του Σταμάτη Μαμούτου
Κάθε χρόνο, με το πέρας των χριστουγεννιάτικων εορτασμών το μόνο συναίσθημα που μετριάζει την μελαγχολία μου για το τέλος της αγαπημένης περιόδου είναι η προσμονή για την έναρξη του Παζαριού του Βιβλίου. Χρόνια τώρα όταν η εορταστική περίοδος πλησιάζει στο τέλος της αρχίζω να αναζητώ πληροφορίες για την πραγματοποίηση του επερχόμενου Παζαριού. Είναι κάτι σαν μικρή παρηγοριά.
Μπορεί οι καιροί να έχουν αλλάξει και τα στοκ των παλιών βιβλίων που γέμιζαν κάποτε τους πάγκους του Παζαριού να έχουν πια εξαντληθεί. Μπορεί ο μαφιόζικος συστημικός νεοφιλελευθερισμός να έχει εκτοξεύσει τις τιμές στα ύψη και στο Παζάρι να πωλούνται πια ελάχιστα βιβλία κάτω των πέντε ευρώ. Μπορεί τα βιβλία φαντασίας και τα comics που διατίθενται να γίνονται κάθε χρόνο λιγότερα. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την αναμενόμενη φθορά, το Παζάρι του Βιβλίου εξακολουθεί να εκπέμπει μια γοητεία στους εναπομείναντες βιβλιόφιλους.
Ως εκδήλωση που πραγματοποιείται στο αγαπημένο κέντρο των Αθηνών, με δωρεάν είσοδο, σε κλειστό χώρο, για δυο και πλέον εβδομάδες, αποτελεί, καταρχάς, πρόκληση για χειμωνιάτικη βόλτα. Συνιστά ένα επαναλαμβανόμενο τελετουργικό κράμα περιπάτου και φιλομάθειας. Είναι κάτι σαν ζεστός προθάλαμος ψυχαγωγίας πριν το βραδινό ποτό ή τον απογευματινό καφέ. Ένα φρούριο δυνητικής γνώσης για όσους έχουμε απομείνει να απολαμβάνουμε το διάβασμα. Ιδίως, μάλιστα, εφόσον η διοργάνωσή του συμπίπτει, σχεδόν πάντοτε, με την περίοδο των Αποκριών, το Παζάρι ως διαχρονική εκδήλωση αποκτά και την υπόσταση του παρακλαδιού ενός εθίμου. Όλα, κοντολογίς, με καλούν να το επισκεφθώ. Ξανά και ξανά. Εκτός από την καημένη την τσέπη μου.
Αν εξετάσουμε το Παζάρι Βιβλίου, πέρα από την εθιμοτυπική του γοητεία, σαφώς και μπορεί να προσγειωθούμε σε ένα κάπως απότομο παρόν. Αναμφίβολα παρακμάζει τα τελευταία χρόνια. Αυξημένες τιμές και εξάντληση των παλιών στοκ συμπιέζουν την δυναμική του. Οι επισκέπτες του παραμένουν αρκετοί αλλά σαφώς μειωμένοι σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, ο υπομονετικός βιβλιόφιλος εξακολουθεί να βρίσκει ενδιαφέρουσα την περιήγηση στο βασίλειο όσων παλιών βιβλίων έχουν απομείνει. Πάντοτε κάτι θα βρεθεί να τραβήξει την προσοχή.
Φέτος, μάλιστα, αν κρίνω από τα δυο βιβλία -εκ των δέκα που αγόρασα- τα οποία πρόλαβα ήδη να διαβάσω, υπήρχαν στους πάγκους καλοί προσφερόμενοι τίτλοι. Μπορεί στο πεδίο της φανταστικής λογοτεχνίας να απέμειναν στο Παζάρι λίγες ενδιαφέρουσες επιλογές. Όμως, σε εκείνο της πολιτικής ιστορίας -σύγχρονης, νεότερης και μεσαιωνικής- το απόθεμα που παρουσιάστηκε ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Στο φιλοσοφικό δοκίμιο προσφέρθηκαν παλιοί αλλά όχι ξεπερασμένοι τίτλοι ενώ και τα βιβλία της αρχαίας γραμματείας ήταν αρκετά. Ανάμεσα στα πολλά καλά βιβλία οι εναπομείναντες τίτλοι των κωμικοτραγικών εκδοτών του πολιτικού μας «χώρου» αποτελούν ένα διασκεδαστικό ευτράπελο. Δεν είναι και λίγο να βλέπει κανείς αλησμόνητους λιβέλους του μακαρίτη Γρηγόρη Μιχαλόπουλου ανάμεσα σε κανονικές εκδόσεις. Αποτελούν το χιουμοριστικό διάλλειμα της αναζήτησης.
Πέρα από την πλάκα, πάντως, ενδεχομένως το Παζάρι να μην καλύπτει σύγχρονες επιστημολογικές απαιτήσεις λόγω της παλαιότητας των τίτλων που προσφέρονται. Ωστόσο, εξακολουθεί να καλύπτει και με το παραπάνω την ανάγκη του κάθε βιβλιόφιλου για μια γενικότερη εγκυκλοπαιδική γνώση. Τα εισαγωγικά κείμενα φοιτητικών σπουδών παλαιότερων εποχών στους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, τα βιβλία ιστορίας και οι παλαιότερες εκδόσεις λογοτεχνικών κειμένων της ευρωπαϊκής -και όχι μόνο- λογοτεχνίας που μπορεί κανείς να βρει στους πάγκους του Παζαριού, συνθέτουν ένα πλαίσιο από το οποίο, αν γίνουν οι σωστές επιλογές αγοράς, ο αναγνώστης θα εξέλθει ενδυναμωμένος μορφωτικά και γεμάτος αναγνωστική τέρψη.
Όπως κάνουμε τα τελευταία χρόνια, έτσι και φέτος, μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. επισκεφθήκαμε αρκετές φορές το Παζάρι και, κατά την έξοδό μας από αυτό, διανείμαμε φυλλάδια της λέσχης στους επισκέπτες του. Προσωπικά, κατάφερα να το επισκεφθώ τρεις φορές. Η τελευταία, μάλιστα, λίγες ώρες πριν κλείσει.
Ένας παλιός φίλος παίζει τύμπανα σε συγκρότημα που εμφανιζόταν ζωντανά, σε γνωστό bar της οδού Ακαδημίας, την Κυριακή το βράδυ. Κατέβηκα στο κέντρο νωρίτερα για να πραγματοποιήσω την αποχαιρετιστήρια επίσκεψη στο φετινό Παζάρι πριν φτάσω στο bar. Το χειμερινό φως του αττικού ουρανού έπεφτε, αφήνοντας στην πλατεία Κλαυθμώνος μια μαβιά ατμοσφαιρική πινελιά. Ο ωκεανός των βιβλίων αγκάλιασε την παρουσία και μίλησε στις αισθήσεις μου τελευταία φορά για εφέτος. Αποχαιρέτισα την επικράτεια του βασιλείου των ιδεών συγκινημένος. Λόγω των τίτλων που δεν επέτρεψαν οι οικονομικές μου δυνατότητες να προσθέσω στο καλάθι και λόγω των αναμνήσεων που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μου ξύπνησαν οι τελευταίες ώρες του φετινού Παζαριού.
Έχουν περάσει είκοσι δύο χρόνια από τότε που το επισκέφθηκα για πρώτη φορά. Σχεδόν η μισή μου ζωή. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με κατέλαβε όταν, ως προπτυχιακός φοιτητής στην δεύτερη σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που σπούδασα, είδα τους πάγκους του Παζαριού να απλώνονται μπροστά μου καθώς περίμενα το τρόλεϊ στην Πλατεία Κλαυθμώνος για να με μεταφέρει στην Καλλιθέα. Ήμουν εικοσιπέντε ετών τότε. Νέος και γεμάτος πίστη ότι το βιβλίο θα γινόταν ένα ακαταμάχητο όπλο στα χέρια των ρομαντικών που ονειρευόμασταν να σώσουμε την πατρίδα από τα καθάρματα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, διαμορφώνοντας λογοτεχνικά πρότυπα τα οποία θα απελευθέρωναν τις εσώτερες πνευματικές δυνάμεις του έθνους.
Δυστυχώς, η ιστορία είχε διαφορετική γνώμη. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Όμως, εγώ εξακολουθώ να βρίσκομαι εδώ. Κουρασμένος, χαμένος κάπου ανάμεσα στις σκέψεις και την απογοήτευση, έχοντας φορτωθεί για τα καλά στους ώμους την βαριά καθημερινότητα του τσακισμένου Έλληνα μεσήλικα των μεταμοντέρνων καιρών μας. Μα με την φλόγα του Ρομαντισμού να καίει ακόμη στην καρδιά. Με την ψυχή να επιμένει, αγνοώντας το σώμα που συχνά δυσφορεί, πυροδοτώντας αδιάλειπτα την διάθεση για νέες μάχες.
Σαν να ποτίζεται η ψυχή από την μεγαλωμένη γνώση και την εμπειρία της ζωής. Και αντί να καταλαγιάζει σε ξεθωριασμένα μοτίβα λογικού συμβιβασμού, ζητά επιτακτικά το χρέος που η ιστορία της οφείλει. Σπρώχνοντάς με στην μάχη. Με την χάρη ενός ένθεου μίσους, που οφείλω να προστατεύω σαν το τρεμάμενο φως του ιερού κεριού της Ανάστασης καθοδόν προς το σπίτι. Εναντίον του κόσμου. Εναντίον της εποχής. Προγονικού κλέους και ονείρων κληρονόμος. Περιπλανώμενος φύλακας μιας πολιτείας μυστικής, που ίσως κάποτε φανερωθεί στους πολλούς. Αν οι τελευταίοι ρομαντικοί ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και η μοίρα το αποφασίσει.
Σχόλια:
Οι υπόλοιποι, παιδιά, είναι εμποράκια, λογιστικών αντιλήψεων και εξίσου αρπακτικοι με τους υπόλοιπους εμπόρους της αστικής ημών τάξεως. Έτυχε να μπλεχτούν με τον χώρο του βιβλίου στα νιάτα τους και έβγαλαν την ζωή τους επειδή μέχρι την δεκαετία του '80 υπήρχε σταθερό αναγνωστικό κοινό στο κέντρο. Μην νομίζετε ότι έχουν καμία ιδιαίτερη παιδεία, ότι βλέπουν το βιβλίο ως κάτι πολύ διαφορετικό από ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα.
Όταν υπήρχε η δυνατότητα να πωλούν μαζικά, κατέβαζαν τις τιμές. Μετά τα μνημόνια, όταν στένεψαν οι οικονομικές δυνατότητες του μέσου Έλληνα και οι νέες γενιές σταμάτησαν να διαβάζουν βιβλία (λόγω internet, εκφυλισμού της εκπαίδευσης κλπ), οι εκδότες βιβλίου προτιμούν να πουλήσουν λίγα και ακριβά για να ανταπεξέλθουν στην δυσκολία της μείωσης πωλήσεων.
Στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς ανάποδο απ'ότι υποστηρίζει η κλασική φιλελεύθερη πολιτική οικονομία. Όταν μειώνονται οι πωλήσεις αντί να πέσουν οι του, ανεβαίνουν.
ΥΓ Πέραν του μπλε βιβλίου του Νοβάλις και μιας κριτικής στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, δεν πρόσεξα κάτι σε πολιτικό ρομαντισμό (ε ρε ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΛΕΟΣ που μας χρειάζονται!). Αν κάνω λάθος διορθώστε με.
Του Μπένγιαμιν ποιο εννοείς;
Ό,τι και να γίνει να θυμάστε παιδιά: Η πραγματική μάχη για την επικράτηση των ιδεών μας δίνεται στο πεζοδρόμιο, όχι στα πληκτρολόγια και στα smartphone. Συνεχίστε να πολεμάτε στο πλευρό του φοιτητή, του εργάτη, του ανθρώπου του μόχθου, και ο λαός θα βρίσκεται πάντοτε δίπλα σας.
Ένα μεγάλο μπράβο στα νέα παιδιά που πυκνώνουν τις τάξεις της Λέσχης βαδίζοντας απαρέγκλιτα στα χνάρια εκείνων που μάτωσαν χαράζοντας τον δρόμο.
Πρέπει να το είχα πετύχει στην πρώτη του χρονιά ίσως, 1998, τριτοετής τότε, Νεκρές Ψυχές του Γκόγκολ η πρώτη αγορά.
Πραγματικά καμμιά σχέση η ποικιλία που έβρισκες μέχρι και 2014-15 σε καλούτσικα βιβλία σε σχέση με τη σημερινή κατάπτωση. Σπάνια μπαίνω στον κόπο να το επισκεφθώ πλέον.











