του Σταμάτη Μαμούτου
Ο Ύμνος των Χριστουγέννων του Ντίκενς δεν είναι απλά ένα από τα απαστράπτοντα στολίδια της ρομαντικής φανταστικής λογοτεχνίας. Είναι και ένα μανιφέστο του πολιτικού Ρομαντισμού. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ρομαντική σκέψη και λογοτεχνία μπορεί να συγκεράζει, σε ένα σχήμα, επιμέρους πτυχές της διανόησης. Την τέχνη με την πολιτική, την λογοτεχνία με την κοινωνική κριτική, την φαντασία με την ανατροπή εξουσιαστικών επιμέρους του τεχνοκρατικού καπιταλισμού.
Ο Ντίκενς έγραψε την συγκεκριμένη νουβέλα όχι απλά για να ψυχαγωγήσει τους αναγνώστες του. Την έγραψε έχοντας ως στόχο να δώσει λογοτεχνική ώθηση σε ένα παραδοσιοκρατικό κοινωνικό κίνημα που αναπτυσσόταν στην Βρετανία, εκεί κοντά στα μισά του 19ου αιώνα, έχοντας ως αίτημα την επαναφορά των παραδοσιακών χριστουγεννιάτικων εορτασμών στα βιομηχανοποιημένα αστικά κέντρα, καθώς στην πρώιμη νεωτερικότητα οι εορτασμοί των Χριστουγέννων είχαν σχεδόν σβήσει γινόμενοι αντιληπτοί ως ένα μεσαιωνικό -η και παγανιστικό, σε ορισμένες περιπτώσεις- κατάλοιπο. Ο Ντίκενς, με αυτό το βιβλίο, δίδαξε ουσιαστικά τους Βρετανούς της εποχής του -και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους στην συνέχεια, λόγω της διεθνούς επιρροής του αγγλοσαξονικού πολιτισμού- πώς να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα, που μέχρι τότε ήταν κυρίως γιορτή των αγρών, στα μαζικά αστικά κέντρα. Δίδαξε τους Ευρωπαίους ότι η αργία δεν είναι απαραίτητα τεμπελιά, όπως την αποτιμά ο καπιταλιστικός ορθολογισμός, αλλά μια ευκαιρία για την βιωματική επαφή με το Θείο και το μεταφυσικό. Μια ευκαιρία καλλιέργειας του νου και της ψυχής. Η σχόλη της αρχαίας ελληνικής σκέψης και η συσχέτιση του ελεύθερου χρόνου με την ανάπτυξη του πνεύματος. Πολύ περισσότερο όταν αυτή η συσχέτιση πραγματοποιείται σε μια ιερή στιγμή του χρόνου, που η παράδοση έχει προικίσει με αιώνες μύθων και παραμυθένιας αύρας.
Ευτυχώς, το κίνημα στο οποίο ο Ντίκενς έθεσε ως προμετωπίδα τον Ύμνο των Χριστουγέννων πέτυχε τον σκοπό του. Τα Χριστούγεννα άρχισαν να γιορτάζονται στα αστικά κέντρα της Βρετανίας και οι αργίες να καθιερώνονται κατά την δεκαετία του 1840. Ο Ντίκενς ταυτίστηκε τόσο πολύ με την αργία των Χριστουγέννων ώστε την ημέρα που η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή, ένα κοριτσάκι να ρωτήσει την μητέρα του, σε λαϊκή αγορά του Λονδίνου, αν οι εορτασμοί των Χριστουγέννων θα καταργούνταν μετά την απώλεια του σπουδαίου λογοτέχνη.
Όλα αυτά καθιστούν σαφές το πόσο σημαντική είναι για εμάς η οποιαδήποτε κινηματογραφική μεταφορά του Ύμνου των Χριστουγέννων. Πολύ περισσότερο τώρα που η μεταφορά έγινε για πρώτη φορά και στον ελληνικό κινηματογράφο. Δεν είναι μόνο η θεματική του έργου αλλά και η μικρή εμπειρία του ελληνικού κινηματογράφου σε έργα φαντασίας, που κέντρισε το ενδιαφέρον για την ταινία Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων του Χρήστου Κανάκη, η οποία προβάλλεται στις αίθουσες αυτές τις μέρες. Πριν την δω είχα την απορία αν θα μπορούσε επιτέλους μια ελληνική παραγωγή να παρουσιάσει ένα αξιοπρεπές έργο φαντασίας, με τα κατάλληλα σκηνικά κοστούμια και τεχνικά εφέ.
Τελικά η απάντηση ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Η ταινία του Κανάκη είναι ίσως η πρώτη στην Ελλάδα που παρουσιάζει με τον πλέον άρτιο τρόπο ένα κινηματογραφικό θέαμα το οποίο μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα σε ταινίες φαντασίας μεγάλων παραγωγών του εξωτερικού. Μπορεί στα τεχνικά εφέ να χρειάζονται ακόμη δουλειά, εμπειρία και οικονομικούς πόρους που στην Ελλάδα δεν υπάρχουν. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης φρόντισε να αναπληρώσει αυτά τα κενά με έξυπνο τρόπο, χρησιμοποιώντας τον κατάλληλο φωτισμό, το φροντισμένο ντύσιμο και την πρέπουσα σκηνογραφία από τα τοπία των παραδοσιακών χωριών της Ηπείρου. Σε ό,τι έχει να κάνει με την ατμόσφαιρα, λοιπόν, το αποτέλεσμα της ταινίας είναι άψογο. Βλέπουμε επιτέλους μια ελληνική «fantasy» ταινία. Αυτό και μόνο είναι ένα πολύ σημαντικό κέρδος για τα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου.
Για το σενάριο και τους διαλόγους μπορεί να γίνει περαιτέρω συζήτηση. Οι χαρακτήρες είναι επίπεδοι δείχνοντας ότι η ταινία έχει ως πρώτο στόχο να παρουσιάσει την παραμυθένια εκδοχή του έργου, απαλύνοντας το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο. Αλλά αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Είναι ελάχιστοι εκείνοι που γνωρίζουν στην χώρα μας το όλο ιστορικο-πολιτικό υπόβαθρο του βιβλίου που έγραψε ο Ντίκενς. Συνεπώς, δεν έχω απαιτήσεις να παρουσιαστεί στην Ελλάδα κάτι που ούτε οι δημιουργοί στο εξωτερικό τολμούν ή δύνανται να αναδείξουν. Αν και οι δυνατότητες μιας σύγχρονης κινηματογραφικής μεταφοράς της κοινωνικής και πολιτικής κριτικής που περιλαμβάνει το κείμενο είναι μεγάλες, ιδίως στην μνημονιακή ελλαδική πραγματικότητα, ανοίγοντας ένα δελεαστικό φάσμα προοπτικών προκειμένου να παρουσιαστεί ένα έργο που και το ρομαντικό φαντασιακό υπόβαθρο θα διατηρεί και ουσιαστική πολιτική κριτική της νεοφιλελεύθερης αντιπαραδοσιακής λογιστοκρατίας θα περιλαμβάνει, αντιλαμβάνομαι ότι κάτι τέτοιο υπερβαίνει τις υπάρχουσες ελλαδικές δυνατότητες δημοσίου διαλόγου.
Κατά τα άλλα, η ταινία είναι αρκετά καλή. Θα προτιμούσα να είναι λίγο πιο αρρενωπά γειωμένο σε παραδοσιακά μοτίβα το δεύτερο φάντασμα αλλά κι έτσι όπως παρουσιάστηκε δεν είναι άσχημο. Το αντίθετο, ενσωματώνεται άρτια στην ροή της αφήγησης. Θα ήθελα, επίσης, τον Λυκούργο (Σκρουτζ) να είναι πιο γλαφυρά κακός στην αρχή της ταινίας μέχρι να αλλάξει προσανατολισμό και όχι απλά ένας ράθυμος, ορθολογιστής, τσιγκούνης. Για όσους έχουμε εξοικειωθεί με τα σχήματα της λογοτεχνίας του φανταστικού είναι «λίγο το κακό» που εκπέμπει ο τσιγκούνης αλλά αυστηρά ευγενικός πρωταγωνιστής, μέχρι να βρει την ανθρωπιά του. Αλλά κι αυτό διορθώνεται από τα ωραία κοστούμια, το ντύσιμο και την ταιριαστή με μια τέτοια ταινία γενικότερη εμφάνιση του Λώρη Λοϊζίδη. Καταπληκτική για τα μέχρι σήμερα ελληνικά δεδομένα -και αναμφίβολα το πλέον horror γνώρισμα της ταινίας- η παρουσία του τρίτου φαντάσματος.
Συμπερασματικά, Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων είναι μια δυνατή ευχάριστη έκπληξη της φετινής κινηματογραφικής εορταστικής περιόδου. Αξίζει και με το παραπάνω την ανταπόκριση του κοινού, που μαθαίνω ότι είναι μεγάλη.
Δικαιώνετε ο συντηρητικός λόγος σας για πολλοστή φορά. Ας σας διαβάζουν λίγοι. Είναι εκείνοι που πρέπει να φοβούνται. Είστε ο απρόβλεπτος κακός δαίμονας της δεξιάς και ο φύλακας άγγελος του εθνικιστικού χώρου.
Τις ευχές μου για μια καλή εορταστική περίοδο. Συνεχίστε έτσι.
Για τα υπόλοιπα, ας ευχηθούμε ότι κάποτε θα μάθει και ο εθνικιστικός χώρος τους αληθινούς πατέρες των ιδεών του. Οι φιλελεύθεροι και οι μαρξιστές τους γνωρίζουν.
Οι χειρονομίες του Κόμη ήταν για όλους σαν διαταγή που ο καθένας προσπαθούσε να εκτελέσει με ευχαρίστηση. Η μεγαλοπρέπεια, η αθωότητα, η χάρη μαζί με την ομορφιά, ήταν στο επίκεντρο της σύνταξης στο υπόγειο παλάτι.
Ο Κόμης είπε να φέρουν σε δύο βάζα τα κοσμήματα που είχε αγοράσει για να ξεφορτωθεί τα περίσσεια χιλιάδες ευρώ από τις χορηγίες των θαυμαστών του. Τα μοίρασε όσο διαρκούσε το γεύμα στους αιμοπότες του Νοσφεράτου, εις το όνομα της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Πάνω από τον τοίχο του τοξοσκοπευτηρίου που είχε διαμορφώσει στον ακάλυπτο του μπούνκερ, πετούσε χωρίς σταματημό χρυσά νομίσματα στο πλήθος των συναγωνιστών που είχε συγκεντρωθεί έξω και τον επευφημούσε.
Υπήρχε και η αδερφή του που ήταν όντως εθνικίστρια και χάριζε τα βιβλία του σε εθνικιστές πολιτικούς.
Δεν ήθελε και πολύ να γίνει η διανοητική παρεξήγηση αν και ο ίδιος είχε γράψει ξεκάθαρα τι πίστευε.
Σε γενικές γραμμές, πάντως, θεωρώ ότι πρέπει να πωλούνται τουλάχιστον τριακόσια τεμάχια κάθε χρόνο από κάθε βιβλίο που θα κυκλοφορεί, απλά και μόνο για να καλυφθούν τα έξοδα ενός εκδοτικού οίκου (λογιστής, ΕΦΚΑ, τυπογραφεία, γραφίστες κλπ).
Από τα καλύτερα άρθρα που είχα διαβάσει σχετικά.
Έχω μαμηθεί να ψάχνω. Μπορείτε να βάλετε τον σύνδεσμο γιατί δεν το βρίσκω;
https://flefaloarticles.blogspot.com/2022/04/metoo.html



