Ray Bradbury :"Το Δέντρο των Αγίων Πάντων". Ένα βιβλίο για την γιορτή του Halloween


                                                         από τον Flammentrupp

O Ray Bradbury (1920-2012) δεν χρειάζεται συστάσεις για τους φίλους της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας. Είναι ένας εκ των κορυφαίων συγγραφέων που η λάμψη του θα φωτίζει πάντοτε τις ατραπούς προς τα φωτεινά αστέρια. Στο παρόν άρθρο θα καταπιαστώ με ένα λιγότερο γνωστό του διήγημα, που μάλιστα έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως διήγημα εφηβικής λογοτεχνίας. «Το Δέντρο των Αγίων Πάντων». 


Στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης των εκδόσεων «Μαγικό Κουτί» διαβάζουμε: «Αγόρια. Δεκατριών χρονών, τρελλοπαρέα. Με γδαρμένα γόνατα, αναμαλλιασμένα κεφάλια, αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, μυαλό μόνο για παιχνίδι, μια παγερή αδιαφορία για τα κορίτσια και μια αμυδρή υποψία μέσα τους για το τι επίκειται μ’ αυτά που κάποτε θα τους κάνει άνδρες. Μα όχι ακόμα. Όχι απόψε». Οκτώ αγόρια την νύχτα της παραμονής των Αγίων Πάντων, γνωστή παγκοσμίως με το αγγλικό όνομα Halloween, θα βγουν στους δρόμους της μικρής κωμόπολης στην οποία κατοικούν για να χτυπήσουν από πόρτα σε πόρτα ρωτώντας «trick or treat?»

 Ο ένατος -και αγαπημένος σε όλους- φίλος τους, αρχικά δεν έρχεται στο ραντεβού και αργότερα όταν τον συναντούν δεν φορά στολή και συμπεριφέρεται λίγο περίεργα. Τελικά, συνεννοούνται να συναντηθούν σε ένα σπίτι στην άκρη της κωμόπολης που το θεωρούν στοιχειωμένο. Εκεί θα συναντήσουν τον αινιγματικό και συνάμα εκφοβιστικό κύριο Μάουντσράουντ αλλά κι ένα τεράστιο δέντρο από το οποίο κρέμονται τα γνωστά φανάρια-κολοκύθες με αναμμένο κερί στο εσωτερικό. Πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν τις εικόνες που αντικρίζουν έρχεται να τους βρει ο φίλος τους. Μα πριν τους φτάσει τον … καταπίνει το σκοτάδι.  


Το τέλος του Πίπκιν  -όπως λέγεται το αγόρι- μέσα στο σκοτάδι, αποτελεί την αρχή της περιπέτειας των υπολοίπων, όπου με οδηγό τον μυστηριώδη Μάουντσράουντ, θα διαρρήξουν τα πέπλα του χωροχρονικού συνεχούς και θα μεταφερθούν σε διάφορα σημεία του πλανήτη και σε διαφορετικές ιστορικές εποχές, όπου θα μάθουν την ιστορία πίσω από την Εορτή των Νεκρών, αλλά και θα σμιλευτούν οι ίδιοι ως χαρακτήρες πάνω στις έννοιες του Θανάτου και της Φιλίας, αναζητώντας τον τρόπο με τον οποίο θα σώσουν τον φίλο τους από τον αφανισμό.

Με αρχικό όχημα έναν μαγικό χαρταετό, του οποίου την ουρά αποτελούν τα ίδια τα αγόρια, το ταξίδι θα ξεκινήσει από την αρχαία Αίγυπτο και τις συνήθειες που επικρατούσαν κατά την ταφή των νεκρών. Συνήθειες που αποτελούσαν την μετουσίωση σε πράξη των ιδεών που κυριαρχούσαν ως προς τον τερματισμό της παρούσης ζωής και τη συνέχεια της σε άλλους τόπους.


Ένας πολύχρωμος σωρός φθινοπωρινών φύλλων θα προσγειώσει την παρέα στον επόμενο σταθμό του ταξιδιού που είναι τα προχριστιανικά Βρετανικά Νησιά.  Εκεί θα προκύψει η γνωριμία με τον Samhain, τον Κέλτη θεό των νεκρών, αλλά και την ομώνυμη γιορτή που σηματοδοτούσε την έναρξη του χειμώνα και αποτελούσε την πρωτοχρονιά του κέλτικου έτους. Για την ιστορία, να αναφέρω πως δεν υπήρξε ποτέ αντίστοιχος θεός και όλα οφείλονται σε παρανόηση κύκλων φανατικών χριστιανών κατά τον 18ο αιώνα. Παρόλα αυτά δένει απόλυτα με την ιστορία του Ρέη Μπράντμπερυ, ενώ στο τέλος γίνεται αναφορά και στο θάνατο των γηγενών θεών και την αντικατάστασή τους με τους αντίστοιχους των κατακτητών (Ρωμαίοι πάνω σε Κέλτες, χριστιανισμός πάνω σε παγανισμό).

Το πρώτο, ίσως, ιπτάμενο όχημα που έβαλε φωτιά στην φαντασία μας ως πιτσιρικάδες είναι η ιπτάμενη σκούπα της μάγισσας. Αυτό το μεταφορικό μέσο θα φέρει τους οκτώ λάτρεις του Halloween στον επόμενο σταθμό της περιπέτειας που είναι η κεντροδυτική Ευρώπη κατά τον μεσαίωνα. «Κάθε χωριουδάκι κρύβει έναν αρχαίο παγανιστή Έλληνα ιερέα ή έναν Ρωμαίο πιστό που λατρεύει τους μικροσκοπικούς του θεούς […] μεγάλες φωτιές έκαιγαν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Σε όλα τα σταυροδρόμια και σε όλους τους αχυρώνες, διέκρινες σκοτεινές μορφές που πηδούσαν σαν γάτες πάνω από τις φωτιές. Τα καζάνια έβραζαν. Οι γριές μέγαιρες ξεφώνιζαν κατάρες. Τα σκυλιά έπαιζαν με τα  πυρωμένα κάρβουνα». Σιγά-σιγά, όμως,  το «μαγικό» σκηνικό αλλάζει. Οι φωτιές μαίνονται, αλλά για να κάψουν τις «μάγισσες». Και ως «μάγος» ή «μάγισσα» χαρακτηρίζεται όποιος κατείχε γνώση αλλά δεν πρόσεχε..


Οι ίδιες σκούπες θα τους ταξιδέψουν στο Παρίσι. Μαζί με τον Μάουντσράουντ θα ξαναχτίσουν την εκκλησία Νοτρ Νταμ και φυσικά θα την γεμίσουν γκαργκόυλς. Τι είναι αυτά; «Είναι οι Αμαρτίες, αγόρια μου! Οι  σημαντικές αλλά και οι ασήμαντες». «[…] όλοι οι παλιοί θεοί, όλα τα παλιά όνειρα, όλοι οι αρχαίοι εφιάλτες και οι παλιές ιδέες […]».
«Μεξικό» είπε ο Μάουντσράουντ. […] «το τελευταίο μεγάλο ταξίδι αυτής της νύχτας». […] «ξαναφτιάξτε τον χαρταετό, παιδιά, τον χαρταετό του φθινοπώρου». Έτσι, με τον τρόπο που ξεκίνησε, κλείνει ο κύκλος για αυτούς τους προ-έφηβους εραστές της περιπέτειας. Θα γνωρίσουν την Ημέρα των Νεκρών, ένα αμάλγαμα αρχαίων αμερικανικών παραδόσεων και νεότερων χριστιανικών.   


O Ray Bradbury μέσα από έναν απλό αλλά μεστό τρόπο γραφής, μας προσφέρει τις απαρχές της Εορτής των Νεκρών, ενός εορτασμού που υπάρχει σχεδόν όσο και ο γνωστός ανθρώπινος πολιτισμός, μας υπενθυμίζει την αξία της Φιλίας και των ακολούθων της όπως η αυταπάρνηση, ο αλτρουισμός αλλά και η γενναιότητα στη λήψη και υλοποίηση αποφάσεων σχετικών με τον/την Φίλο/η, ενώ μας φέρνει αντιμέτωπους με την αφοπλιστική αθωότητα των παιδιών περιγράφοντας το πόσο φυσικά αντιμετωπίζουν τις «μαγικές» καταστάσεις που ζουν. Ταυτόχρονα, ρίχνει μια γερή γροθιά ρομαντικής ουσιοκρατίας στην μαλθακότητα του σύγχρονου δυτικού ενήλικα, η οποία αντικατέστησε εξολοκλήρου τη μαχητικότητα που είχε αυτός ως παιδί. «Εκεί πάνω στο Ιλλινόις, έχουμε ξεχάσει το λόγο που γίνονται όλα αυτά. Εννοώ τους νεκρούς στη δική μας πόλη. Τους έχουμε ξεχάσει, διάολε. […}. Η γιορτή αυτή, όπως και δεκάδες άλλα πράγματα, έχει ξεπέσει σε άλλο ένα καταναλωτικό βράδυ που απλώς «θα περάσουμε καλά».

 Με την εξαίρεση του Τομ, που αναπτύσσεται σε μικρό βαθμό ως χαρακτήρας και του Πιπκιν, που στην εξέλιξη της ιστορίας δεν έχει πολλά να πει αλλά ο συγγραφέας του αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην αρχή του βιβλίου, όλοι οι υπόλοιποι παιδικοί χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται καθόλου. Αυτό μοιάζει να είναι ένα παιχνίδι του Ray Bradbury με εμάς τους αναγνώστες. Φαίνεται πως σκοπός του δεν είναι να ταυτιστούμε με κάποιον χαρακτήρα, αλλά να μάθουμε την Ιστορία, να «συνδιαλεχθούμε» με τον Μάουντσράουντ και το ποιος πραγματικά είναι, να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναρωτηθούμε τι θα απαντούσαμε εμείς στην ερώτηση «είστε έτοιμοι να δώσει ο καθένας από εσάς ένα χρόνο από τη ζωή σας, παιδιά; […] έναν πολύτιμο χρόνο από το μακρινό τέλος της ζωής σας. Με ένα χρόνο που θα δώσει ο καθένας σας, συγκεντρώνουμε τα λύτρα για τη ζωή του Πίπκιν».  


Τα μικρά αγόρια έμαθαν με τον δύσκολο τρόπο πως δεν πρόκειται να ζήσουν για πάντα, αλλά η καθάρια και φωτεινή ψυχή τους, που δεν πρόλαβε να θαμπώσει ή και να μαυρίσει τελείως από την καθημερινότητα, ξέρει πως για κάποια πράγματα αξίζει να θυσιαστείς.

Το Δέντρο των Αγίων Πάντων, δεν έχει αξιώσεις λογοτεχνικού αριστουργήματος για την εξαιρετική ανάπτυξη χαρακτήρων, την καταιγιστική πλοκή ή την εντελώς πρωτότυπη ιδέα. Μπορεί, όμως να πάρει μια θέση στην καρδιά μας ως ένα αγαπημένο ανάγνωσμα. Ό,τι είναι η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Κ. Ντίκενς για τα Χριστούγεννα, μπορεί να γίνει το Δέντρο για το Halloween, ακόμη και για εμάς που δεν έχουμε μια ανάλογη εορτή/παράδοση, αλλά διατηρούμε αναμμένη τη φωτιά της Αιώνιας Παιδικότητας μέσα στις καρδιές μας.

                                                                         
                                                                    ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Και μια τελευταία σκέψη από τον Τομ:
Πείτε μου κύριε Μάουντσράουντ, θα σταματήσουμε ΚΑΠΟΤΕ να φοβόμαστε τις νύχτες και το θάνατο;
Και μια τελευταία σκέψη επέστρεψε στον Τομ:
Όταν φτάσετε στα αστέρια, παιδί μου, ναι, κι όταν θα ζήσετε για πάντα εκεί, όλοι σας οι φόβοι θα εξαφανιστούν, κι ο Θάνατος ο ίδιος θα πεθάνει.   


Ανταπόκριση από την Έκθεση των Μοντελιστών στο Γκάζι

                                                      του Σταμάτη Μαμούτου 


Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση πραγματοποιήθηκε το τριήμερο 27-28 και 29 Οκτωβρίου στην τεχνόπολη του Δήμου Αθηνών, στο Γκάζι. Ήταν αυτή του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Πλαστικομοντελιστών (IPMS Hellas). Αν κρίνω από τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου οι διοργανωτές πρέπει να έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από αυτό το τριήμερο. Ωστόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση αποκομίσαμε αναμφίβολα οι επισκέπτες, οι οποίοι είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε τις εξαιρετικές δημιουργίες των μοντελιστών που εκτίθονταν στους χώρους της τεχνόπολης. 


Οι θεματικές των καλλιτεχνών κάλυπταν όλο το εύρος της λογοτεχνίας του φανταστικού (επική φανταστική λογοτεχνία, λογοτεχνία τρόμου και επιστημονική φαντασία), επεκτείνονταν σε μυθολογικά μοτίβα, ιστορικά θέματα της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, και βέβαια εστίαζαν στο πεδίο της στρατιωτικής ιστορίας.


Οι τυχεροί που παραβρεθήκαμε έστω για λίγες ώρες στην έκθεση των μοντελιστών απολαύσαμε καλοδουλεμένα και λεπτομερώς δημιουργημένα εκθέματα. Μεσαιωνικά σκηνικά, άρματα μάχης από τους κόσμους του Star Wars και της επιστημονικής φαντασίας, χιονισμένα πολυεπίπεδα τοπία στα οποία απλώνονταν παραμυθένιοι σιδηρόδρομοι, πειρατικά πλοία, αρχαιοελληνικές και βυζαντινές φάλαγγες λεπτοδουλεμένων μικρών πολεμιστών, έργα με μάγους και πλάσματα εμπνευσμένα από τους κόσμους του Τόλκιν, αλλά και μινιατούρες από τσόπερ και street αγωνιστικές μηχανές, κατάφεραν να μαγνητίσουν τις ματιές μας και να μας μεταφέρουν νοερά στα φανταστικά πεδία που απεικόνιζαν.


Ασφαλώς, την παράσταση έκλεψαν για άλλη μια φορά οι δημιουργίες που είχαν στρατιωτικές θεματικές. Σκηνές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκπληκτικές μινιατούρες τεθωρακισμένων αρμάτων μάχης, πολεμικών αεροσκαφών, θωρηκτών και άλλων πολεμικών πλοίων συμπλήρωναν την εικόνα ενός χώρου, που με την έξοχη σκηνογραφία του έκανε τον επισκέπτη να νιώσει οργανικό μέρος ενός κινηματογραφικού τοπίου.


 Και βέβαια, σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα και η ομάδα αναβίωσης ιστορικών μαχών, που βρισκόταν έξω από τους χώρους της έκθεσης μετατρέποντας, με την δική της σκηνογραφία και τις στρατιωτικές της στολές, το προαύλιο του εκθεσιακού χώρου σε φυλάκιο του γερμανικού στρατού του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. 


Όπως προανέφερα η προσέλευση του κόσμου ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Με μια γρήγορη ματιά, αντιλαμβανόταν κανείς από τα ντυσίματα και τις ηλικίες των επισκεπτών, ότι η παρουσία των τελευταίων υπερασπιστών του rock κινήματος ήταν μεγάλη. Μεσήλικες με «μεταλλικές» και rock μπλούζες, γονείς με τα παιδιά τους αλλά και κάποιοι νεότεροι metalheads έδωσαν το παρόν, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι το πεδίο της rock αποτελεί το ύστατο βασίλειο των ρομαντικών της εποχής μας. 


Θα ήταν παράλειψη να μην αποδώσω τα εύσημα σε εκείνους που ήταν υπεύθυνοι για την μουσική που ακουγόταν στους εκθεσιακούς χώρους. Το παλιό και αγαπημένο progressive rock των ‘70’s και βέβαια ένα μεγάλο μουσικό φάσμα από επιλογές του σκληρού ήχου των ‘80’s έκαναν την περιήγηση μας όχι απλά απολαυστική αλλά σχεδόν μαγική. Ασφαλώς, σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν αναμενόμενο ότι μαζί με τον Πάνο τον Μπουρδάκο και το Νικόλα τον “Dusan” (παλιοί στυλοβάτες του rockmachine.gr αμφότεροι, που με συνόδευσαν στην περιήγηση στους εκθεσιακούς χώρους) θα συναντούσαμε εξαιρετικά ενδιαφέροντες ανθρώπους, με τους οποίους συζητήσαμε για την Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ και για τα πολιτιστικά δρώμενα του ευρύτερου ρομαντικού πεδίου.


Καταληκτικά, δεν έχω παρά να συγχαρώ τους διοργανωτές της εκδήλωσης και να τους ευχηθώ να συνεχίσουν το δημιουργικό τους έργο. Είναι σαφές ότι τόσο οι εναπομείναντες rockers και metalheads όσο και οι αναγνώστες της λογοτεχνίας του φανταστικού, θα δίνουμε πάντοτε το παρόν σε τέτοιες εκδηλώσεις,




Σχόλια:


 Ο soulis stavros είπε...
ευχαριστούμε πολύ για το πολύ όμορφο "ρεπορτάζ" από την 36η Εκθεση της IPMS Hellas στην Τεχνόπολη. Σας περιμένουμε στην επόμενη τον Οκτώβριο του 2018 στον ίδιο χώρο. Μέχρι τότε, κρατάμε επαφή στο www.ipms-hellas.gr και στο www.facebook.com/IPMS.Hellas.official.
Σ.Σ.
Τρίτη, 07 Νοεμβρίου, 2017

 Ο/Η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας είπε...
Αγαπητέ Σταύρο, συνεχίστε την εξαιρετική σας προσπάθεια.
Για ό,τι χρειαστείτε, το περιοδικό και το ιστολόγιό μας είναι στη διάθεσή σας.
Τρίτη, 07 Νοεμβρίου, 2017

Βιβλιοπαρουσιάσεις σχετικές με την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο


1) Σταύρος Μαυράκης και Α.Κ, «Πορεία στο μέτωπο: Ημερολόγιον Ελληνο–ιταλικού πολέμου εν Αλβανία», εκδόσεις «Πικραμένος»

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου των εκδόσεων το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο περιλαμβάνει τρία ημερολόγια δύο στρατιωτών που συνυπηρέτησαν στην πρώτη γραμμή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940-1941. Τα τεκμήρια προέρχονται από τα χειρόγραφα του Σταύρου Μαυράκη, που ανακάλυψε η κόρη του, Καίτη Μαυράκη-Λύχρου, τυχαία σε ένα συρτάρι μετά τον θάνατό του. Μαζί με τα δύο ιδιόχειρα χειρόγραφα του πατέρα της βρέθηκε κι ένα ημερολόγιο δακτυλογραφημένο, γραμμένο από τον άγνωστο συμπολεμιστή του πατέρα της Α.Κ.


Η παρακολούθηση του χρονικού της πορείας στο μέτωπο του κάθε συντάκτη, από τις προπαρασκευαστικές ενέργειες του Στρατού, τις πρώτες κιόλας ημέρες του Οκτώβρη του 1940, έως και τη βίαιη διακοπή της γραφής του ενός και έως συνθηκολόγηση του δεύτερου, αναδεικνύει τα βιώματα των προσώπων και τον παλμό του πολέμου. Η έκδοση, πέραν της συμβολής στο αρχείο της νεότερης ιστορίας του τόπου μας και τη γνωριμία μας με ηχηρές και περήφανες άλλοτε παρουσίες που τείνουν να φεύγουν πλέον από τη ζωή, αποσκοπεί στην απότιση φόρου τιμής στη μνήμη στρατιωτών του πολέμου του 1940-41 και προσφορά στη συλλογική μνήμη χάρη στον ανιδιοτελή ηρωισμό και τη σεμνότητα απλών στρατιωτών που… δεν νικήθηκαν ούτε στιγμή κατά την πορεία στο μέτωπο. 

2) Αννίβας Βελλιάδης, «Μεταξάς–Χίτλερ. Ελληνογερμανικές σχέσεις στη μεταξική δικτατορία 1936-1941», εκδόσεις Ενάλιος

Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον και επιστημονικά άρτιο βιβλίο πολιτικής ιστορίας. Ο Βελλιάδης υπήρξε πρέσβης και οι πηγές του βασίστηκαν στα αρχεία τόσο του ελληνικού όσο και του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Το βιβλίο ξεκινά με ένα κεφάλαιο στο οποίο περιγράφει το πολίτευμα της 4ης Αυγούστου. Ο συγγραφέας διεισδύει στην ουσία των ιστορικών γεγονότων και υπερβαίνει τις αγκυλώσεις της πολιτικής ορθότητας, αναλύοντας εναργώς τους λόγους που έκαναν τον Ιωάννη Μεταξά, μολονότι ήταν θαυμαστής των εθνικιστικών πολιτευμάτων του μεσοπολέμου και στην εσωτερική πολιτική προσπαθούσε να δώσει τέτοιες αποχρώσεις στο πολίτευμα της 4ης Αυγούστου, να μην είναι σε θέση να υπερβεί τους γεωπολιτικούς δεσμούς της χώρας μας με την Βρετανία ούτε τον έλεγχο του αγγλόφιλου (εκείνη την ιστορική περίοδο) παλατιού, με αποτέλεσμα η εξωτερική πολιτική από το 1936 και μετά να παραμένει εξαρτημένη προς τον δυτικό παράγοντα και απλώς καθησυχαστική για την Γερμανία.


Ακολουθούν τρία κεφάλαια στα οποία εξετάζονται ενδελεχώς οι σχέσεις της Ελλάδος με την Γερμανία κατά τα έτη 1936-38,1939 και 1940. Στο τέλος, ο Βελλιάδης εξετάζει τις ελληνογερμανικές σχέσεις κατά τα έτη 1940- 1941 μέχρι τον –τουλάχιστον παράξενο- θάνατο του Μεταξά. Σε αυτά τα τελευταία κεφάλαια ο συγγραφέας παρουσιάζει πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες που επιχείρησαν οι άνθρωποι του Χίτλερ προκειμένου να τερματιστεί ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και να αποφευχθεί η πολεμική εμπλοκή του 3ουΡάιχ στα νότια Βαλκάνια. Επίσης, παραθέτει πληροφορίες για τον ρόλο που πιθανολογείται ότι πήγε να παίξει ο στρατηγός Πλαστήρας από την Γαλλία, για την στάση των δυτικόφιλων Γεώργιου-Παπάγου-Παπαδήμα και για τις λεπτές ισορροπίες που προσπαθούσε να κρατήσει ο Μεταξάς.

Κοντολογίς, πρόκειται για ένα βιβλίο ιστορίας το οποίο ζωντανεύει με ακρίβεια το διπλωματικό θρίλερ που έλαβε χώρα εκείνη την ταραγμένη εποχή και η κατάληξή του σφράγισε εντέλει το μέλλον της πατρίδας μας.  

 3)  Θεοδώρου Μανιάτη, «Η Μάχη του Βερολίνου», εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις

Αν στους νεότερους αναγνώστες άρεσε η ταινία του  Όλιβερ Χιρσμπίγκελ, που έφερε τον τίτλο «Η Πτώση» και προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2005, αναμφίβολα θα τους αρέσει και «Η Μάχη του Βερολίνου». Αναφέρομαι στους νεότερους γιατί το βιβλίο του Θεόδωρου Μανιάτη είναι πλέον παλαιό και πιο δυσεύρετο στις μέρες μας, καθώς κυκλοφόρησε το 1980.


«Η Μάχη του Βερολίνου» είναι ένα βιβλίο στρατιωτικής και πολιτικής ιστορίας με θέμα τις τελευταίες ημέρες του 3ου Ράιχ έτσι όπως τις έζησαν ο Χίτλερ, το επιτελείο του και οι κάτοικοι του Βερολίνου. Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι ότι ο συγγραφέας του αφενός επέλεξε να μην ακολουθήσει την πεπατημένη της πολιτικής ορθότητας -πράγμα που του επέτρεψε να παρουσιάσει την γερμανική εθνικοσοσιαλιστική πλευρά στην ιστορικά ακριβή της διάσταση, αποφεύγοντας την mainstream, μεταπολεμική, βιβλιογραφική της δαιμονοποίηση- και αφετέρου κατάφερε να μείνει πιστός στην μεθοδολογία της ιστορικής επιστήμης, με αποτέλεσμα το βιβλίο του να καταστεί ένα άξιο αναφοράς ιστορικό εγχειρίδιο, που σε καμιά περίπτωση δεν εξέπεσε στο επίπεδο μιας προπαγανδιστικά υπερασπιστικής μπροσούρας. 

Διαβάστε την «Μάχη του Βερολίνου». Πρόκειται για ένα ευσύνοπτο, περιεκτικό και καλογραμμένο βιβλίο, ιδανικό, δηλαδή, ανάγνωσμα για τους λάτρεις της πολιτικής και της στρατιωτικής ιστορίας. 

Ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς και «Το Μυστικό Ρόδο» των εκδόσεων Κλέος

                                                       του Δημήτρη Αργασταρά                                 

Ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες της ιρλανδικής λογοτεχνίας αλλά και ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του 20ου αιώνα, μια κορυφαία λογοτεχνική μορφή, που έγραψε ποιητικές συλλογές, διηγήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια και κέρδισε το βραβείο Νόμπελ. Ωστόσο –γεγονός κάπως παράδοξο– τα μεταφρασμένα έργα του στην ελληνική γλώσσα είναι λίγα και συχνά προέρχονται από μεμονωμένες εκδοτικές προσπάθειες ή περιλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις ποιημάτων ή ιστοριών. 


 Έτσι, η έκδοση για πρώτη φορά στα ελληνικά ενός ολοκληρωμένου του έργου, αντιπροσωπευτικού των συγγραφικών του διαθέσεων και αναφορών, δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένας ευτυχές γεγονός. Ακόμη περισσότερο όταν αυτό σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εκδοτικής κίνησης, ερασιτεχνικής (με την κυριολεκτική σημασία του όρου) αλλά καμωμένης με προσοχή και μεράκι, με πίστη και προσήλωση στην αρτιότητα του τελικού αποτελέσματος. Ο λόγος για τις νεότευκτες εκδόσεις Κλέος που μας έδωσαν πριν από λίγο καιρό «Το Μυστικό Ρόδο», μια συλλογή ρομαντικής φανταστικής λογοτεχνίας που ξεκινά με ένα ποίημα και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1897.

«Το Μυστικό Ρόδο», λοιπόν, αποτυπώνει την ωρίμανση της πρώτης λογοτεχνικής εποχής του Γέητς. Σε αυτό του το έργο ο Ιρλανδός ποιητής θα θελήσει να περιγράψει τον µυστικό κόσµο της πατρίδας του, αντλώντας τις θεματικές του από την λαϊκή φαντασία, την μυθολογία και τις παραδόσεις του τόπου του. Έτσι, η ανάδειξη του παραδοσιακού ιρλανδικού σύμπαντος –με τις ιστορίες του για τα ξωτικά, τις σοφές γριές της υπαίθρου με την μυστηριώδη προέλευση, τους δρυίδες και τα μαγεμένα δάση– συνδυασμένη με την μεταγενέστερη χριστιανική πνευματικότητα, τον ευγενή ιπποτισμό και τον ιδεαλισμό ενός άυλου και αιώνιου πνευματικού κόσμου, θα αποτελέσουν τον καμβά της κάθε μίας από τις οχτώ ιστορίες του βιβλίου, δίνοντας συνολικά το ιδιαίτερο στίγμα αυτής της συλλογής.


Στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Η σταύρωση του απόκληρου» ένας περιπλανώμενος βάρδος θα φτάσει σε ένα μοναστήρι ζητώντας φιλοξενία για το βράδυ. «Ένας άντρας με χλωμό πρόσωπο και απαλά καστανά μαλλιά, μια περπατούσε και μια έτρεχε στον δρόμο που ξεδιπλωνόταν από τον νότο ως την πόλη... Ήταν τροβαδούρος, φορούσε ένα κοντό, πολύχρωμο πανωφόρι και είχε μυτερά παπούτσια κι ένα παραφουσκωμένο πουγκί» (σελ.37). Όμως, όπως σύντομα θα διαπιστώσει, το μέρος εκείνο δεν είναι και τόσο φιλικό απέναντι στους ξένους, είναι μάλλον εχθρικό και ιδιαίτερα ως προς τους απείθαρχους βάρδους των παλαιών παραδόσεων. Ο ηγούμενος της μονής και οι μοναχοί δεν θα διστάσουν να τον οδηγήσουν κι αυτόν στον λόφο, απέναντι από τον πύργο του Αββαβείου, εκεί όπου στέκονται οι σταυροί καθώς τα πουλιά φτεροκοπούν από πάνω τους.

Στην δεύτερη ιστορία («Αφήνοντας το Ρόδο») ένας γέρος ιππότης, ο μοναδικός πλέον εναπομείνων του Τάγματός του, αναζητά έναν τελικό υψηλό σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να θυσιάσει την ζωή του. «Κάποιο χειμωνιάτικο δειλινό ένας γέρος ιππότης, που φορούσε μια σκουριασμένη αλυσιδωτή πανοπλία, ίππευε αργά πάνω στην δασώδη νότια πλαγιά... Τα λευκά του μαλλιά έπεφταν σε λεπτές μπούκλες πάνω στους ώμους του και η ατημέλητη εικόνα τους έκανε το πρόσωπό του να φαίνεται ιδιαιτέρως μελαγχολικό. Και επρόκειτο για το πρόσωπο ενός εξ' αυτών που έρχονται αλλά σπάνια απαγκιάζουν σε τούτο τον κόσμο. Τους ονειροπόλους που πρέπει να πράξουν ότι ονειρεύονται. Τους δρώντες που πρέπει να ονειρευτούν αυτό που θα πράξουν»(σελ. 51). Και θα δώσει όντως την τελευταία του μάχη, για να πάρει πίσω τα κλεμμένα ζώα ενός συνετού και τίμιου χωρικού, ενώ λίγο πριν κλείσει τα μάτια του θα διηγηθεί το ταξίδι της ζωής του και την προέλευση της μυστικής του πίστης σε ένα αφελές χωριατόπαιδο που θα σταλθεί για να τον περιποιηθεί.

Το τρίτο διήγημα έχει τον τίτλο «Η σοφία του βασιλιά» και αφορά στην παλιά δοξασία της σύναξης μιας συντροφιάς Μαγισσών γύρω από την κούνια ενός νεογέννητου. Οι ψηλές και αρχαίες μορφές των γυναικών θα τραγουδήσουν πάνω από το παιδί και θα ενώσουν το αίμα τους μαζί του. «Όταν οι γυναίκες έφυγαν, η παραμάνα βρήκε ξανά το κουράγιο κι έτρεξε στο κάστρο του Υψηλού Βασιλιά, και φώναξε καταμεσής της αίθουσας του συμβουλίου ότι τα Ξωτικά, για καλό ή για κακό δεν γνώριζε, είχαν επισκεφθεί το παιδί εκείνη την νύχτα» (σελ. 65). Και το παιδί θα μεγαλώσει με το σημάδι της μεικτής του γενιάς πάνω του, κάτι που θα καθορίσει την ζωή του.

Στην συνέχεια, «Η καρδιά της άνοιξης» είναι μία από τις ωραιότερες ιστορίες σχετικά με την παράδοση του Ξωτικολαού που έχουμε διαβάσει. Η γλαφυρή και ήρεμη αφήγηση του Γέητς μας δίνει ένα όμορφο επεισόδιο όπου ο ανθρώπινος κόσμος και ο κόσμος των ξωτικών δεν είναι ξέχωροι και μακρινοί ο ένας από τον άλλο, αλλά μπορούν να βρεθούν δίπλα-δίπλα και να αλληλεπιδράσουν. «Δεν φοβάμαι τόσο τα ανθρωπάκια όσο τον γκρίζο άντρα. Γιατί όταν αυτά έρχονται κοντά στο σπίτι αρμέγουν τις αγελάδες, πίνουν το αφρισμένο γάλα κι αρχίζουν να χορεύουν. Και ξέρω ότι υπάρχει καλό στην καρδιά εκείνου που αγαπά τον χορό. Όμως, τα φοβάμαι παρόλα αυτά. Φοβάμαι και τις ψηλές γυναίκες με τα μακριά λευκά χέρια που βγαίνουν μέσα από τον άνεμο και κινούνται αργά... Έχουν γλυκά, πανέμορφα πρόσωπα, όμως Ένγκους γιέ του Όρμπις, φοβάμαι όλα αυτά τα πλάσματα... τους κατοίκους του Ξωτικόκοσμου και την τέχνη σου που τους τραβάει κοντά μας'»(σελ. 76).

Οι επόμενες τρεις ιστορίες («Η κατάρα της φωτιάς και της σκιάς», «Οι γηραιοί του λυκόφωτος» και «Ο Θεός υπάρχει στο τίποτα») διαπνέονται επίσης από την αντίστοιξη και το πάντρεμα των πνευματικών στοιχείων του παγανισμού και του χριστιανισμού, καθώς βρισκόμαστε σε εκείνη την μεταιχμιακή εποχή όπου οι δύο ιερές παραδόσεις συναντούνται. Η ιρλανδική ύπαιθρος, τα βιώματα του αγροτικού χώρου, εκεί όπου μπορεί να συναντηθεί το αλλόκοτο και το τερατικό με το ιερό και το συμβολικό στοιχείο, παρουσιάζονται και πάλι όμορφα μέσα από την γραφή του Γέητς, καταλήγοντας σε ένα λογοτεχνικό σύνολο που διαθέτει τα γνωρίσματα της σπουδαίας και μεστής νοημάτων αφήγησης.

Η συλλογή κλείνει με την ιστορία «Για τον Κοστέλλο τον περήφανο, την Οόνα την κόρη του Ντέρμοτ και τις κακές γλώσσες», την αφήγηση ενός ρομαντικού και απελπισμένου έρωτα, ίσως την πιο επική ιστορία της συλλογής, που αν την εικονοποιούσαμε, θα μπορούσαμε σίγουρα να την φανταστούμε σε ένα προ-ραφαηλίτικο στυλ. Η κόρη του Ντέρμοτ καλεί τον αγαπημένο της Κοστέλλο στην γιορτή του γάμου της ώστε όταν της ζητήσουν να πιει στην υγεία εκείνου που αγαπά να μάθουν όλοι σε ποιόν πραγματικά ανήκει η καρδιά της. Μερικές μέρες αργότερα η νεκρική πομπή θα μεταφέρει το φέρετρο της Οόνα πάνω από το νερό, στο Νησί της Αγίας Τριάδας, εκεί όπου κι ο Κοστέλλο θα βρει τον θάνατο, στοιχειωμένος από το φάντασμα της καλής του.


Τελικά, με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, είχα την αίσθηση πως ταξίδεψα όντως σε έναν άλλο κόσμο, γοητευτικό και απρόσμενο, σ' ένα σύνολο διαθέσεων και αισθήσεων που μοιάζουν να έχουν εκλείψει στην σύγχρονη υλιστική εποχή μας και που όμως πάντα αναδύονται μαγικά με την κατάλληλη ευκαιρία. Συνοψίζοντας τις αναγνωστικές μου εντυπώσεις, θα έλεγα πως η αφήγηση του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, ιδεαλιστική αλλά και ρεαλιστική συνάμα, κατόρθωσε να μας κερδίσει με την έμπνευση και την απλότητά της και ταυτόχρονα να μας σαγηνεύσει με τις ουσιαστικές αλήθειες που αισθανόμαστε να κρύβει μέσα της.

Να αναφέρουμε, επίσης, πως στο βιβλίο υπάρχει ένα πλούσιο εισαγωγικό κομμάτι, με δύο κείμενα, ένα για την ζωή, το έργο και τις θεωρητικές κατευθύνσεις του Γέητς και ένα για το «Μυστικό Ρόδο», γραμμένα από τον Σταμάτη Μαμούτο. Τέλος, πολύ καλή είναι και η μετάφραση που υπογράφει η Εύα Παναγιωτοπούλου.