Ο Ρομαντισμός ενάντια στον κόσμο της Νεωτερικότητας

                                                του Σταμάτη Μαμούτου

                                                          Το ιστορικό πλαίσιο


Είμαι της άποψης ότι ένα άρθρο που αφορά τον Ρομαντισμό ίσως είναι ορθό να  ξεκινήσει από κάποια ερωτήματα. Τι είναι Ρομαντισμός; Ένα κίνημα; Ένα καλλιτεχνικό ρεύμα; Μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι υπάρχουν σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες που ξεπήδησαν από τα πλαίσιά του; Ποια η σχέση του με τη νεότερη λογοτεχνία του φανταστικού; Αυτά τα ερωτήματα απασχόλησαν τους περισσότερους μελετητές που έστρεψαν την προσοχή τους κατά καιρούς στον Ρομαντισμό. Εκτίμηση μου είναι ότι η σωστή απάντηση στο ερώτημα αν ο Ρομαντισμός αποτελεί ένα κίνημα ή ένα καλλιτεχνικό ρεύμα βρίσκεται πέρα κι από τις δυο αυτές υποθέσεις. Οι περισσότεροι ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Ρομαντισμός αποτελεί μια συνολική κοσμοθέαση από τα πλαίσια της οποίας εκρέουν φιλοσοφικές, πολιτικές, εικαστικές και λογοτεχνικές εκφράσεις. 


Οι αφετηρίες του ρομαντικού φαινομένου τοποθετούνται από τις περισσότερες έρευνες στα τέλη του 18ου αιώνα ενώ το τέλος του στο πρώτο μισό του 19ου. Ωστόσο, εδώ θα προβάλω και την πρώτη μου ένσταση. Άποψή μου είναι πως θα έπρεπε τα χρονικά όρια να μετακινηθούν στα μέσα του 18ου αιώνα για την αρχή και στα μέσα του 19ου για το τέλος της εποχής του Ρομαντισμού. Δεν θα αναλύσω επί μακρόν την εκτίμησή μου αυτή γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη νοηματική διάρρηξη αυτού του άρθρου. Θα αρκεστώ απλά να σημειώσω ότι από την δεκαετία του 1750 κι έπειτα ήρθαν μαζικά στο προσκήνιο του ευρωπαϊκού πνευματικού γίγνεσθαι φιλοσοφικές αναλύσεις, πολιτικές προτάσεις, εικαστικές δημιουργίες και λογοτεχνικά έργα, τα οποία εξέφρασαν το πνεύμα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης[1], πράγμα που με κάνει να υποθέτω με σχετική ασφάλεια ότι μπορούμε να θεωρούμε ως εποχή του Ρομαντισμού την εκατονταετία 1750 με 1850.

Έχοντας κατά νου όλα αυτά αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Ρομαντισμός δεν εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ιστορία ως συγκροτημένη ενιαία πνευματική ενότητα. Αντιθέτως, οι εκφραστές του απέκτησαν συνείδηση της κοινής τους ρομαντικής κοσμοθέασης κατά την εξέλιξη της δραστηριοποίησής τους. Οι αφετηρίες του Ρομαντισμού ανιχνεύονται στην διάθεση ορισμένων στοχαστών να διαφοροποιηθούν από τα πρότυπα του Διαφωτισμού που κυριαρχούσαν κατά τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη.



                       Η αντίθεση στον Διαφωτισμό και ο Ρομαντισμός ως κοσμοθέαση
Ο Διαφωτισμός αποτέλεσε κι αυτός μια ευρεία κοσμοθέαση με επιμέρους εκφράσεις. Τα δυο κύρια φιλοσοφικά του ρεύματα ήταν ο γαλλικός υλισμός και ο βρετανικός εμπειρισμός. Επιγραμματικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως οι περισσότεροι διαφωτιστές θεωρούσαν ότι ο κόσμος βασίζεται σε καθολικούς νόμους οι οποίοι μπορούν να γίνουν ανακαλύψιμοι από τον άνθρωπο με την χρήση της λογικής και την εφαρμογή των επιστημονικών μεθόδων. Σε εκδοχές του βρετανικού εμπειρισμού η βασική παραδοχή ήταν η ίδια αλλά ως όργανα της ανθρώπινης αντίληψης, πέρα από την λογική, προκρίνονταν και οι αισθήσεις. Πέρα πάντως από τον υλισμό και τον εμπειρισμό ένα ακόμη κύριο γνώρισμα του Διαφωτισμού υπήρξε κι ο ατομικισμός. Η ανθρωπολογία του Διαφωτισμού εκκινούσε από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος στην «φυσική» του κατάσταση είναι προορισμένος να ζει μόνος και μακριά από τους άλλους συνανθρώπους του.

Μέσω του εργαλειακού ορθολογισμού, του εμπειρισμού, της μαθηματικής αντίληψης των πραγμάτων, του ατομικισμού και της οικουμενικής φύσης των οργανωτικών τύπων της ζωής, ο Διαφωτισμός μόλις επικράτησε ως φιλοσοφική τάση, από το δεύτερο μισό του 17ου ως και το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, μετασχημάτισε τον τρόπο ζωής των Ευρωπαίων. Η αρχαία σοφία τέθηκε στο περιθώριο, η παράδοση θεωρήθηκε ως φορέας επικίνδυνων αναχρονισμών, η καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργικότητα υποβιβάστηκε σε δευτερεύοντα ρόλο εμπρός στην πρωτοκαθεδρία της επιστήμης και η φαντασία εξοστρακίστηκε στο όνομα του ρεαλισμού.

Στο πολιτικό επίπεδο οι διαφωτιστές έδωσαν έμφαση στην προώθηση της θεωρίας του φιλελευθερισμού και της καθολικής επικράτησης του νέου αστικού κράτους. Αν και σε ορισμένους διαφωτιστές η καθαρότητα των προαναφερθέντων γνωρισμάτων δεν ήταν επαρκώς διακριτή[2], συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ο Διαφωτισμός κατέστη το πλαίσιο ιδεών στο οποίο αρθρώθηκε ο κόσμος της Νεωτερικότητας[3].

Ίσως αυτό να είναι και το κατάλληλο σημείο προκειμένου να αρχίσουμε την ψηλάφηση του ρομαντικού φαινομένου. Η ρομαντική αντίληψη είχε τις ρίζες της στην πεποίθηση ότι ο κόσμος της Νεωτερικότητας έλαβε εξ’ αρχής στρεβλό προσανατολισμό, χωρίς να περιλαμβάνει κάποιες πρωταρχικές αξίες. Εισερχόμενα στη νεωτερική εποχή τα ευρωπαϊκά έθνη αναγκάστηκαν να εγκλωβιστούν σε έναν τρόπο ζωής εντελώς ξένο προς τον παραδοσιακό τους βίο. Η κυριαρχία των αγορών επάνω στις κοινωνίες, η προβολή του ανταγωνιστικού ατομικιστικού προτύπου έναντι του πατροπαράδοτου κοινοτισμού, οι γραφειοκρατικές δομές του νέου κράτους, το πρότυπο του παγκόσμιου πολίτη, όλα αυτά και πολλά ακόμη χαρακτηριστικά της νεωτερικής εποχής αποτέλεσαν τομές που αποδείχτηκαν ασύμβατες με το πνεύμα του Ρομαντισμού.



Στόχος των ρομαντικών ήταν ο προσανατολισμός του ανθρώπου όχι στο ωφελιμιστικό επίπεδο της καθημερινής υλικής εμπειρίας (στο οποίο είχε αναγκαστεί να προσγειωθεί έπειτα από την επικράτηση του Διαφωτισμού) αλλά σε πεδία αρχετυπικά. Είναι σαφές πως το φιλοσοφικό υπόβαθρο του Ρομαντισμού ήταν ιδεαλιστικό. Όπως στον αρχαιοελληνικό πλατωνισμό έτσι και στον Ρομαντισμό θεωρείτο δεδομένο ότι πέραν του περιβάλλοντος της φθαρτής καθημερινής διαβίωσης απλωνόταν ένα πεδίο αρχετυπικό όπου οι αξίες και τα σχήματά του ήταν παντοτινά και αναλλοίωτα. Και στις δυο περιπτώσεις ο σκοπός του ανθρώπου όφειλε να είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανάταση του καθημερινού βίου προς το αρχετυπικό πεδίο.

Τόσο στον αρχαιοελληνικό όσο και στον ρομαντικό ιδεαλισμό επικράτησε η αντίληψη ότι μόνον ορισμένοι εκλεκτοί άνθρωποι διέθεταν την ικανότητα να συλλαμβάνουν κάτι από το πεδίο των αρχετύπων. Κοινή, επίσης, υπήρξε και η θέση ότι αποστολή αυτών των ανθρώπων δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την αποτύπωση των υπερβατικών τους εμπειριών στο περιβάλλον της καθημερινότητας, προκειμένου να οδηγήσουν τον ανθρώπινο βίο σε ανώτερα σχήματα ζωής. Η μόνη κεντρική τους διαφορά ήταν η εξής. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα εκείνοι οι οποίοι έχουν πρόσβαση στον «κόσμο των ιδεών» είναι οι φιλόσοφοι που ενεργοποιούν τον λογικό τους νου και γνωρίζουν άριστα μαθηματικά (εξ ου και το πρότυπο του φιλοσόφου-βασιλιά, το οποίο αναδύθηκε από την πλατωνική πολιτική θεωρία). Αντίθετα οι ρομαντικοί υποστήριζαν ότι μόνον οι άνθρωποι των τεχνών με την δυναμική της φαντασίας τους καταφέρνουν να αποσπάσουν σχήματα του «ιδεατού». Η αντικατάσταση της ψυχρής λογικής και της στατικότητας των μαθηματικών από την φλογερή ορμή και την κίνηση του φανταστικού συνιστά την μετάθεση του ιδεαλισμού σε ένα πιο επαναστατικό επίπεδο μέσα στο ρομαντικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την ρομαντική ενόραση ο πνευματικός ήρωας έπρεπε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τα δεσμά του υλικού κόσμου εκμεταλλευόμενος την δύναμη της φαντασίας και να χρησιμοποιήσει αυτή την δύναμη για να μετασχηματίσει τον κόσμο σε κάτι ανώτερο.

Ωστόσο, όταν οι ρομαντικοί αναφέρονταν στην φαντασία δεν εννοούσαν μοναχά την δυνατότητα του νου να αναπλάθει εικόνες. Σίγουρα της αναγνώριζαν και αυτή την ικανότητα, όμως, κυρίως ως φαντασία γινόταν αντιληπτή η πρωτογενής πνευματική δύναμη του ανθρώπου. Προέκυψε έτσι η τομή της φαντασίας σε δυο επίπεδα. Ως πρωτογενής φαντασία θεωρήθηκε η πνευματική ικανότητα του ανθρώπου να υπερβαίνει τα κοινά μέτρα και να έρχεται σε επαφή με το «Απόλυτο» και τον κόσμο των αρχετύπων ενώ ως δευτερογενής φαντασία η όμορφη αλλά απλή ανάπλαση μη πραγματικών εικόνων. Ένας εκ των σημαντικότερων Βρετανών ρομαντικών, ο Σάμουελ Τ. Κόλλερτιζ στο έργο του που έφερε τον τίτλο Biographia Literraria αποτύπωσε την διάκριση μεταξύ της δημιουργικής φαντασίας (imagination) η οποία εκφράζει αυτή την συνθετική και κύρια λειτουργία του ανθρωπίνου πνεύματος και της δευτερεύουσας φαντασίας (fancy) που αποτελεί το παιχνίδισμα του νου με τα συγκεκριμένα πράγματα του πεπερασμένου κόσμου. 


Η Λίλιαν Φουρστ στο εξαιρετικό της έργο της «Η προοπτική του ρομαντισμού» αναλύει επιτυχώς τις δυνάμεις της ρομαντικής φαντασίας, διατηρώντας την βασική τομή πρωτογενούς/ δευτερογενούς φαντασίας και διακρίνοντας στην πρώτη τρία είδη. Το πρώτο επίπεδο της πρωτογενούς φαντασίας εμπεριέχει την «ενοποιητική» δύναμη της φαντασίας. Πρόκειται για τη δύναμη του ρομαντικού ποιητή να «αγκαλιάσει όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής, διαμορφώνοντάς την και μετατρέποντάς την σε μιαν αρμονική, όμορφη ενότητα[4]». Πέρα από την ενοποιητική δύναμη της φαντασίας, η οποία ενώνει ποικίλα σχήματα σε ένα αρμονικό σύνολο, στο ίδιο επίπεδο (εκείνο της πρωτογενούς φαντασίας δηλαδή), εκδηλώνονται και άλλες δυο δυνάμεις. Η  «μεσολαβητική» και η «τροποποιητική». Η «μεσολαβητική» δύναμη αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ του υλικού και του υπερβατικού κόσμου και η «τροποποιητική» είναι η δύναμη του μετασχηματισμού και της δημιουργίας των νέων σχημάτων.

Σύμφωνα με τους ρομαντικούς η φαντασία αποτελεί την ανώτερη νοητική δύναμη του ανθρώπου. Απόρροια αυτής της κεντρικής θέσης ήταν να αποκτήσουν ιδιαίτερη αξία ως πηγές πνευματικότητας οι μύθοι, οι λαϊκές παραδόσεις και τα συναισθήματα.

                                       Ρομαντισμός και λογοτεχνία του φανταστικού
Η προαναφερθείσα έμφαση των ρομαντικών στην μυθολογία, τους λαϊκούς θρύλους και τις παραδόσεις γονιμοποιήθηκε στο πεδίο της λογοτεχνίας. Αποτέλεσμα αυτής της γονιμοποίησης ήταν η έξαρση της ρομαντικής δημιουργικότητας έργων της λογοτεχνίας του φανταστικού. Τα περισσότερα ρεύματα της σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας όπως το γοτθικό μυθιστόρημα, το επικό μυθιστόρημα, το ιστορικό μυθιστόρημα, η επιστημονική φαντασία, ο μαγικός ρεαλισμός και το μυθιστόρημα υπερφυσικού τρόμου προέκυψαν από τα πλαίσια του Ρομαντισμού.

Ο Ρομαντισμός αναπτύχθηκε σε επιμέρους εθνικές συνιστώσες. Κυριότερες εξ αυτών ήταν η γερμανική και η βρετανική. Αυτή η πολλαπλότητα οδήγησε αρκετούς μελετητές στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε ενιαίος Ρομαντισμός και συνεπώς δεν θα πρέπει να μιλάμε για Ρομαντισμό αλλά για Ρομαντισμούς[5]. Άλλοι πάλι διαφώνησαν και υποστήριξαν το αντίθετο. Χωρίς να αρνούνται τις όποιες επιμέρους δευτερεύουσες διαφορές, εστίασαν στον κοινό πυρήνα της ρομαντικής κοσμοθέασης και ανέδειξαν την ενότητά της. Άποψή μου είναι ότι οι δεύτεροι έχουν δίκιο. Κύριοι εκφραστές αυτής της θέσης ήταν οι Μ. Άμπραμς, Ρ. Βέλλεκ και Μ. Πέκχαμ. Ο Ρενέ Βέλλεκ στο έργο «Theconcept of Romanticism in literary history» το 1949 παρουσίασε τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά στα οποία δομείται η ρομαντική ενότητα: την φαντασία, τον μύθο, την φύση και το σύμβολο.




Μολονότι αναδείχτηκαν σημαντικοί ρομαντικοί λογοτέχνες, θεωρητικοί και καλλιτέχνες στην Βρετανία και την Γαλλία, η Γερμανία θεωρείται δικαιολογημένα «πρωτεύουσα» του ρομαντικού κινήματος. Οι Γερμανοί ήταν εκείνοι που χάρισαν το ιδεαλιστικό φιλοσοφικό υπόβαθρο στην ρομαντική κοσμοθέαση. Παρότι οι απαρχές του ανιχνεύονται σε στοχαστές όπως ο Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν και ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ, ο γερμανικός Ρομαντισμός ανήλθε στο προσκήνιο του ευρωπαϊκού πολιτιστικού γίγνεσθαι στα τέλη του 18ου αιώνα με την «σχολή της Ιένας». Την εν λόγω σχολή δημιούργησαν ποιητές-φιλόσοφοι όπως οι αδελφοί Σλέγκελ, ο Νοβάλις και ο Λούντβηχ Τηκ, πνευματικοί άντρες δηλαδή που προίκισαν την ευρωπαϊκή γραμματεία με κομψοτεχνήματα του γραπτού λόγου κι έστρεψαν προς την κατεύθυνση των ενοράσεών τους τον ιστορικό ρου της λογοτεχνίας. Στις αρχές του 19ου αιώνα η σκυτάλη του γερμανικού Ρομαντισμού πέρασε στην «σχολή της Χαϊδελβέργης» και σε λογοτέχνες όπως ο Κλέμενς Μπρεντάνο κι ο Άχιμ φον Άρνιμ. Η σχολή της «Χαιδελβέργης» συνέχισε την παράδοση της φανταστικής λογοτεχνίας ενώ την ίδια εποχή οι αδελφοί Γκριμ έγραψαν την πασίγνωστη συλλογή παραμυθιών, ο Χάινριχ φον Κλάιστ εμπνεύστηκε σπουδαία θεατρικά και όμορφες νουβέλες του φανταστικού κι ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν χάρισε στο αναγνωστικό κοινό καταπληκτικές νουβέλες υπερφυσικού τρόμου.

Στην Βρετανία οι πρώτες ρομαντικές εκφράσεις αποτυπώθηκαν μέσω της φανταστικής λογοτεχνίας. Συγκεκριμένα τα «Ποιήματα του Οσσιάν»  από τον Μακφέρσον δημοσιεύθηκαν το 1762. Η γοτθική νουβέλα που έφερε τον τίτλο «Το κάστρο του Οτράντο» γράφτηκε από τον Οράτιο Ουόλπολ το 1764. Έπειτα ακολούθησαν αρκετοί λογοτέχνες γοτθικών μυθιστορημάτων ενώ ο Ουίλιαμ Μπλέηκ αναστάτωσε τον συμβατικό πνευματικό κόσμο της Αγγλίας με τις εικαστικές και ποιητικές ενοράσεις του. Στο τέλος του 19ου αιώνα ήρθαν στο προσκήνιο οι επονομαζόμενοι «λιμναίοι» ρομαντικοί. Επρόκειτο για τους Σάμουελ Τ. Κόλλεριτζ, Ρόμπερτ Σάουθεϊ και Ουίλιαμ Γουέρτσγουορθ. Ήταν αυτοί που υιοθέτησαν το υπόβαθρο των Γερμανών ρομαντικών κι έδωσαν στην βρετανική εκδοχή του Ρομαντισμού ιδεαλιστικό βάθος. Στο ρομαντικό ρεύμα εντάχθηκε και η ομάδα των Βύρωνα, Σέλλεϋ και Κητς. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ο Κάρολος Ντίκενς και ο Τζων Ράσκιν συνέχιζαν να γράφουν λογοτεχνικά έργα του φανταστικού ενώ μετά το 1850 επίκεντρο της ρομαντικής κινητοποίησης έγινε η «Αδελφότητα των Προραφαηλιτών» στην οποία συνασπίστηκαν λογοτέχνες και καλλιτέχνες όλων των ρομαντικών πολιτικών τάσεων.

Στην γαλλική εκδοχή του Ρομαντισμού δεν υπήρχε σε μεγάλο βαθμό το ιδεαλιστικό υπόβαθρο που συναντήσαμε στην Γερμανία και την Βρετανία. Αυτό δεν εμπόδισε πάντως συγγραφείς όπως ο Αλέξανδρος Δουμάς, ο Βίκτωρ Ουγκό και ο Θεόφιλος Γκωτιέ να δημιούργησαν κάποια από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. 


Ρομαντικά κινήματα εμφανίστηκαν και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα ο ρομαντικός άνεμος έφτασε με χρονική καθυστέρηση λόγω του οθωμανικού ζυγού και σάρωσε την πνευματική ζωή του τόπου περίπου στα μισά του 19ου αιώνα για να κοπάσει κατά την δεκαετία του 1880. Κύριοι εκφραστές του ήταν οι λογοτέχνες Διονύσιος Σολωμός, Αντρέας Κάλβος, Αχιλλέας Παράσχος, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Αλέξανδρος Ραγκαβής, Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσος. Στην ιστοριογραφία εμβληματικό υπήρξε το έργο των Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και Μάρκου Ρενιέρη ενώ στην λαογραφία σημαντική ήταν η συνεισφορά του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου.

                                                       Πολιτικός  Ρομαντισμός
Η σχέση της ρομαντικής λογοτεχνίας με το φανταστικό υπήρξε αναμφίβολα στενή. Ωστόσο, η κατανόησή της καθιστά αναγκαία την υπενθύμιση ότι η λογοτεχνική έκφραση, εντός των πλαισίων του Ρομαντισμού, αποτέλεσε την επιμέρους πτυχή μιας ευρύτερης κοσμοθέασης. Δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί πως η ρομαντική φανταστική λογοτεχνία εκτός από το να τέρπει τους αναγνώστες είχε ως στόχο και το να αποτυπώνει την αντίθεση των ρομαντικών στο πνευματικό κατεστημένο της εποχής τους. Επρόκειτο, βέβαια, για μια αντίθεση η οποία δεν περιορίστηκε στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά εκδηλώθηκε και στο πεδίο της πολιτικής. Μολονότι κατά καιρούς έχει υποστηριχτεί ότι ο Ρομαντισμός ήταν ένα απολιτικό ρεύμα που είχε μόνο καλλιτεχνικούς στόχους και προσανατολισμούς[6] η αλήθεια είναι πως «σε όλη του την ιστορική πορεία έδωσε έργα όπου σε επίπεδο συμβολισμού και αφαίρεσης εξέφρασαν φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές κατηγορίες[7]». Η τέχνη στα πλαίσια της ρομαντικής κοσμοθέασης αποτέλεσε το κύριο μέσο της πολιτισμικής καλλιέργειας του ανθρώπου κι ως εκ τούτου ένα όπλο για την επίτευξη κοινωνικών ανατροπών και πολιτικών αλλαγών.

Αντίπαλο δέος του πολιτικού Ρομαντισμού υπήρξε ο φιλελεύθερος Διαφωτισμός. Η αστική δημοκρατία, ο ατομικιστικός ανταγωνισμός, η ανάδειξη της αγοράς ως βασικής μεταβλητής του δημοσίου βίου και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής συγκέντρωσαν τα πυρά των ρομαντικών. Ο εκσυγχρονισμός και η πρόοδος θεωρήθηκαν από αυτούς κούφιες έννοιες που πραγματικό στόχο είχαν την υποδούλωση της Ευρώπης σε υλικές και αντιπνευματικές ιδεοληψίες. Η φιλελεύθερη ανθρωπολογία που ήθελε τον άνθρωπο να διαθέτει «ατομικιστική φύση» και η κομβική πολιτική θέση που υποστήριζε ότι το άτομο αποτελεί το κεντρικό πολιτικό υποκείμενο της ιστορίας απορρίπτονταν ασυζητητί. Το φιλελεύθερο «κοινωνικό συμβόλαιο» ήταν μια απάτη. 


Ο Ρομαντισμός αποτέλεσε την πηγή από την οποία ξεπήδησε μια πολύ πλούσια πολιτική θεωρία. Το κεντρικό γνώρισμα του πολιτικού Ρομαντισμού ήταν η παραδοσιοκρατία. Η παραδοσιοκρατία νοούμενη ως μια πολιτική τάση, η οποία υποστηρίζει ότι αξίες και δομές του παραδοσιακού προνεωτερικού πολιτικού βίου δεν θα πρέπει να απεμποληθούν προς χάριν της αφηρημένης έννοιας που ονομάζεται «πρόοδος» και στην οποία βασίζεται ο φιλελευθερισμός. Από την παραδοσιοκρατική βάση του πολιτικού Ρομαντισμού αναδύθηκαν δυο τάσεις. Ο κοινοτισμός και ο ρομαντικός εγωισμός.

                                                    Α) Ρομαντικός Κοινοτισμός
Η κοινότητα, σύμφωνα με τους ρομαντικούς, αποτελεί απ’ την αυγή της ανθρώπινης ιστορίας -όχι ένα απλό άθροισμα ατόμων αλλά- έναν συλλογικό οργανισμό αποτελούμενο από επιμέρους πρόσωπα. Όπως ένας ζωντανός οργανισμός διαθέτει διάφορα μέλη έτσι και ο συλλογικός οργανισμός της κοινότητας διαθέτει τα πρόσωπα που τον συνιστούν. Σε αντίθεση με την καπιταλιστική καταναγκαστική «συμβολαιακή» κοινωνία η κοινότητα δεν έχει ως στόχο τον έλεγχο των μελών της αλλά την τροφοδοσία τους με πνευματικές δυνάμεις ικανές να τα οδηγήσουν στην αληθινή τους αυτοπραγμάτωση. Βάσει της ρομαντικής οπτικής, ο κοινοτικός βίος προϋποθέτει σχέσεις μη ανταγωνιστικές ανάμεσα σε αλληλέγγυα και συνεργαζόμενα πρόσωπα. «Η κοινοτική συνοχή δεν οφείλεται σε νόμους αλλά στην κοινή κουλτούρα, την θρησκεία, τις παραδόσεις, την γλώσσα του λαού». Τα ιστορικά σημεία στα οποία εντόπισαν οι ρομαντικοί την ύπαρξη της κοινότητας που περιέγραφαν ήταν ο μεσαίωνας και η αρχαιότητα.

Ο ρομαντικός κοινοτισμός διαιρέθηκε σε δυο ρεύματα. Το ελευθεριακό και το εθνικιστικό. Όραμα των ελευθεριακών  ρομαντικών αποτέλεσε η οργάνωση της τοπικής κοινότητας, άνευ κρατικής ενοποίησης, σε μια βάση λαϊκών ελευθεριών και δίχως έξωθεν επιβεβλημένη ιεραρχία. Αν ακολουθήσουμε την διαδρομή από τα σχέδια μιας πανισοκρατίας που έκαναν οι πρώιμοι «λιμναίοι» στην Βρετανία (πριν αλλάξουν πλεύση και προσχωρήσουν στον συντηρητισμό), στις ενοράσεις για την απελευθέρωση του υποκειμένου τις οποίες εξάφρασε το ζεύγος Σέλλεϋ κι από εκεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και τον παραδοσιοκρατικό αναρχισμό του Ουίλιαμ Μόρρις, θα διαπιστώσουμε ότι ο ελευθεριακός Ρομαντισμός μπορεί να απέρριπτε την απαξίωση της ανθρώπινης προσωπικότητας που είχε επιβάλει στο όνομα της προόδου ο αστισμός της Νεωτερικότητας αλλά επειδή δεν εστίαζε σε κάποιο ιστορικό υπόδειγμα την κριτική του κατέληγε σε προτάσεις ουτοπικών επαναστατικών σχημάτων. 

Αντιθέτως η δεύτερη τάση του ρομαντικού κοινοτισμού, δηλαδή η εθνικιστική, είχε ιστορική διάσταση και έδωσε εν τέλει εφαρμόσιμο χαρακτήρα στις προτάσεις της. Ο εθνικισμός προέκυψε ως πολιτική θεωρία από τον Ρομαντισμό και δημιουργός του ήταν ο Γερμανός στοχαστής Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ. Κύρια θέση της θεωρίας του Χέρντερ ήταν ότι το έθνος αποτελεί το κεντρικό πολιτικό υποκείμενο της ιστορίας (όχι το άτομο όπως υποστήριζαν οι φιλελεύθεροι, ούτε η ταξική πάλη που πρόκριναν αργότερα οι μαρξιστές). Το έθνος έγινε από τον ρομαντικό θεωρητικό αντιληπτό ως μια ζωντανή κοινότητα, ως ένας συλλογικός οργανισμός ανθρώπων με κοινή προέλευση, κοινούς τρόπους και κοινό πεπρωμένο. Η εθνικιστική πολιτική θεωρία διαιρέθηκε σε δυο ιδεολογικές τάσεις, τον συντηρητικό και τον ριζοσπαστικό εθνικισμό. Ο συντηρητικός βασίστηκε σε παραδοσιακές δομές όπως η αριστοκρατία και η εκκλησία, είχε ως επιφανείς εκφραστές τον Έντμουντ Μπερκ, τον Ζοζέφ ντε Μαιστρ και τον Νοβάλις, με την αντίθεσή του στον φιλελευθερισμό να είναι έντονη αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις διαλεκτική. Ο ριζοσπαστικός, από την άλλη, πρόκρινε ένα ολιστικό μοντέλο πολιτικής συμμετοχής, εκφράστηκε από τους Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε και Άνταμ Μύλλερ, ενώ χτυπώντας μετωπικά τον φιλελευθερισμό αντιπροτείνε ένα κορπορατιστικό σύστημα οικονομικής οργάνωσης.

Ο Isaiah Berlin θεωρούσε ως «πρώτο φασίστα» και πατέρα του ριζοσπαστικού μεσοπολεμικού εθνικισμού τον μεταγενέστερο Βρετανό ρομαντικό και επικεφαλής της Προραφαηλιτικής Αδελφότητας, Τζων Ράσκιν. Ο Ράσκιν δήλωνε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ότι ήταν ένας συντηρητικός με πρότυπο τον Ομήρο και απέχθεια για τους Τόρρυς και ταυτόχρονα ένας κομμουνιστής με πρότυπο τον Τόμας Μορ και απέχθεια για τον μαρξιστικό υλισμό. Αναμφίβολα ο Τζων Ράσκιν υπήρξε ένας από τους σημαντικούς ρομαντικούς ριζοσπάστες εθνικιστές αλλά προσωπικά θεωρώ ότι ο Berlin έκανε λάθος να τον τοποθετήσει στις απαρχές. Κι αυτό γιατί οι απαρχές του ριζοσπαστικού εθνικισμού ανάγονται στον Φίχτε και τον Μύλλερ γύρω στο 1810. Στο έργο του τελευταίου που φέρει τον τίτλο «Τα στοιχεία της πολιτικής τέχνης» συνυπάρχουν η θεωρία του ολοκληρωτικού κράτους και η θεωρία της κορπορατιστικής οικονομίας, τα δυο βασικά δηλαδή γνωρίσματα του μεσοπολεμικού (και όχι μόνο) ριζοσπαστικού εθνικισμού



Σε αντίθεση με τους ελευθεριακούς ρομαντικούς οι εθνικιστές άρχισαν με το πέρασμα του καιρού να αναφέρονται όλο και πιο πολύ στην σημασία του κράτους. Το αληθινό κράτος γι αυτούς όφειλε να είναι η ψυχή και ο νους του έθνους, ο εγγυητής των κοινωνικών δεσμών ενάντια στον κοινωνικά διαλυτικό ατομικιστικό ανταγωνισμό του καπιταλισμού. Παρ’ όλες τις διαφορές τους, πάντως, ελευθεριακοί και εθνικιστές ρομαντικοί είχαν στραμμένο το βλέμμα στο μεσαιωνικό και αρχαίο παρελθόν, αντλώντας υποδείγματα κι αναζητώντας συναισθηματική πλήρωση μέσω της νοσταλγίας. 

                                                      Β) Ρομαντικός Εγωισμός
Εκτός όμως από τους κοινοτιστές υπήρχαν και ρομαντικοί που έδιναν έμφαση στο εγωιστικό στοιχείο. Θα πρέπει ωστόσο να γίνει σαφές ότι ο ρομαντικός εγωισμός αποτέλεσε προέκταση του κοινοτισμού και υπήρξε κάτι εντελώς διαφορετικό από τον φιλελεύθερο ατομικισμό. Στην περίπτωση του ρομαντικού εγωισμού επαναλήφθηκε η διάκριση ανάμεσα στο ελευθεριακά ηρωικό και το εθνικιστικά ηρωικό ρεύμα.

Ο Βύρωνας υπήρξε βασικός εκφραστής του ελευθεριακού ρομαντικού εγωισμού. Οι λογοτεχνικοί ήρωες πολλών έργων του εκκινούσαν από την θέληση να ζήσουν αρμονικά μέσα σε κοινοτικά πλαίσια αλλά διαπίστωναν ότι η μετριότητα του τρόπου ζωής των μέσων ανθρώπων αποτελούσε τροχοπέδη για την ανάπτυξη των πνευματικών κι αισθαντικών τους δυνατοτήτων. Οι κοινωνικές συμβάσεις έπρεπε να καταπατηθούν προκειμένου το ηρωικό υποκείμενο να χειραφετηθεί, να ζήσει σύμφωνα με τα θέλω της βούλησής του, κερδίζοντας τελικά την ελευθερία του. Ο βυρωνικός ελευθεριακός ρομαντικός εγωισμός υπήρξε αυτοαναφορικός και αποτέλεσε βασική αναφορά της νιτσεϊκής φιλοσοφίας. Προκάλεσε τα κατεστημένα και αμφισβήτησε την όπια παραδεδομένη ηθική εφόσον αυτή αποτέλεσε παράγοντα ανάσχεσης της ελεύθερης ανάπτυξης των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. 


Αντίθετα, σε ότι έχει να κάνει με τον εθνικιστικά ηρωικό ρεύμα σημείο αναφοράς αποτελεί ο Τόμας Καρλάυλ. Πρόκειται για τον ρομαντικό στοχαστή που πρόβαλε ένα σχήμα ερμηνείας της ιστορίας ως πεδίο επικράτησης των ξεχωριστών ανθρώπων. Ο Καρλάυλ υιοθέτησε την θέση ότι τα έθνη αποτελούν τα κεντρικά υποκείμενα της ιστορίας αλλά προχώρησε υποστηρίζοντας ότι μέσα από την λαϊκή βάση των εθνών ξεπηδούν κάποιοι ανώτεροι άνθρωποι, οι ήρωες, προορισμός των οποίων είναι να προσανατολίζουν την ιστορία βάσει των ενοράσεών τους. Η αλήθεια είναι ότι ο Καρλάυλ δεν υπήρξε ο πρώτος στοχαστής που αναφέρθηκε στην σημασία των ξεχωριστών ανθρώπων. Ήταν όμως ο πρώτος που ερμήνευσε συστηματικά την θέση του στο ιστορικό γίγνεσθαι. Ο Καρλάυλ αποτέλεσε κύρια αναφορά των μεταγενέστερων θεωριών ελίτ (Βιλφρέντο Παρέτο, Ορτέγκα Υ Γκασέτ κ.α) ενώ διαβάστηκε και από μεσοπολεμικούς εθνικιστές. Δεν είναι τυχαίο ότι στην βιβλιοθήκη του Χίτλερ βρέθηκαν όλα σχεδόν τα έργα του. 


                                                             Η Κληρονομιά 
Ο Ρομαντισμός έπαψε να επικρατεί στο ευρωπαϊκό στερέωμα από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κι έπειτα, υποχωρώντας εμπρός στην έλευση των ρευμάτων του Μοντερνισμού. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι έπαψαν να υπάρχουν ρομαντικά και νεορομαντικά ρεύματα. Μάλιστα με την πάροδο του χρόνου το άπλωμα των ρομαντικών επιρροών σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα του δυτικού πολιτισμού υπήρξε εξαιρετικά ευρύ, πράγμα που προσέδωσε στο όλο φαινόμενο μια ιδιάζουσα πολλαπλότητα.

Μολονότι η επικρατούσα τάση της Νεωτερικότητας είναι αντιρομαντική κάποιες απ’ τις αξίες που υπερασπίστηκαν οι παλαιοί ρομαντικοί εξακολουθούν μέχρι σήμερα να βρίσκονται στο προσκήνιο. Έμφαση στους μύθους και την φανταστική λογοτεχνία, νοσταλγία και όραμα, μελαγχολία και ενθουσιασμός, εξέγερση και παραδοσιοκρατία, αστραφτερά επική ατμόσφαιρα και γοτθική υποβολή, ηρωική δράση και στοχαστική απομόνωση. Τα εν λόγω δίπολα δείχνουν αντιθετικά μα αρμόζουν σε ένα ιδεατό όλον μέσα στην ρομαντική κοσμοθέαση και αποτυπώνονται συμβολικά στην διασταύρωση της πέννας και του ξίφους.  
     
Η κοινωνική θεωρία έχει ανιχνεύσει πολλές ρομαντικές επιρροές σε πολιτισμικά κινήματα των τελευταίων εβδομήντα ετών. Πέρα από την νεότερη και την σύγχρονη λογοτεχνία του φανταστικού που εξακολουθεί να συναρπάζει πολλούς αναγνώστες ανά τον κόσμο, διάφορα μουσικά κινήματα (με χαρακτηριστικότερο όλων το heavy metal) διαθέτουν αναμφίβολα ρομαντικό υπόβαθρο. 


Και η τάση ενδυνάμωσης των ρομαντικών επιρροών δείχνει να αναπτύσσεται. Ο κόσμος της πρώιμης Nεωτερικότητας, τον οποίο κατήγγειλε ο Ρομαντισμός, παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με τον σημερινό κόσμο της παγκοσμιοποίησης. Ο Νοβάλις είχε πει κάποτε ότι εμείς οι ρομαντικοί «έχουμε αναλάβει μια αποστολή: Κληθήκαμε να μεταμορφώσουμε τον κόσμο»[8]. Είναι σαφές ότι χρειάζεται να κυριευθεί κανείς από το μένος μιας ιερής και δημιουργικής ορμής, προκειμένου να ταυτιστεί με το μήνυμά του.


Εικόνες:
1) Horace Vernet, The Ballad of Leonore, 1839
2) Caspar David Friedrich, Graves of Ancient Heroes, 1812
3) Caspar David Friedrich, Chalk Cliffs on Rugen 1818
4) Carl Gustav Carus-The ruins of Eldena Abbey 1819
5) Ανδρέας Κάλβος
6) Τζων Ράσκιν
7) John Martin, Manfred and the Witch of the Alps, 1837
8) Τόμας Καρλάυλ
9) Νοβάλις

[8] Νοβάλις, Blϋtenstaub 35, Werke, I, 317



[7] Γιώργος Μανιάτης, «Ρίχαρντ Βάγκνερ, το καθαρά ανθρώπινο», σελίδα 315, εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2004.
[6] Ένας από τους πλέον γνωστούς εκφραστές αυτής της λανθασμένης άποψης ήταν ο πολιτικός θεωρητικός Καρλ Σμιτ.

[5] Κυριότερος εκφραστής αυτής της άποψης υπήρξε ο Άρθρουρ Λάβτζοϊ. 

[4] Λίλιαν Φουρστ, «Η προοπτική του ρομαντισμού», εκδόσεις Ψυχογιός, σελ.220.



[3] Οι απαρχές της Νεωτερικότητας ως ιστορικής περιόδου ανιχνεύονται συμβολικά στην εποχή που ακολούθησε την Αμερικανική (1775) και την Γαλλική Επανάσταση (1789).  Κύρια γνωρίσματα της Νεωτερικότητας αποτελούν η εκβιομηχάνιση του κύριου όγκου της παραγωγής (σε αντίθεση με την αμεσότητα των παλαιών αγροτικών παραγωγικών δομών), η επικράτηση της φιλελεύθερης αστικής καπιταλιστικής δημοκρατίας (εις βάρος των αριστοκρατικών και των παραδοσιακών συστημάτων), η αυτοσυνείδηση του ανθρώπου σε ατομικό επίπεδο που συνήθως αποκαλείται «χειραφέτηση» (κόντρα στο προσωπικό «κοινωνείν» του παραδοσιακού κοινοτιστικού πνεύματος) και η διάχυση οικουμενιστικών αξιών. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι μολονότι στις ιδέες του Διαφωτισμού αρθρώθηκαν τα κυρίαρχα ρεύματα της Νεωτερικότητας, οι ενοράσεις του Ρομαντισμού συνέχισαν να τροφοδοτούν τις αντινεωτερικές τάσεις ακολουθώντας μια παράλληλη διαδρομή εντός της νεωτερικής εποχής. Σήμερα η εποχή μας συνεχίζει να βρίσκεται ιστορικά εντός της Νεωτερικότητας, η οποία έχει μεταβεί στην μεταμοντέρνα της φάση. Η μεταμοντέρνα Νεωτερικότητα διαθέτει κάποια επιμέρους γνωρίσματα αλλά ταυτόχρονα εξακολουθεί να διατηρεί ενεργό τον πυρήνα των αρχικών νεωτερικών χαρακτηριστικών.
[2] Τυπικά παραδείγματα αποτελούν φιλόσοφοι όπως οι Μοντεσκιέ και Ρουσσώ, που μπορεί να εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της φιλελεύθερης πολιτικής θεωρίας ωστόσο στα έργα τους ανιχνεύονται σημεία που εφάπτονται με τον Ρομαντισμό και άλλες παραδόσεις.

[1] Το 1759 ο Γερμανός φιλόσοφος Γιόχαν Γ. Χάμανν παρουσίασε τα «Σωκρατικά απομνημονεύματα» και το 1762 τα «Σπέρματα της αισθητικής: Μια ραψωδία σε καμπαλιστική πρόζα». Το 1762 ο Βρετανός Τ. Μακφέρσον δημοσίευσε τα «ποιήματα του Οσσιάν», ενώ το 1764 ο (επίσης Βρετανός) Οράτιος Ουόλπολ έφερε στο λογοτεχνικό προσκήνιο την πρώτη γοτθική νουβέλα που έφερε τον τίτλο «Το κάστρο του Οτράντο». Έκτοτε, η παραγωγή «ρομαντικού πνευματικού έργου» συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.                                        

 Σχόλια:
 Ο Pentacontarca είπε...


The romantic idealism found fertile ground in Italy at the time of unification Wars. Vittorio Alfieri was considered a pre romantic, with his characters in "Vite" who fought heroically against a corrupt world. Giovanni Berchet or Alessandro Manzoni, poets, considered heroic to fight against the foreigner oppressors in defense of identity and national unification. The hero who died for an ideal (the unification) extolled the romantic titanism. Even Jesus Christ and his death was framed in romantic key. More detached was the thought of Giacomo Leopardi, the Italian romantic poet par excellence, a kind of Italian Keats. For him, the dissatisfaction in leading a life against which he felt powerless, a world in which he did not recognize, was painful (romantic victimism).

Excellent article (google translate worked good)!
Ciao!
Τρίτη, 31 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο k0zmik είπε...
Τα ιδεολογικά κείμενα της ΦΛΕΦΑΛΟ, είναι ένας φάρος μέσα στο πνευματικό σκοτάδι και την απαξίωση που κυριαρχεί γύρω μας. Και σαν φάρος, καθοδηγεί τους αναζητητές, τους ταξιδιώτες και πιστούς Ρομαντικούς της Εποχής μας. Μακριά από τα βράχια ενός εκμαυλισμένου ηθικά και πνευματικά Νέου Κόσμου. Το κείμενο αυτού του ποστ, είναι ένα κάλεσμα σε όσους πιστεύουν ότι ταυτίζονται, σε όσους έχουν τοποθετηθεί απέναντι από το Μοντέρνο Κατεστημένο. Δεν είναι σε καμία περίπτωση κάλεσμα για ένα ευχάριστο, ξέγνοιαστο ταξίδι. Είναι Ατραπός. Είναι Δοκιμασία διά Πυρός και Σιδήρου. Και σε αυτό το Κάλεσμα, έχουμε ήδη υψώσει τα λάβαρα του "Πολέμου"..
Τετάρτη, 01 Ιουνίου, 2016

Ανώνυμος Ο Ανώνυμος είπε...
Συνέχισε έτσι και δεν θα αργήσεις να αναγνωριστείς σαν τον Έλληνα Dominique Venner
Πέμπτη, 02 Ιουνίου, 2016

Ανώνυμος Ο Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Bruno, thanks for your special informations. Italian romantics are not well known in Greece, so your coment is a usefull bridge to the paths of the italian romanticism.

Kozmik, προσυπογράφω το σχόλιό σου! Hail!

Aνώνυμε, με τιμά ιδιαιτέρως αυτό που γράφεις.

Τρίτη, 07 Ιουνίου, 2016


Πολύ καλή δουλειά, Σταμάτη!

Καταθέτω όμως έναν κοινωνιολογικό προβληματισμό, που δεν αφορά την παρούσα πολιτική σου ανάλυση, αλλά μπορεί να έχει ευρύτερο πλαίσιο εφαρμογής: μήπως πρέπει πια να ξεφύγουμε από το "Gemeinschaft-Gesellshaft" (1887) δίπολο του Tonnies, στο οποίο εν πολλοίς νομίζω ότι βασίζεται ο ρομαντικός κοινοτισμός; Χρειαζόμαστε νέες αναφορές και νέα εργαλεία κατανόησης της πραγματικότητας (διατηρώντας φυσικά κάποιες παλιές βάσεις)... αλλιώς θα μας ξεπεράσει. Η έννοια της "κοινότητας" έχει διευρυνθεί...
Τρίτη, 07 Ιουνίου, 2016

Ανώνυμος Ο Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Battle Angel, αν το πλαίσιο σχολιασμού του blogspot δεν ήταν αποτρεπτικά μικρό και άβολο, θα ζητούσα να καταθέσεις εκτενώς την γνώμη σου πάνω στο ενδιαφέρον θέμα που ανοίγεις.

Προς το παρόν αρκούμαι στο να επισημάνω πως, σε όσους θέλουν να μετατρέψουν την ρομαντική θεώρηση σε πολιτική πράξη, ο ρομαντικός κοινοτισμός αποτελεί αρχικά μια ερμηνεία ξέχωρη (και αντίθετη θα μπορούσαμε να πούμε) προς εκείνη του ατομικισμού. Και ως τέτοια χρησιμεύει αποτελώντας την αφετηρία ενός προσανατολισμού διαφορετικού από εκείνον του φιλελεύθερου ατομικισμού που έχει επικρατήσει.
Από εκεί και πέρα, όπως επισημαίνεις, τα κοινοτιστικά σχήματα είναι πολλά. Ούτως ή άλλως, και κατά την εποχή του Ρομαντισμού υπήρχαν τόσο εθνικιστικά όσο και ελευθεριακά κοινοτιστικά σχήματα. Αλλά και στην συνέχεια ο κοινοτισμός, ως πολιτική πρόταση, συνδέθηκε με επιμέρους ιδεολογικά ρεύματα (μην ξεχνάμε τα αγροτικά και τα ποπουλιστικά κινήματα της ανατολικής Ευρώπης στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα).

Προσωπικά πάντως, τόσο στα πλαίσια του διδακτορικού μου όσο και για λόγους "γούστου", με ενδιαφέρει να ερευνώ τον κοινοτισμό στις συνάφειές του με τον εθνικισμό.
Εκείνο, όμως, που εκτιμώ ότι έχει σημασία για τους αναγνώστες είναι να αντιληφθούν πρώτον τι είναι Ρομαντισμός και δεύτερον ότι υπάρχει στην ευρωπαϊκή ιστορία μια ολόκληρη παράδοση ιδεών η οποία έχει διαφορετικό προσανατολισμό από εκείνη του φιλελεύθερου Διαφωτισμού που η ελίτ εξουσίας προβάλει ως (δήθεν) μοναδική.

Τετάρτη, 08 Ιουνίου, 2016
Battle Angel είπε...
Ναι, συμφωνώ με τα παραπάνω. Το σχόλιό μου αφορά την έννοια της «κοινότητας». Σήμερα υπάρχουν πολλές μορφές κοινότητας, εδαφικές και φανταστικές. Π.χ. μια σύγχρονη μορφή εδαφικής κοινότητας είναι η ‘θεληματική’: μια ομάδα ανθρώπων επιλέγουν συνειδητά να απομονωθεί σε επιλεγμένο φυσικό περιβάλλον (ή σε εγκαταλελειμμένα χωριά) και να διαχωριστούν από την πρώτη μορφή κοινότητας, κάνοντας μια προσπάθεια να ζήσουν ένα κοινό εναλλακτικό τρόπο ζωής. Επίσης ένας άνθρωπος μπορεί να ανήκει σε πάνω από μια κοινότητες. Η «κοινότητα» δεν είναι πλέον μόνο στατικό φαινόμενο με αισθητά χαρακτηριστικά καθορισμένη με όρους μορφής και λειτουργίας. Είναι κάτι πιο πολύπλοκο. Επίσης, διαφορετικές κοινότητες βιώνουν τις διαδικασίες και την επίδραση της παγκοσμιοποίησης με διαφορετικούς τρόπους, ενώ υπάρχουν διαφορετικές εμπειρίες του «αισθήματος του ανήκειν» και της «κοινωνικής συνοχής» μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων, κλπ.

Στο έργο του Tonnies (1887) που αναφέρω (και επικαλούνται και οι Lowy & Sayre στο υπέροχο βιβλίο «Εξέγερση και Μελαγχολία») όπου γίνεται η διάκριση μεταξύ υπαίθρου-άστεως (κοινότητας-κοινωνίας), υπάρχει μια εξιδανικευμένη αντίληψη της κοινότητας της υπαίθρου (που ήδη όμως έχει αρχίσει σημαντικά να ερημώνει) και αυτό δεν βοηθά στην κατανόησή της. Π.χ. αυτό φαίνεται στην ποίηση του George Elliot (“the Mill”, “Felix Folt”, δεκαετίας 1860), στο «Ημερολόγιο του Kilvert» που εκδόθηκε το 1938-1940 αλλά γράφτηκε την δεκαετία του 1870, στις νουβέλες του Hardy τις δεκαετίες του 1870 και του 1880, κλπ.

Οπότε α) για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη πραγματικότητα χρειαζόμαστε νέα επικαιροποιημένα εργαλεία και β) η εξιδανίκευση, αν και έχει ρομαντικές ρίζες και προσφέρει ένα είδος «καταφυγίου», δεν μας βοηθά να προσεγγίσουμε σοβαρά ζητήματα. Αυτό όλο θεωρώ ότι έχει επίδραση και στο πώς προσεγγίζεται ο κοινοτισμός ως πολιτειακό σύστημα. Είναι όντως μεγάλη κουβέντα...
Πέμπτη, 09 Ιουνίου, 2016                                                          

Κάποτε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, 21/11/1992


του Φιλίππου Βαβουλάκη
                                                                                               
EΣΟΔΟΣ
Θυμάμαι ότι στην αρχή της δεκαετίας του 1990 οι ακροατές του Heavy Metal στην χώρα μας ήταν επιμερισμένοι στις αποκαλούμενες -από τους συντάκτες μουσικών εντύπων- «φυλές[1]» Οι παλαιότεροι τα θυμούνται. Ήταν απαγορευτικό λόγου χάρη να ακούς Manowar και να εκτιμάς το «Arise» των Sepultura, ή να φοράς  t-shirt Slayer και να λοξοκοιτάζεις στο διπλανό ράφι των κεντρικών δισκοπωλείων τα «Keepers»! Οι τομές αυτές μπορεί στα αυτιά των νεότερων να ακούγονται αλλόκοτες ωστόσο, εκείνη την εποχή, αποτελούσαν απόρροια της περιρρέουσας κουλτούρας και είχαν νόημα.

Για να μην μακρυγορώ, αυτά καλώς ή κακώς συνέβαιναν τότε, έτσι ήταν εκείνη η εποχή και η γοητεία που ασκούσε. Οι παραπάνω βιωματικές εικόνες και  οι «μάχες συντακτών» κέντριζαν το ενδιαφέρον και διαμόρφωναν την αισθητική μας. Το Hair ή Glam Metal και το Aor έπνεαν τα λοίσθια. Το Thrash Metal βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμης του και στην ωριμότητα του. Το κύμα του Death/Black Metal που σηκώνονταν, θα τα σκέπαζε όλα στα επόμενα χρόνια..

Στον αντίποδα βρίσκονταν οι υπερήφανοι και υπερόπτες «επικοί»[2]..

Αδιάφοροι για τις νέες τάσεις των «μεταλλικών» ρευμάτων, υπεράνω μοδών και διάφορων νεωτερικών κοινωνικοπολιτικών θέσεων/αντιθέσεων που είχαν εισχωρήσει στην θεματολογία του Heavy Metal, παρέμεναν πιστοί σε αρρενωπά αρχέτυπα που με χαρακτηριστική αφοσίωση εμπνέονταν από λογοτεχνικούς ήρωες και μυθικούς κόσμους.


Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της εποχής που αξίζει μνείας είναι η απαράμιλλη αυστηρότητα που διέκρινε το Heavy Metal κοινό. Δηλαδή, δεν νοούνταν να φoρούσε κανείς t-shirt ενός συγκροτήματος και να αγνοούσε την δισκογραφία του. Αν συνεβαινε κάτι τέτοιο κρινόταν ακατάλληλος να την φορά και οι συνέπειες με τις οποίες θα βρισκόταν αντιμέτωπος, ενώπιον μιας αυστηρά προσηλωμένης σε αρχές και γνωρίσματα κοινότητας, ποίκιλλαν..

Οι συναυλίες από μπάντες του εξωτερικού, όταν αυτές λάμβαναν χώρα, αποτελούσαν εξαιρετικά γεγονότα και πολλές από αυτές κατέληγαν σε επεισόδια από θερμόαιμους ποδοσφαιρόφιλους. 


Αλήθεια...ήταν σκληρά χρόνια, μα και αγνά. Σε αυτό το κλίμα των  αντιθέσεων και των αισθητικών προτύπων ανδρώθηκε η γενιά των πρώτων νεορομαντικών, σπορά της  πένας του «Ιππότη του Ηλίου»[3] και ενός ενστικτώδους εφηβικού προσανατολισμού.

                                                              
ΤΟ ΣΥΝΑΥΛΙΑΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ
 Οι Manowar της κλασσικής περιόδου 1982-‘84 απασχόλησαν, λατρεύτηκαν και μισήθηκαν το ίδιο εντόνως από το ελληνικό κοινό. Αυτοανακηρυχθέντες βασιλιάδες του Heavy Metal, εν έτει 1988 δεν ήταν πλέον η μπάντα των λίγων και πιστών οπαδών. Έναν χρόνο πριν, ήδη μετά από μια τρίχρονη δισκογραφική απουσία, είχαν επανέλθει ως πολέμιοι του μοντέρνου κόσμου, χρησιμοποιώντας διάφορα τσιτάτα όπως το ομώνυμο κομμάτι (που ακούστηκε και σε διαφήμηση του παγωτού Boss), με σύγχρονη παραγωγή και την συνεργασία, που θα γινόταν μόνιμη πλέον, του ζωγράφου Ken Kelly.

Αρχές Οκτωβρίου του 1992 και ο «Θρίαμβος του Ατσαλιού», η νέα δισκογραφική κυκλοφορία τους, έρχεται να οριοθετήσει τον επικό ήχο της μπάντας. Επρόκειτο για ενα άνευ προηγουμένως τόλμημα, με μια ελεγεία είκοσι οκτώ λεπτών, μιας σύνοψης του ομηρικού έπους της Ιλιάδος. Και σα να μην έφτανε αυτό, οι κεραυνοβολημένοι νεορομαντικοί μαθαίνουμε ότι το αγαπημένο μας συγκρότημα θα επισκεφθεί την χώρα μας! Το νέο για την επικείμενη συναυλία είχε κάνει πάταγο στις εφηβικές καρδιές μας[4]. Από πολύ νωρίς προμηθευτήκαμε το πολύτιμο εισιτήριο αξίας 4.000 δραχμών. Η προετοιμασία για την συναυλία είχε αχώριστη σύντροφο την ανυπομονησία και την αμέλεια των μαθητικών υποχρεώσεων. Οι πολύωρες ακροάσεις δίσκων και κασετών μαζί με την θεωρητική κατάρτιση της «War Flag Of The Sun», μονοπώλησαν το ενδιαφέρον και ανέβασαν τον πήχη των προσδοκιών. 

Η μεγάλη ημέρα είχε φθάσει. Ήταν Σάββατο. Ο βασιλέας Ήλιος είχε ανατείλει στις 7:12 και η δύση του θα γινόταν στις 5:10. Η συνάντηση με την παρέα μου πραγματοποιήθηκε στον σταθμό του Πειραιά. Ήδη μέσα στο τραίνο δημιουργούνταν μια υποψία γιορτινής ατμόσφαιρας, καθώς όλο και περισσότεροι «δικοί μας» γέμιζαν τα βαγόνια του συρμού.


Στον σταθμό του Φαλήρου η κατάσταση είχε ξεκαθαρίσει. Όσοι εξήλθαν από τα βαγόνια κατέβαιναν για τον ίδιο σκοπό. Όλοι μαζί, παρέες-παρέες, βαδίζαμε προς τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην υπόγεια διάβαση με κατεύθυνση το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας -αν μη τι άλλο, μάλλον φάνταζε παράξενο, ένα στάδιο με αυτό το όνομα να φιλοξενούσε τον μουσικό πόλεμο που θα ακολουθούσε. Ένα πρωτόγνωρο αίσθημα κυριαρχούσε, μία άγρια χαρά με είχε πλημμυρίσει από αυτό που συνέβαινε γύρω μου. Η θορυβώδης γιορτή και τα τραγούδια μάχης έδιναν σάρκα και οστά στους στίχους του «Gloves Of Metal». Τα όσα περιγράφονται παραπάνω και θα ξεδιπλωθούν στην συνέχεια, αποτυπώνουν την θύμηση της εμπειρίας δίχως την ανάγκη ωραιοποίησης ενός ενδόξου παρελθόντος.

Η «μεταλλική» μας πομπή έφθασε έξω από τις θύρες και με την σειρά της πύκνωσε τον «στρατό των αθανάτων». Τα τραγούδια συνεχίστηκαν, με αμείωτους ρυθμούς. Σαν αρχαίοι πολεμιστές που όδευαν τραγουδώντας και γελώντας τρανταχτά προς την μάχη, αποτυπώνοντας στον τρόπο ζωής τους το πεπρωμένο της αντρικής φύσης, θυμάμαι τους φίλους μου, τον Λευτέρη I., τον Αλέξανδρο, τον Μιχάλη, και τον Λευτέρη Κ. να περιμένουν μαζί μου στριμωγμένοι στην είσοδο κάποιας θύρας και να τραγουδάμε τα κομμάτια που περιμέναμε να ακούσουμε. Γύρω μας, οι υπόλοιπες είσοδοι ήταν γεμάτες χεβυμεταλάδες, που κατειλημμένοι λες από κάποιο ένθεο πολεμικό μένος, επαναλάμβαναν μέσω ιαχών θριάμβου τα συνθήματα «Manowar-Manowar» και «Hail-Hail-Hail And Kill».


Αφού άνοιξαν οι πύλες η έφοδος των «μεταλλικών ορδών» ήταν τέτοια ώστε ξάφνου, από την πίεση και την ώθηση, δεν πάταγαν τα πόδια μου στο έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο πέρασα τον χώρο όπου γινόταν ο έλεγχος των εισιτηρίων, ξεχύθηκα στην αρένα και με τους φίλους μου βρέθηκα κοντά στην σκηνή.

Ο χώρος της αρένας κατάμεστος. Οι κερκίδες του σταδίου γεμάτες. Τα συνθήματα για τους Manowar ακατάπαυστα. Όπου και να γυρνούσα την ματιά μου έβλεπα τα πλήθη των «μαυροντυμένων ιπποτών» να φέρνουν τις οικοδομικές αντοχές του σταδίου στα όριά τους.  

Κατά τις 21:00 άνοιξαν την συναυλία οι δικοί μας Fatal Attraction. Μια μελωδική Hard Rock μπάντα η οποία μου άφησε θετικές εντυπώσεις και με ένα κομμάτι στο κλείσιμο του set τους, που μου άρεσε πολύ (επρόκειτο για το «Perfect Strangers», αλλά σιγά μην το ήξερα τότε). Η ώρα περνά και η προσμονή μας κορυφώνεται καθώς από τα ηχεία ακούγεται κινέζικο θέατρο.

Αλλά ως εδώ...τα φώτα σβήνουν και από τα μεγάφωνα ακούγεται η καθηλωτική αφήγηση του Orson Wells, που καλεί τους 12.000 οπαδούς να αποδώσουν χαιρετισμό στους Manowar. Ναι! Η επίθεση ξεκινά. Οι θεοί του πολέμου εφορμούν εμπρός μου!

Η διάρκεια της συναυλίας ήταν περίπου ενενήντα λεπτά και το πλήρες set-list παίχτηκε με την ακόλουθη σειρά.. Manowar, Fighting The World, Spirit Horse Of Cherokee, Drum Solo, Metal Warriors, Kings Of Metal, Heart Of Steel, Bass Solo, Ride The Dragon, Hail And Kill, Kill With Power, The Glory Of Achilles, Blackwind Fire And Steel, Battle Hymns (encore) Crown And The Ring (outro).

Υπήρξε, βεβαίως, και το απαραίτητο λογίδριο του De Maio, που πρώτα χαριεντίστηκε με μια επίδοξη groupie στην σκηνή κι έχοντας φουσκώσει από την αρρενωπότητα, πήρε στα χέρια του ένα κουτάκι μπύρας και αφού ήπιε όση ήθελε, την υπόλοιπη την λούστηκε. Αφού σκουπίστηκε, πέταξε την πετσέτα του στους οπαδούς κι εμείς, σαν άγρια αγέλη, την σκίσαμε για να πάρουμε ενθύμιο ένα κομμάτι εκείνης της πετσέτας που μύριζε ιδρώτα και μπύρα.


Ωστόσο το πάθος, ο φανατισμός και η υπέρλογη μεθυστική αλλοκοτιά στην οποία μπορούσε να οδηγήσει εκείνος ο παλιός τρόπος ζωής τουheavy metal κινήματος, δεν ήταν αρκετά για να προστατεύσουν τις εφηβικές μας ψυχές από την πρώτη απογοήτευση. Βγαίνοντας από τον συναυλιακό χώρο μπορούσες να αντιληφθείς από τα πρόσωπα γύρω σου, την εντύπωση ότι κάτι δεν πήγε και τόσο καλά. Θες το ροκάνισμα του χρόνου από το set με τα σόλο μπάσου και τυμπάνων; Οι πόζες και οι «μαγκιές» στην σκηνή; Η έλλειψη κλασσικών τραγουδιών που με τόση λαχτάρα περιμέναμε προκειμένου να γίνουμε μέτοχοι στην εμπειρία των μυθικών Manowar...Μπορεί και όλα αυτά μαζί. Το προφανές ήταν ένα. Οι Manowar που είδαμε δεν ήταν το συγκρότημα που είχε φανταστεί ο κάθε νεορομαντικός. Οι Manowar δεν ήταν το συγκρότημα που η φαντασία μας, η πένα του Sun Knight αλλά και η ίδια τους η μουσική είχε ενθρονίσει στην κορυφή του «μεταλλικού Ολύμπου».

Αυτές είναι οι σκέψεις που αναδύθηκαν ενστικτωδώς τις επόμενες ημέρες, αποτέλεσαν φυσική απόρροια του αρχικού μου ενθουσιασμού και της πρώτης μου επαφής με τις συναυλίες. Αλλά επαναλαμβάνω, δεν ήταν μόνο δικές μου. Οι περισσότεροι θεατές είχαμε δει κάτι λιγότερο απ’ ότι περιμέναμε. Ο μεγάλος πόλεμος που προσδοκούσαμε αποδείχτηκε μια απλή αψιμαχία.


Το 1992 η μπάντα μετρούσε δέκα χρόνια στην δισκογραφία. Μια πρόσκαιρη απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν έπαιξαν το παλιό τους υλικό ήταν ότι «κάποιος τους σφύριξε πως οι Έλληνες αρέσκονται στα γρήγορα κομμάτια». To επιχείρημα αυτό απέκτησε κάποια απήχηση και έγινε πιστευτό για λίγο καιρό. Ένα επιχείρημα που αποδείχτηκε τελικά αναληθές. Σε μια σχετική έρευνα που έκανα για τις ανάγκες του άρθρου στην περιοδεία του «Triumph Of Steel», βρήκα ότι σε κάθε πόλη όπου έδιναν συναυλία οι Manowar έπαιζαν ακριβώς το ίδιο σετ. (www.setlist.fm).

                                                                                                 
ΕΞΟΔΟΣ
Εικοσιτέσσερα χρόνια μετά, έχοντας σφαλίσει σε καρδιά και νου την εικόνα του αετού και των ύμνων της μάχης, όπου προφητικά καλούσαν προς την υπεράσπιση του λευκού πολιτισμού υπό τον ζυγό των μαζανθρώπων, την θεϊκή πρόνοια του σφυριού που θα το κρατήσουμε σφιχτά πριν την τελική μεγάλη μάχη.

Ή νύχτα θα είναι μεγάλη, τα τελευταία φώτα τείνουν να σβήσουν, η  μαύρη συνωμοσία μας κοιμίζει σε έναν βαθύ και μακάβριο ύπνο. Μα θα έρθει η στιγμή της αυγής ενός νέου πολιτισμού όπου καλπάζοντας ο άνεμος θα φυσήξει και θα αποτινάξει τα σκοτάδια. Μία τέλεια ημέρα που θα έχει ορίσει η ειμαρμένη, την εκστατική στιγμή που το φως θα μας πάρει.

Εκείνον που θέλει, οι μοίρες τον οδηγούν,
εκείνον που δεν θέλει, τον σέρνουν.
Σενέκας

Εικόνες 
Εικόνα 1: Όμορφη εφηβεία. Εγώ, με λευκό μπλουζάκι Hail to England στα δεξιά..Δίπλα μου, ο καλός φίλος Γίωργος Κ.
Εικόνα 2: Διαφημιστικό φυλλάδιο για την συναυλία των Manowar στο ΣΕΦ, που διανεμόταν έξω από το στάδιο Καραϊσκάκη.
Εικόνα 3: Το φύλλο από το ημερολόγιο της μέρας που πραγματοποιήθηκε η συναυλία. Τα όσα είχα γράψει επάνω τους αποτελούν σήμερα μνημεία της κουλτούρας που επικρατούσε στο μεταλλικό κίνημα εκείνα τα χρόνια. 
Εικόνα 4: Ό φίλος μου Γιώργος Κ. απλώνει ένα πανό έξω από το club Αγκάθι, την ώρα του προσυναυλιακού party. Μνημείο εποχής, το στρογγυλοφάναρο πενηντάρι παπάκι, στην άκρη δεξιά.
Εικόνα 5: Απομεινάρι της πετσέτας του DeMaio, που κρατώ φυλαγμένο στο σπίτι μου
Εικόνα 6: Το εισιτήριο της συναυλίας, τσαλακωμένο από τον χρόνο, παραμένει ακόμη στο γραφείο μου.

[3] Ο Sun Knight υπήρξε συντάκτης του μακροβιότερου στην χώρα μας περιοδικού με θέμα την heavy metal μουσική, δηλαδή του «Heavy Metal&Metal Hammer». Στις σελίδες αυτού του εντύπου φιλοξενήθηκε η δισέλιδη «στήλη» του, που έφερε τον τίτλο «War Flag Of The Sun», από το 1990 ως το 1999. Σε εκείνο το δισέλιδο ο Sun Knight εισηγήθηκε πρώτος κάποιες βασικές αρχές της νεορομαντικής κίνησης, που αργότερα θα είχε ως επίκεντρο την Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ, υπογράφοντας εξαιρετικής ποιότητας δοκίμια στα οποία ερευνούσε την σχέση του αυθεντικού heavy metal με την λογοτεχνία του φανταστικού και με την παραδοσιοκρατία. Η απήχηση της στήλης ήταν τέτοια, ώστε γύρω από αυτή να συγκεντρωθεί ένας ολόκληρος πυρήνας ανθρώπων και να εμφανιστούν οι πρώτοι νεορομαντικοί στους χώρους που σύχναζαν οι νέοι εκείνης της εποχής.
[4]  «Μέσα στο Φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει το νέο άλμπουμ των «βασιλιάδων του metal» Manowar, από την Atlantic, με ντράμερ κάποιον Rhino, που αντικατέστησε τον Scot Columbus. Το άλμπουμ θα περιέχει κι ένα 30 λεπτό κομμάτι με αναφορές στην Ελληνική Μυθολογία, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι Manowar θα επισκεφθούν την χώρα μας για συναυλίες». Περιοδικό Heavy Metal&Metal Hammer, Τεύχος 93. 10/1992.

[1]  (1) Από την μόνιμη στήλη του Ανδρέα Τσουρινάκη αρχισυντάκτη του MH/HM στα τεύχη 79, 80, 81, 82, 83, 84, του 1991.
[2] Epic Metalheads αποκαλούμασταν όσοι ακούγαμε επικό (και κλασικό) heavy metal, με μουσικά σημεία αναφοράς συγκροτήματα όπως οι Warlord, οι Manowar, οιTygers of Pan Tag, οι Omen και άλλοι. Πρόκειται για την κοινωνική ομάδα που αποτέλεσε την βάση της πρώτης εποχής του νεορομαντικού κινήματος.

Σχόλια:

 Ο/Η Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Όπως σου είπα και τότε που είδα για πρώτη φορά την φωτογραφία της εφηβείας σου, φίλε ήσουν κι εσύ γεννημένος ρομαντικός!
"Τρομερό μεταλλάκι" με πρόσωπο Ντόριαν Γκρέυ.
Φαντάζομαι ότι όλες οι "μεταλλούδες" της περιοχής θα σε είχαν "σταμπάρει"....

Εύγε για το άρθρο.
Νεορομαντική δύναμη.
Ζήτω η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ!
Τρίτη, 10 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Χρήστος Νάστος είπε...
Ήμουν κ εγώ παρόν στη συναυλία αυτή. Η 1η μου συναυλία, δώρο των γονιών μου, για τα 17 μου χρόνια που λίγες μέρες πριν είχα κλείσει. Δέος ήταν αυτό που ένιωσα. Πριν. Μετά, η ίδια απορία είχε συνεπάρει και τα δικά μου νεανικά συναισθήματα. Φίλιππε, σε ευχαριστώ για το άρθρο τις λέξεις και τη δύναμη του. Οι θεοί του λευκού πολιτισμού του μόνου πολιτισμού - ας είναι μαζί σου. Αιώνια! Hail to ΦΛΕΦΑΛΟ....!
Τρίτη, 10 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Flammentrupp είπε...
Σχεδόν ολόκληρο το 1992 το πέρασα στις ΗΠΑ. Μεγάλη τσαντίλα που δεν είδα τους Θεούς είτε εκεί, είτε στην Αθήνα. Τελικά, τους είδα την επόμενη φορά, αν θυμάμαι καλά το 1994 στο Αγκάθι. Μεγάλη απογοήτευση σε σχέση με ό,τι περίμενα. Όποιος τους είδε και τις δύο φορές, ίσως μπορεί να κάνει μια σύγκριση. Πολύ μπλα-μπλα και "ποζεριά" και ουσία μηδέν.

Κάποια πράγματα, όμως, μένουν σε μνήμη και καρδιά καθώς συνδέονται με συναισθήματα και καταστάσεις.

Αν κάποιος δεν ανατριχιάζει με τα 4 πρώτα άλμπουμ των Manowar, μάλλον ακούει λάθος μουσική.

Strong winds, magic mist
To Asgard the valkyries fly
High overhead, they carry the dead
Where the blood of my enemy lies

Αυτά, ή τα βιώνεις ή πηγαίνοντας φαντάρος το γυρνάς σε Πάολα.
Τρίτη, 10 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Γιώργος Doomsword είπε...
Θα μας αρρωστήσετε με τα άρθρα σας ρε! Ζήτω το heavy metal που αγαπήσαμε.

Heavy Metal-Αλητεία-Μηχανές-Στενά Τζην-Αφίσα Κόναν στο γυμναστήριο-Κέλτικος Σταυρός στο θρανίο και τα μυαλά στα μίξερ..Που ναι αυτά τα χρόνια
Τρίτη, 10 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Σωστό αυτό που επισημαίνεις για τα γυμναστήρια Γιώργο.

Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '90 οι σχολές πολεμικών τεχνών και τα γυμναστήρια μυικής ανάπτυξης αποτελούσαν χώρους που διαπνέονταν από αθλητικό πνεύμα και διέθεταν πολεμικές αποχρώσεις στην κουλτούρα τους. Όντως θυμάμαι ότι υπήρχαν γυμναστήρια, οι τοίχοι των οποίων ήταν διακοσμημένοι με πίνακες του Βoris Vallejo και με αφίσες του κινηματογραφικού Κόναν.

Σήμερα το αυτονόητο έχει απολεσθεί.

Κατά την δεκαετία του 2000 η επέλαση του αστισμού μετέτρεψε τα γυμναστήρια από αθλητικούς χώρους σε σημεία πιθανών ερωτικών γνωριμιών και τα γέμισε με γελοία πλάσματα που ταλαιπωρούν τα σώματά τους σε έναν παροξυσμό ατομικιστικού ανταγωνισμού, απλά και μόνο επειδή το life style έτσι επιτάσσει.
Τετάρτη, 11 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Φίλιππος Βαβουλάκης είπε...
Θα ήθελα να ευχαριστήσω την συντροφιά της πένας και του σπαθιού για την εκτίμηση και την φιλία.
Τους φίλους μου για την όμορφη εφηβεία.
Και τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Σταμάτη που με "τσίγκλισε" να γράψω το άρθρο.

Ζήτω το Ρομαντικό κίνημα της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ
Πέμπτη, 12 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Ανώνυμος είπε...
Κανείς δεν έχει υποτιμήσει τη μουσική των Manowar... όσο οι ίδιοι!!!
Και αυτή η συναυλία ήταν μια απόδειξη.
Και δυστυχώς ήταν ο λόγος για να μην πάω στο March Metal Day του 2007 που όπως μάθαμε και βλέπουμε από το setlist ήταν άλλα τα δεδομένα.
Τελικά ισχύει αυτό που είπε κάποιος σε μια μεταλική εκπομπή πρόσφατα: "ποτέ δε συνειδητοποίησαν τι έκαναν". Έχει συμβεί με πολλούς τόσο στην τέχνη όσο και στην επιστήμη.

Black Wind
Κυριακή, 15 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Ανώνυμος είπε...
Τελικά δεν ήταν καλή η συναυλία; Εδώ εμένα μου αρέσανε και το 2007 στο March Metal Day.

Νομίζω οι μπύρες, οι καφρίλες και τα σχετικά είναι σε όλες τις συναυλίες οποιουδήποτε είδους. Αποκλείεται σε επική συναυλία να δεις μοναχά θεούς και αγγέλους.

Και εννοείται πως θα παίζανε τα τραγούδια της χρονιάς που περιοδεύανε(92). Έτσι κάνουν όλες οι εμπορικές επαγγελματικές μπάντες.

Πάντως μια χαρά επικά είναι για μένα και πολύ πιο δυναμικά από τα παλαιότερα.
Γιατί μόνο τα 4 πρώτα cd είναι καλά;
Τετάρτη, 18 Μαΐου, 2016

Blogger Ο/Η CHRIS ANDREA είπε...
Νομίζω ότι είχαν έρθει δυο φορές, γιατί υπάρχουν και κάτι βίντεο του 92 από ένα club "Αγκάθι". Αυτή στο Ειρήνης και Φιλίας ήταν άλλη συναυλία;

20 χρόνια πριν θα ήταν πολύ καλύτεροι ως νεότεροι, οπότε όποιοι πήγαν πολύ τυχεροί ακόμα και αν δεν τους είδαν τη δεκαετία του 80 στην Αγγλία.
Τετάρτη, 18 Μαΐου, 2016

Ανώνυμος Ο/Η Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Ανώνυμε, το επικό στοιχείο στην νεότερη λογοτεχνία και μουσική μπορεί να ανιχνευθεί σε ορισμένες διαφορετικές εκδοχές.

Στην λογοτεχνία της εποχής του Ρομαντισμού (αλλά και αμέσως μετά, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα) το επικό στοιχείο εμφανίστηκε ως επιρροή που είχε αντληθεί από τα μεσαιωνικά ιπποτικά μοτίβα καθώς επίσης και από τις αρχαίες ευρωπαϊκές παραδόσεις.

Στην νεότερη φανταστική λογοτεχνία, και ιδίως στην αμερικανική της εκδοχή, το επικό στοιχείο αναδύθηκε στις μορφές και την ατμόσφαιρα, αλλά το υπόβαθρό του δεν βασιζόταν στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα ή στην ευρωπαϊκή αρχαιότητα.
Αντιθέτως η αμερικανική λογοτεχνική φιλοσοφία αποτύπωνε σε επικά περιβάλλοντα την αντίληψη του αγώνα που έπρεπε να καταβάλει ο άνθρωπος ως πρόσωπο προκειμένου να επιβληθεί στις φυσικές αντιξοότητες.
Οι ήρωες του Χάουαρντ -σε κάποιο βαθμό και του Μπάροουζ- εκφράζουν ακριβώς αυτή την αγωνιστική δύναμη του ανθρώπου για να επιβληθεί σε ένα περιβάλλον φυσικής αντιξοότητας με έπαθλο την επιβίωση και την κοινωνική διάκριση.

Η εκδοχή του επικού στοιχείου στην αμερικανική λογοτεχνία, όπως καταλαβαίνεις, διαφέρει από την αρχική ευρωπαϊκή. Και οι δυο εκδοχές, πάντως είναι επικές.

Αυτές οι δυο εκδοχές αφομοιώθηκαν και από τα μουσικά συγκροτήματα του σκληρού ήχου. Εξακολούθησαν, όμως, να παραμένουν διαφορετικές, όπως ήταν αναμενόμενο.

Η αποτύπωση του αρχικού ευρωπαϊκού επικού στοιχείου σε μουσικά σχήματα των '70's, μέσω στιχουργικών αναφορών σε μυθολογικά θέματα και μέσω παραδοσιακών επιρροών στις μελωδίες είναι γνωστή και δεδομένη. Ωστόσο, το ίδιο δεδομένη είναι και η ανάδυση μιας επικά νεορομαντικής αισθητικής αμερικανικού τύπου, κατά την ίδια εποχή αλλά και λίγο πιο πριν, σε συγκροτήματα που υιοθετούσαν την κουλτούρα των μηχανόβιων, των "βάρβαρα" ανδροπρεπών τύπων που σύχναζαν σε κακόφημα μπαρ κλπ.

Στην περίπτωση των Manowar, στους δίσκους "Into Glory Ride", "Hail To England" και κυρίως "Sign Of The Hammer", υπάρχουν σημεία που αποτυπώνεται ποιοτικά και διαυγώς το πρωτογενές επικό ευρωπαϊκό στοιχείο (στίχοι, μελωδίες, artwork και κείμενα που συνόδευαν τους δίσκους).
Σε μεταγενέστερους δίσκους, τόσο όσον αφορά την δομή της μουσικής αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με την αισθητική και την κουλτούρα της μπάντας, είναι προφανής η μετατόπιση προς την αμερικανική εκδοχή του επικού.

Και σαφώς, μπορεί τα τραγούδια της ύστερης περιόδου να είναι παιγμένα το ίδιο ή και πιο δυνατά από τα παλαιότερα. Δεν είναι εκεί η διαφορά. Η διαφορά έγκειται στην μετατόπιση της αισθητικής και της κουλτούρας που πιστεύω ότι περιέγραψα στις προηγούμενες παραγράφους.

Προσωπικά, αναφερόμενος στο σωστό κατά την εκτίμησή μου συμπέρασμα του Black Wind, εκτιμώ ότι το πρόβλημα αυτού του συγκροτήματος είναι πως δεν κατανόησε ποτέ την διαφορά στις εκδοχές του επικού στοιχείου. Αποτέλεσμα αυτού είναι το ανακάτεμα του πρωτογενούς επικού ευρωπαϊκού στοιχείου (Όμηρος, Βορειοευρωπαϊκό δωδεκάθεο, Μύθοι) με εκδοχές της κουλτούρας του αμερικανικού
(μηχανόβιοι, σεξιστική ανδροκρατία κλπ).

Σε αυτό το σημείο η εξισορρόπηση ενδεχομένως να μπορεί κάπως να επιτευχθεί αλλά σίγουρα είναι δύσκολη. Κι εκεί, είναι νομίζω προφανές ότι, πολλές φορές....την χάνουν. 
Τετάρτη, 18 Μαΐου, 2016

Blogger Ο/Η CHRIS ANDREA είπε...
Νομίζω οι Μanowar είχαν ευρωπαικό στυλ, όμως όχι μεσαιωνικό ρομαντικό αλλά viking.

Μεσαιωνικό στυλ με ρομαντισμό μου φαίνεται η μουσική των Rainbow, Grave Digger, Julian Jay Savarin, Sherwood και τέτοια.

Σπάνια ένας αναμειγνύει και τα δυο(ίσως ο Bathory), αλλά εμένα μου αρέσουν εξίσου αρκεί να είναι επικά και όχι "power metal" που το βαριέμαι κάπως.

Ο Σταμάτης Μαμούτος παρουσιάζει το comic The Tell Tale Heart



Σε αυτό το ραδιοφωνικό απόσπασμα της εκπομπής «Ατσάλινο Ρόδο» ο Σταμάτης Μαμούτος παρουσιάζει το πολύ καλό comic του δημιουργού Malk, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Comicon Renieri υπό τον τίτλο "Edgar Alan Poe's-The Tell Tale Heart" και αποτελεί μεταφορά σε εικονογραφημένες νουβέλες ενός διηγήματος κι ενός ποιήματος του Έντγκαρ Άλαν Πόε.