτές είχαν σοβαρούς ερωτικούς δεσμούς με άλλα μέλη ηθικά ακέραια και συνεπή
στις υποχρεώσεις τους. Τις ψευτοεπαναστάτριες φεμινίστριες του ελλαδικού
κομμουνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, οι οποίες αντιμετώπιζαν την
πολιτική στράτευση ως μια ευκαιρία να ζήσουν για λίγα χρόνια «απαλευθερωμένες»,
σαν τις φοιτήτριες των Η.Π.Α. και του Γαλλικού Μάη, την ίδια ώρα που καμία
ουσιαστική ιδεολογική σχέση δεν τις συνέδεε με τον σοσιαλισμό. Τους
παραιτημένους πρώην κομμουνιστές που βρήκαν καταφύγιο στον αναρχισμό ή στα
ναρκωτικά λόγω της απογοήτευσης. Τον διεστραμμένο φανατισμό των αγνών μελών του
ΚΚΕ, που τάιζαν τα βρέφη τους έχοντας την εικόνα του Στάλιν πάνω από την
παιδική κλίνη κι εργάζονταν δωρεάν ως οικοδόμοι για να χτίσουν γραφεία του
κόμματος. Τον οπορτουνισμό και την στρατηγική βολέματος των μεσαίων στελεχών
του ΚΚΕ, που γίνονταν μικροέμποροι και ενδιαφέρονταν μόνο για την ασφάλειά
τους. Κυρίως την υποκριτική αντίφαση των μεγαλοεκδοτών και μεγαλοβιβλιοπωλών
του κέντρου των Αθηνών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τις εκδόσεις τους για να
προσελκύσουν μέλη στο ΚΚΕ ενώ διέθεταν πολυτελείς βίλες ως εξοχικά, ντίβες
-μισό αιώνα νεότερες και όμορφες- γυναίκες ως συζύγους, ακριβά αυτοκίνητα και
αμέτρητα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία.
Επιπλέον, η ταινία αναδεικνύει εύστοχα την
εμφυλιοπολεμική νοοτροπία που η ανόητη Δεξιά κατάφερε να κρατήσει ζωντανή στην
Ελλάδα μέχρι και την δεκαετία του ’80, τον τραγελαφικό τρόπο με τον οποίο το
εμφυλιακό μίσος διαιρούσε χωριουδάκια των εκατό κατοίκων, την αντίφαση του να
δηλώνει κανείς κομμουνιστής και να συγκρούεται με τους συγχωριανούς του επειδή
είχε γονείς στο αντάρτικο την ίδια ώρα που ζούσε ως αγρότης με δική του γη και
κτηνοτροφική περιουσία η οποία μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των δεξιών
συγχωριανών του. Ο ήρωας της ταινίας Πολυχρόνης απογοητεύεται από όλα αυτά και
θέλει να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο στην εμπειρία του ως ενεργό μέλος του
συγκεκριμένου πολιτικού περιβάλλοντος, το οποίο ξεθώριαζε μέρα με την μέρα μετά
την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Καθώς ανασύρει από την μνήμη του τις θύμησες
και κάνει τις απαραίτητες επαφές για να βρει εκδότη, η πλοκή της ταινίας
ξεδιπλώνεται και χαρίζει άλλοτε ξεκαρδιστικό χιούμορ, άλλοτε προβληματισμό και
σε ορισμένες περιπτώσεις νοσταλγία.
Η μαοϊκή μεσο-μικροαστή δασκάλα τσιρίζει
έντρομη όταν βλέπει την γερόντισσα κομμουνίστρια της παραδοσιακής επαρχιακής
Ελλάδας να σφάζει μια κότα για να την φιλέψει και ο Πολυχρόνης της θυμίζει
σκωπτικά ότι κάποτε (η δασκάλα) είχε ψηφίσει υπέρ της ένοπλης δράσης σε σχετική
συζήτηση εντός του κόμματος. Ο εκατομμυριούχος εκδότης, που προσπαθεί να
αποσπάσει τον Πολυχρόνη απ’ τον μαοϊσμό και να τον εντάξει στο ΚΚΕ, τον καλεί
να συζητήσουν στην βίλα του και ο Πολυχρόνης τον ρωτά έκπληκτος πώς θα
αντιδρούσε αν μια δυνητική επανάσταση του εθνικοποιούσε την περιουσία. Οι
νεαρές κομμουνίστριες, που αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή του κομμουνιστικού
κινήματος των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων, αλλάζουν τα ελληνικά τους
ονόματα, υιοθετώντας αγγλικά υποκοριστικά, για να μην αισθάνονται λιγότερο
προοδευτικές από τις αστές. Αυτές και πολλές ακόμη σκηνές χαρίζουν στον θεατή
το ραφιναρισμένο μαύρο χιούμορ που μεταφέρουν στην οθόνη ο Καλογερόπουλος και
οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας.
Τα πλάνα είναι λίγο σκοτεινά και δείχνουν ότι
ο προϋπολογισμός της ταινίας πρέπει να ήταν μικρός. Ανεβασμένη όπως την βλέπω
στο διαδίκτυο και ο ήχος της δείχνει να έχει πρόβλημα. Δεν ξέρω, όμως, αν τούτο
έχει να κάνει με την διαδικτυακή μεταφορά ή με την αρχική κινηματογραφική
εκδοχή του έργου. Σε κάθε περίπτωση αυτές είναι λεπτομέρειες για εμάς και για
τους αναγνώστες του ιστολογίου μας. Δείτε το Όνειρο Αριστερής Νύχτας και
απολαύστε μια ταινία που μας γυρίζει νοσταλγικά σε παλιές εποχές, τολμά να
αποτελεί ένα πολιτικό χιουμοριστικό φιλμ το οποίο εστιάζει στο παρόν της εποχής
του αποφεύγοντας την ιστοριστική παρλάτα και τους βαρετούς ρυθμούς του
«έντεχνου» κινηματογράφου και δεν διστάζει να καυτηριάσει εκ των έσω
παθογένειες ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου που η συστημική αφήγηση της
μεταπολίτευσης είχε καθαγιάσει.
Σχόλια:


















